Στις 5 Μαρτίου 1919, μέσα στο σύνθετο διπλωματικό τοπίο που διαμορφωνόταν μετά το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, η Εθνοσυνέλευση του Πόντου που είχε συγκληθεί στο Βατούμ επικύρωνε μια σημαντική πρωτοβουλία: τη συγκρότηση της Εθνικής Αντιπροσωπείας των Ποντίων στο Παρίσι.
Η αντιπροσωπεία αυτή είχε ως αποστολή να υποστηρίξει τα ποντιακά δίκαια στη Διεθνή Διάσκεψη Ειρήνης και να θέσει το ποντιακό ζήτημα στο επίκεντρο των μεταπολεμικών διαπραγματεύσεων.
Η απόφαση αυτή αποτελούσε συνέχεια μιας έντονης πολιτικής κινητικότητας που είχε αναπτυχθεί μετά την ανακωχή του Μούδρου, τον Οκτώβριο του 1918. Την περίοδο εκείνη οι Πόντιοι δημιούργησαν συλλόγους και σωματεία με σκοπό την πολιτική τους οργάνωση και τη διεκδίκηση της αυτοδιάθεσης των εδαφών τους.

Παρότι οι οργανώσεις αυτές είχαν μόνο στοιχειώδη επικοινωνία μεταξύ τους, άρχισαν να διατυπώνουν σαφείς πολιτικές θέσεις: ανεξαρτησία του Πόντου, ένωση με την Ελλάδα, δημιουργία δημοκρατικού κράτους ή ακόμη και ομοσπονδιακή ένωση με την Αρμενία. Παράλληλα εξεταζόταν και το ενδεχόμενο διεθνούς εντολής από μεγάλες δυνάμεις, όπως οι ΗΠΑ ή η Μεγάλη Βρετανία.
Η οργανωτική αυτή προσπάθεια υπήρξε η πιο ολοκληρωμένη μέχρι εκείνη τη στιγμή στον ποντιακό χώρο. Ωστόσο δεν κατόρθωσε να επηρεάσει καθοριστικά ούτε την εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους –το οποίο εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε πολλαπλά εθνικά ζητήματα–, ούτε τη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι στους Ποντίους.
Ελληνοαρμενική συνεννόηση στη Διάσκεψη των Παρισίων
Την ίδια περίοδο στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων διαμορφωνόταν μια σημαντική διπλωματική συμφωνία.
Ο πρόεδρος της αρμενικής αντιπροσωπείας, Μπογός Νουμπάρ πασάς, είχε έρθει σε συμφωνία με τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Σύμφωνα με αυτήν, η Ελλάδα θα υποστήριζε τη δημιουργία αρμενικού κράτους, το οποίο θα περιλάμβανε και το βιλαέτι της Τραπεζούντας. Σε αντάλλαγμα, οι Αρμένιοι θα υποστήριζαν τις ελληνικές διεκδικήσεις στη Δυτική Μικρά Ασία και τη Θράκη.
Στόχος αυτής της διπλωματικής συνεννόησης ήταν να δημιουργηθεί ένα ευνοϊκό κλίμα για τους υπόδουλους χριστιανικούς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1918 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιβεβαιώνοντας τη συμφωνία αυτή απέστειλε υπόμνημα στη Διάσκεψη, στο οποίο ανέφερε χαρακτηριστικά:
«[…] Θα ήτο δυνατόν να προσαρτηθή εις το Αρμενικόν κράτος ο νομός Τραπεζούντος. Ο συμπαγής ελληνικός πληθυσμός των 350.000 ψυχών, ο συμπεριλαμβανόμενος εντός των ορίων του νομού τούτου θα είχε τοιουτοτρόπως την ευκαιρίαν να απαλλαγή τουντεύθεν της τουρκικής διοικήσεως […].
»Εγκαθιδρύων τις άλλως τε την διοικητικήν διαίρεσιν του κράτους επί τη βάσει των τοπικών εθνικών όρων, θα εξασφάλιζεν εις τους χριστιανικούς πληθυσμούς, τους τόσον σκληρώς δοκιμασθέντας, βίον ανεκτόν και θα προπαρεσκεύαζεν ούτω την πλήρη ανεξαρτησίαν του κράτους εν τω μέλλοντι […]».
Η επανάληψη αυτών των θέσεων από τον Βενιζέλο και σε συνέντευξή του στους Times του Λονδίνου τον Ιανουάριο του 1919 προκάλεσε έντονη ανησυχία στις ποντιακές οργανώσεις. Πολλοί άρχισαν να υποπτεύονται ότι η ελληνική κυβέρνηση οδηγούσε ουσιαστικά στην αρμενοποίηση του Πόντου.
Οι αντιδράσεις των Ποντίων
Οι Έλληνες της Μικράς Ασίας και του Πόντου, αν και θα προτιμούσαν τους Αρμένιους από τους Τούρκους ως πολιτικούς κυρίαρχους, θεωρούσαν ότι μια τέτοια εξέλιξη απείχε πολύ από τους εθνικούς τους στόχους.
Γι’ αυτό και οι ποντιακές οργανώσεις απέστειλαν τηλεγραφήματα διαμαρτυρίας τόσο προς τον Βενιζέλο όσο και προς τις κυβερνήσεις των κρατών που συμμετείχαν στη Διάσκεψη των Παρισίων.
Οι πιέσεις αυτές οδήγησαν τον Έλληνα πρωθυπουργό να διευκρινίσει τη θέση του στο Ανώτατο Συμβούλιο των Συμμάχων, το οποίο συνεδρίασε τον Φεβρουάριο του 1919 στο Λονδίνο. Εκεί επανέλαβε μεν την άποψή του για τη δημιουργία αρμενικού κράτους που θα περιλάμβανε και τους Ελληνοπόντιους, αλλά διευκρίνισε ότι η πρόταση αυτή αποτελούσε προσωπική του γνώμη και ότι οι Πόντιοι δεν την αποδέχονταν, επιμένοντας στη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους.
Η Διάσκεψη, διαπιστώνοντας ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν είχαν καταλήξει σε συμφωνία, δεν έλαβε τελικές αποφάσεις.
Την ίδια περίοδο ο Βενιζέλος απέστειλε τηλεγράφημα στον Ύπατο Αρμοστή της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη Ευθύμιο Κανελλόπουλο, στο οποίο εξηγούσε τη διπλωματική στάση της ελληνικής κυβέρνησης:
«Αξίωσις όπως ιδρυθή ίδιον κράτος Πόντου δεν νομίζω ότι έχει ελπίδα τινά επιτυχίας, τοσούτω μάλλον, όσον οι διατυπώσαντες την αξίωσιν υπεστήριξαν ύπαρξιν δύο εκατομμυρίων Ελλήνων εν αυτώ, ήτις υπερβολή διέθεσε κακώς την Συνδιάσκεψιν. Εν αποτυχία δε του σχεδίου τούτου κινδυνεύομεν να ίδωμεν το Βιλαέτιον της Τραπεζούντος […] υπαγόμενον εις το Τουρκικόν κράτος […].
»Διά τούτο κρίνω συμφερώτερον διά τους Έλληνας του Πόντου να συμπεριληφθώσιν εις το Αρμενικόν κράτος (…) ο Ελληνισμός του Πόντου (…) θα διαδραματίση σπουδαιότατον ρόλον […]».
Οι προσπάθειες συνεννόησης Ποντίων και Αρμενίων
Οι θέσεις αυτές ενίσχυσαν τις προσπάθειες για συντονισμό των ενεργειών Ποντίων και Αρμενίων. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 1918 είχε δημιουργηθεί κοινή επιτροπή που στόχευε:
• Στην αποτίναξη της τουρκικής κυριαρχίας.
• Στο συντονισμό ενεργειών προς τη Διάσκεψη των Συμμάχων.
• Στην επιστροφή των εκτοπισμένων και των προσφύγων.
Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να αποστείλουν κοινό υπόμνημα στις Συμμαχικές Δυνάμεις, στο οποίο θα υποστήριζαν το δικαίωμα αυτοδιάθεσης των δύο λαών και θα τόνιζαν ότι οι περιοχές της Μικράς Ασίας έπρεπε να αποδοθούν στους αυτόχθονες πληθυσμούς.
Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι Αρμένιοι δεν προέβαλαν καμία αξίωση για το βιλαέτι της Τραπεζούντας.
Ωστόσο, λίγο πριν από την υπογραφή του υπομνήματος, προέβαλαν ένα νέο αίτημα: το αρμενικό κράτος να αποκτήσει διέξοδο στον Εύξεινο Πόντο, ώστε –όπως χαρακτηριστικά ανέφεραν– να «αναπνέη διά των δύο πνευμόνων».
Οι Ελληνοπόντιοι αποδέχθηκαν ακόμη και αυτήν την απαίτηση, υπό τον όρο ότι θα εγκρινόταν από τον Βενιζέλο και τον Νουμπάρ πασά. Το τελικό κείμενο του υπομνήματος ανέφερε:
«[…] Ζητούμεν Μεγάλην Αρμενίαν, έχουσαν διέξοδον εις τον Εύξεινον Πόντον, ανατολικώς της Τραπεζούντος, ως και τοιαύτην εις την Μεσόγειον […]».
Ωστόσο ο Νουμπάρ πασάς και ο Αρμενικός Σύνδεσμος στο Παρίσι αρνήθηκαν να εγκρίνουν το κείμενο, ζητώντας η διέξοδος να δοθεί όχι ανατολικά της Τραπεζούντας αλλά μέσω της ίδιας της πόλης.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε στη ματαίωση της κοινής πρωτοβουλίας.
Η αναζήτηση διεθνούς εντολής
Μετά την αποτυχία της συνεργασίας με τους Αρμένιους, οι ποντιακές οργανώσεις στράφηκαν στην αναζήτηση Μεγάλης Δύναμης που θα δεχόταν να θέσει τον Πόντο υπό την εντολή της.
Η προσπάθεια αυτή αποδείχθηκε ιδιαιτέρως δύσκολη, καθώς οι Μεγάλες Δυνάμεις αντιμετώπιζαν σοβαρά οικονομικά προβλήματα μετά τον πόλεμο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνήθηκαν να αναλάβουν τέτοια ευθύνη, ενώ αρνητικές ήταν και οι απαντήσεις της Γαλλίας και της Ιταλίας.
Τον Ιούλιο του 1919 οι Πόντιοι στράφηκαν προς τη Μεγάλη Βρετανία. Αντιπροσωπεία τους επισκέφθηκε το Foreign Office στο Λονδίνο και έθεσε επίσημα το ζήτημα της κηδεμονίας του Πόντου. Η βρετανική κυβέρνηση απέρριψε το αίτημα.
Η ιδέα της Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας
Μέσα σε αυτό το διπλωματικό αδιέξοδο γεννήθηκε η ιδέα της Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας. Η ιδέα εμφανίστηκε ήδη από τον Ιούνιο του 1919, όταν οι Πόντιοι αντιπρόσωποι στο Παρίσι –μεταξύ των οποίων και ο μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος– συζήτησαν το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον Νουμπάρ πασά και τον Αχαρονιάν, εκπρόσωπο της Δημοκρατίας του Ερεβάν.
Οι πρώτες προσπάθειες δεν ευοδώθηκαν. Ωστόσο τον Ιούνιο του 1920 οι Πόντιοι αποδέχθηκαν να συμμετάσχουν σε νέες διαπραγματεύσεις στο Ερεβάν, στις οποίες παρευρέθηκε και απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης.
Οι Πόντιοι πρότειναν τη δημιουργία ομοσπονδίας στην οποία:
• Ο Πόντος θα περιλάμβανε το βιλαέτι της Τραπεζούντας και τις περιοχές Σαμψούντας, Αμάσειας και Σινώπης.
• Κάθε κράτος θα διέθετε δική του βουλή, κυβέρνηση και στρατό.
• Κοινή επιτροπή θα ρύθμιζε τις κοινές υποθέσεις των δύο κρατών.
Η αρμενική αντιπροσωπεία αρχικά αποδέχθηκε τους όρους. Όταν όμως το σχέδιο εστάλη για έγκριση στο Ερεβάν, η αρμενική κυβέρνηση πρότεινε κάτι διαφορετικό: την ένταξη του Πόντου στην Αρμενική Δημοκρατία ως «ομοσπονδιακής ομάδας», με ενιαίο στρατό, νόμισμα, συγκοινωνίες και εξωτερική πολιτική.
Η διαφορά ανάμεσα στις δύο προτάσεις ήταν ουσιαστική: Οι Πόντιοι επιδίωκαν ισότιμη ομοσπονδία, ενώ οι Αρμένιοι την ένταξη του Πόντου στο αρμενικό κράτος με περιορισμένη αυτονομία.
Το τέλος των διαπραγματεύσεων
Παρά τις νέες προσπάθειες συνεννόησης, οι διαφορές δεν γεφυρώθηκαν. Την ίδια περίοδο, στη Διάσκεψη του Λονδίνου, όπου θα παρουσιάζονταν οι θέσεις των δύο λαών, προσκλήθηκαν τελικά να μιλήσουν μόνο οι εκπρόσωποι των Αρμενίων.

Οι Πόντιοι αντέδρασαν έντονα και υπέβαλαν δικό τους υπόμνημα, αλλά η αρμενική αντιπροσωπεία πρόβαλε νέες αξιώσεις ακόμη και για την παραλιακή ζώνη του Εύξεινου Πόντου.
Έτσι σταμάτησε οριστικά κάθε προσπάθεια συντονισμού μεταξύ των δύο πλευρών.
Το σχέδιο της Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας παρέμεινε τελικά μια από τις σημαντικές αλλά ανεκπλήρωτες διπλωματικές προσπάθειες της εποχής – μια ένδειξη των δύσκολων ισορροπιών και των συγκρουόμενων συμφερόντων που χαρακτήριζαν τη μεταπολεμική Ανατολή στις αρχές του 20ού αιώνα.
~Διαβάστε ακόμα~
Δημοκρατία του Πόντου, ένα κράτος στα χαρτιά – Η έκκληση στον Βενιζέλο
Πώς χάθηκε ο Πόντος: Η πολιτική του Βενιζέλου και η μεταστροφή των συμμάχων
| ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ |
















