4 Ιουνίου 2008: Το πρωινό εκείνο, η Ελλάδα «ξύπνησε» με μια είδηση που αρχικά έμοιαζε αδιανόητη. Ένας άνδρας είχε βρεθεί άγρια δολοφονημένος στο διαμέρισμά του στο Παγκράτι. Λίγη ώρα αργότερα αποκαλύφθηκε το όνομα του θύματος και το σοκ μετατράπηκε σε… μούδιασμα.
Ο νεκρός ήταν ο Νίκος Σεργιανόπουλος. Ο άνθρωπος που για χρόνια έμπαινε καθημερινά στα ελληνικά σπίτια μέσα από την τηλεόραση. Ο ηθοποιός που είχε συνδέσει το όνομά του με μερικές από τις πιο επιτυχημένες σειρές της ιδιωτικής τηλεόρασης. Ο ευγενικός, χαμογελαστός πρωταγωνιστής που έδειχνε να κρύβει πίσω από το βλέμμα του μια βαθιά μοναξιά.
Ποιος, όμως, θα μπορούσε να φανταστεί ότι η ζωή του θα τελείωνε με τόσο βίαιο τρόπο;
Ο άνθρωπος πίσω από τον ηθοποιό
Ο Νίκος Σεργιανόπουλος γεννήθηκε στις 24 Σεπτεμβρίου 1952 στη Δράμα. Από νεαρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για την υποκριτική και αργότερα σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Το θέατρο υπήρξε η μεγάλη του αγάπη.
Συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες και πρωταγωνίστησε σε δεκάδες παραστάσεις, κερδίζοντας τον σεβασμό του καλλιτεχνικού χώρου. Ωστόσο, ήταν η τηλεόραση που τον μετέτρεψε σε ιδιαίτερα αγαπητό πρόσωπο.

Το ευρύ κοινό τον λάτρεψε μέσα από σειρές όπως οι «Δύο Ξένοι», όπου υποδύθηκε τον αξέχαστο Κωνσταντίνο Μαρκορά. Ο ρόλος αυτός έμελλε να γίνει σημείο αναφοράς για ολόκληρη την καριέρα του. Ακολούθησαν συμμετοχές σε επιτυχημένες παραγωγές όπως «Οι Στάβλοι της Εριέτας Ζαΐμη» και πολλές ακόμη σειρές που σημάδεψαν τη χρυσή εποχή της ελληνικής τηλεόρασης.
Συνάδελφοί του τον περιέγραφαν ως έναν ιδιαίτερα καλλιεργημένο άνθρωπο. Τελειομανή στη δουλειά του. Ευγενικό. Αλλά και βαθιά εσωστρεφή.
Ίσως γιατί πίσω από τη δημόσια εικόνα υπήρχαν πληγές που λίγοι γνώριζαν, αλλά και μία κρυφή ζωή που δεν ήξεραν ίσως ούτε οι πολύ δικοί του άνθρωποι.
Περίπου 20 μέρες πριν από τη στυγνή δολοφονία του, ο Νίκος Σεργιανόπουλος είχε βρεθεί στην εκπομπή της Ελένης Μενεγάκη και με χαλαρή διάθεση έλεγε πως το καλοκαίρι που ερχόταν ήταν αποφασισμένος να κάνει διακοπές. Με χιούμορ και πολύ καλή διάθεση αναφερόταν με νοσταλγία στο όμορφο καλοκαίρι που είχε περάσει με φίλους στη Θάσο, κάνοντας κάμπινγκ.
Και ύστερα ήρθε το απρόσμενο και βίαιο «φευγιό» του που «πάγωνε» μια ολόκληρη Ελλάδα.
Οι προσωπικοί δαίμονες
Ο Νίκος Σεργιανόπουλος δεν έκρυψε ποτέ ότι αντιμετώπιζε δυσκολίες στη ζωή του. Κατά καιρούς το όνομά του είχε απασχολήσει τη δημοσιότητα για υποθέσεις που σχετίζονταν με χρήση ναρκωτικών ουσιών. Μάλιστα, στις 2 Δεκεμβρίου 2007 συνελήφθη, κατόπιν τυχαίου ελέγχου στην περιοχή του Κολωνού, έχοντας στην κατοχή του 35 γραμμάρια κοκαΐνη.
Κατηγορήθηκε για κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών, αλλά δεν προφυλακίστηκε, επειδή δήλωσε –και διαγνώστηκε– εξαρτημένος χρήστης.
Οι άνθρωποι που τον γνώριζαν μιλούσαν για έναν άνθρωπο που πάλευε επί χρόνια με αυτές τις εξαρτήσεις, τη μοναξιά και πολλά προσωπικά αδιέξοδα. Οι καταχρήσεις, σύμφωνα με δημοσιεύματα της εποχής, φαίνεται πως αποτέλεσαν ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ζωής του. Δεν ήταν όμως μόνο αυτό.
Ο ηθοποιός βίωνε συχνά έντονη απομόνωση. Παρά την αναγνωρισιμότητα και την επιτυχία του, οι στενοί του φίλοι περιέγραφαν έναν άνθρωπο που δυσκολευόταν να δημιουργήσει σταθερές προσωπικές σχέσεις. Η δημοσιότητα, πολλές φορές, λειτουργούσε σαν μια μάσκα. Και πίσω από αυτήν υπήρχε ένας άνθρωπος που έδινε καθημερινά τις δικές του μάχες, οι οποίες τις περισσότερες φορές έμοιαζαν σκοτεινές, δύσκολες και σίγουρα καθοριστικές.
Το τελευταίο βράδυ
Κανείς δεν φανταζόταν ότι το βράδυ της 3ης Ιουνίου 2008 επρόκειτο να είναι το τελευταίο της ζωής του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε η Αστυνομία, ο ηθοποιός βρισκόταν στο διαμέρισμά του, στον πέμπτο όροφο πολυκατοικίας στην οδό Μετεώρων, στο Παγκράτι. Κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της νύχτας δέχθηκε επίσκεψη.
Οι έρευνες έδειξαν ότι ο άνθρωπος που βρέθηκε μέσα στο σπίτι του δεν ήταν άγνωστος στον ηθοποιό. Δεν υπήρχαν ίχνη παραβίασης στην είσοδο. Όλα έδειχναν ότι η πόρτα είχε ανοίξει από τον ίδιο.
Λίγες ώρες αργότερα θα ακολουθούσε ένα από τα πιο φρικτά εγκλήματα που έχουν καταγραφεί στον χώρο της ελληνικής showbiz.

Γύρω στις 7 το πρωί, η οικιακή βοηθός του έφθασε στο διαμέρισμα. Τον καλούσε στο κινητό του τηλέφωνο χωρίς αποτέλεσμα. Ανησύχησε. Χρησιμοποιώντας το κλειδί που διέθετε, μπήκε στο σπίτι. Η εικόνα που αντίκρισε ήταν εφιαλτική.
Ο Νίκος Σεργιανόπουλος βρισκόταν νεκρός στο πάτωμα του σαλονιού, μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ήταν γυμνός και έφερε πολλαπλά τραύματα από μαχαίρι. Οι κραυγές της αναστάτωσαν την πολυκατοικία και μέσα σε λίγα λεπτά το σημείο γέμισε από αστυνομικούς και ιατροδικαστές. Ο ιατροδικαστής Φίλιππος Κουτσάφτης περιέγραψε αργότερα μια σκηνή πρωτοφανούς αγριότητας.
Το θύμα είχε δεχθεί συνολικά 21 μαχαιριές στο λαιμό, στην καρδιά και στους πνεύμονες. Οι τραυματισμοί ήταν τόσο σοβαροί ώστε οι Αρχές μίλησαν για υπερβολική βία που ξεπερνούσε τα όρια μιας απλής ληστείας.
Η είδηση της δολοφονίας προκάλεσε τεράστια συγκίνηση. Συνάδελφοι, φίλοι και θεατές δυσκολεύονταν να πιστέψουν πως ο άνθρωπος που λίγες ημέρες νωρίτερα εμφανιζόταν χαμογελαστός στην τηλεόραση, είχε φύγει τόσο βίαια. Για ημέρες τα τηλεοπτικά κανάλια μετέδιδαν συνεχώς ρεπορτάζ. Οι τίτλοι των εφημερίδων κυριαρχούνταν από το όνομά του.
Η δολοφονία του εξελίχθηκε σε μια από τις πιο πολυσυζητημένες υποθέσεις της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Η έρευνα της Αστυνομίας
Οι αστυνομικοί του Τμήματος Ανθρωποκτονιών βρέθηκαν μπροστά σε μια δύσκολη υπόθεση. Το σπίτι έμοιαζε αναστατωμένο. Υπήρχαν δε ίχνη αίματος σε διάφορα σημεία του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που ήρθαν στο φως, ο δράστης φέρεται να είχε προσπαθήσει να καθαρίσει τα ίχνη του πριν διαφύγει. Για εβδομάδες το μυστήριο παρέμενε άλυτο. Η κοινή γνώμη παρακολουθούσε καθημερινά τις εξελίξεις. Οι φήμες οργίαζαν. Η Αστυνομία όμως συνέχιζε να συλλέγει στοιχεία.
Τελικά, τα δακτυλικά αποτυπώματα που εντοπίστηκαν στο διαμέρισμα οδήγησαν σε έναν νεαρό Γεωργιανό άνδρα, τον Νταβίντ Μουρτινέλι. Εκείνος συνελήφθη τον Ιούλιο του 2008 και αργότερα ομολόγησε την πράξη του.

Όσα ακούστηκαν στη δικαστική αίθουσα
Η δίκη συγκέντρωσε τεράστιο ενδιαφέρον. Σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν στις δικαστικές διαδικασίες και μεταδόθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι είχε επισκεφθεί τον ηθοποιό στο σπίτι του και ότι μεταξύ τους προκλήθηκε έντονη αντιπαράθεση. Οι ισχυρισμοί του μεταβλήθηκαν αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της υπόθεσης.
Η κατηγορία, ωστόσο, στηρίχθηκε στα ιατροδικαστικά ευρήματα και στα στοιχεία της δικογραφίας, τα οποία υποδείκνυαν μια εξαιρετικά βίαιη επίθεση. Οι δικαστές στάθηκαν ιδιαίτερα στον αριθμό των χτυπημάτων και στην αγριότητα του εγκλήματος.
Τελικά ο δράστης καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για ανθρωποκτονία. Πολλά ερωτήματα, ωστόσο, έμειναν για χρόνια αναπάντητα. Ήταν αποκλειστικά ληστεία; Υπήρξε προσωπική διαμάχη; Υπήρχαν στοιχεία που δεν έγιναν ποτέ γνωστά στο κοινό;
Η υπόθεση μπορεί να έφθασε δικαστικά στο τέλος της, όμως οι σκιές δεν έφυγαν ποτέ εντελώς.

Η τραγωδία δεν σταμάτησε εκεί
Για την οικογένεια του Νίκου Σεργιανόπουλου, ο επίλογος δεν γράφτηκε με την κηδεία του καθώς ο πόνος της έμελλε να συνεχιστεί. Έναν χρόνο και κάτι μήνες μετά τη δολοφονία του ηθοποιού, η αδελφή του, Έφη, έφυγε και εκείνη για το μεγάλο ταξίδι, μετά από σκληρή μάχη με τον καρκίνο. Έμεινε πίσω η μητέρα τους, όμως ούτε η κυρία Νικολέτα κατάφερε ποτέ να σταθεί ξανά στα πόδια της.
Ο πόνος της διπλής απώλειας ήταν αβάσταχτος για εκείνη και γι’ αυτό κάποιοι συνδέουν την πολύ δύσκολη ψυχολογική της κατάσταση με τον μετέπειτα θάνατό της. Άνθρωποι που βρίσκονταν κοντά στην οικογένεια μιλούσαν για μια γυναίκα που ουσιαστικά κατέρρευσε μετά τη δολοφονία του γιου της.
Έτσι, η ιστορία του Νίκου Σεργιανόπουλου απέκτησε σχεδόν τραγικές διαστάσεις αρχαίου δράματος. Ένας άνθρωπος που χάρισε γέλιο, συγκίνηση και αξέχαστους τηλεοπτικούς χαρακτήρες στο κοινό, είχε φύγει με τον πιο βίαιο τρόπο. Και πίσω του άφησε μια οικογένεια που δεν κατάφερε ποτέ να επουλώσει το τραύμα.
Δεκαοκτώ χρόνια μετά, ο Νίκος Σεργιανόπουλος παραμένει ζωντανός μέσα από τους ρόλους του.
Οι επαναλήψεις των σειρών στις οποίες πρωταγωνίστησε εξακολουθούν να προβάλλονται. Ο Κωνσταντίνος Μαρκοράς στους «Δύο Ξένους» εξακολουθεί να κάνει το κοινό να γελά. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η μεγαλύτερη νίκη ενός ηθοποιού απέναντι στο χρόνο. Γιατί, παρά τον τραγικό τρόπο με τον οποίο έφυγε, ο κόσμος εξακολουθεί να τον θυμάται πρωτίστως για το ταλέντο του. Όχι για το έγκλημα. Όχι για τα πρωτοσέλιδα αλλά για τις στιγμές που χάρισε στο κοινό.
















