Η 4η Ιουνίου 1878 αποτελεί μία από τις πιο καθοριστικές ημερομηνίες στη νεότερη ιστορία της Κύπρου. Εκείνη την ημέρα υπογράφηκε η λεγόμενη «Σύμβαση της Κύπρου», η συμφωνία με την οποία η Οθωμανική Αυτοκρατορία παραχωρούσε στη Βρετανία τη διοίκηση και κατοχή του νησιού, διατηρώντας μόνο την τυπική κυριαρχία.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας στρατιωτικής κατάκτησης – υπήρξε προϊόν έντονων διεθνών πιέσεων, διπλωματικών διαπραγματεύσεων και των ανακατατάξεων που προκάλεσε ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος του 1877-1878.
Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από τη Ρωσία, τα ρωσικά στρατεύματα προέλασαν βαθιά στα οθωμανικά εδάφη. Στα ανατολικά κατέλαβαν το Ερζερούμ, ενώ στα δυτικά έφτασαν μέχρι τον Άγιο Στέφανο, προάστιο της Κωνσταντινούπολης.
Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου, που υπογράφηκε τον Μάρτιο του 1878, προέβλεπε μεταξύ άλλων τη δημιουργία μιας μεγάλης βουλγαρικής κρατικής οντότητας υπό ισχυρή ρωσική επιρροή. Η προοπτική αυτή προκάλεσε έντονη ανησυχία στο Λονδίνο, το οποίο θεωρούσε ότι η Ρωσία αποκτούσε υπερβολικά μεγάλη επιρροή στα Βαλκάνια και πλησίαζε επικίνδυνα προς τη Μεσόγειο.
Την ίδια στιγμή, ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β’ αναζητούσε διεθνή στήριξη για να περιορίσει τις συνέπειες της ήττας και να αποτρέψει νέες ρωσικές διεκδικήσεις.
Το βρετανικό τελεσίγραφο
Η βρετανική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε τη δύσκολη θέση της Υψηλής Πύλης. Στις αρχές Μαΐου του 1878, μέσω του πρέσβη της στην Κωνσταντινούπολη Χένρι Λέγιαρντ διαβίβασε πρόταση προς τον σουλτάνο.
Η ουσία της ήταν απλή: η Βρετανία θα παρείχε στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη απέναντι στη Ρωσία, αλλά ως αντάλλαγμα θα αναλάμβανε την κατοχή και διοίκηση της Κύπρου.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο υπουργός Εξωτερικών λόρδος Σόλσμπερι απέστειλε μυστικό τηλεγράφημα με οδηγίες να δοθεί στην οθωμανική πλευρά προθεσμία μόλις 48 ωρών για να απαντήσει.
Σύμφωνα με τις περιγραφές της εποχής, η βρετανική πλευρά προειδοποιούσε ότι τυχόν απόρριψη της πρότασης θα οδηγούσε σε διακοπή της υποστήριξης προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε μια ιδιαιτέρως κρίσιμη συγκυρία.
Τι προέβλεπε η συμφωνία
Ο Αμπντούλ Χαμίτ αποδέχθηκε τελικά τους όρους στις 25 Μαΐου 1878, ζητώντας μόνο ορισμένες τροποποιήσεις που αφορούσαν τη διατήρηση ισλαμικών δικαστηρίων και τη διαχείριση θρησκευτικών ιδρυμάτων.
Η τελική συμφωνία υπογράφηκε στις 4 Ιουνίου 1878 και παρέμεινε μυστική έως την έναρξη του Συνεδρίου του Βερολίνου.
Με βάση τους όρους της:
• Η Βρετανία αναλάμβανε την κατοχή και διοίκηση της Κύπρου.
• Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διατηρούσε μόνο την ονομαστική κυριαρχία επί του νησιού.
• Η Κύπρος θα λειτουργούσε ως στρατηγική βάση για την προστασία της Ανατολίας και της Συρίας.
• Η Βρετανία δεσμευόταν να υποστηρίξει στρατιωτικά την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε περίπτωση νέας ρωσικής επέκτασης στα ασιατικά εδάφη της.
• Τυχόν πλεονάσματα από τα δημόσια έσοδα του νησιού θα αποδίδονταν στην οθωμανική κυβέρνηση.

Η συμφωνία ανακοινώθηκε λίγο πριν από το Συνέδριο του Βερολίνου, το οποίο συγκλήθηκε για να αναθεωρήσει τους όρους της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου και να επανακαθορίσει τις ισορροπίες στην Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο.
Στις 11 Ιουλίου 1878, ενώ το συνέδριο βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη, βρετανικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στη Λάρνακα και ανέλαβαν τη διοίκηση της Κύπρου.
Έτσι ξεκίνησε η βρετανική περίοδος του νησιού, η οποία επρόκειτο να διαρκέσει δεκαετίες και να διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό τη μετέπειτα ιστορική του πορεία.

Η συμφωνία του 1878 παραμένει μέχρι σήμερα αντικείμενο ιστορικής συζήτησης, καθώς θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις του 19ου αιώνα διαχειρίζονταν τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο, σε μια εποχή όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν πλέον σε εμφανή παρακμή.
















