«Έτυχε και μπήκα στο χώρο. Ήταν μια πράξη, όταν δεν είχα τι να κάνω. Δεν είχα κανένα πλάνο. Έδωσα εξετάσεις με έναν φίλο, και όταν περάσαμε άρχισα να βαριέμαι. Είχα σπουδαίους δασκάλους, που τους κουβαλάω ακόμα, αλλά τότε ήταν πολύ αστικό το περιβάλλον και εγώ ήμουν ένα λαϊκό παιδί».
Έτσι διηγόταν σε συνέντευξή του ο Πασχάλης Τσαρούχας –ένας από τους καλύτερους ηθοποιούς της γενιάς του– πώς μπήκε στο χώρο της υποκριτικής.
Εκείνη την περίοδο είχε περάσει και στο ΤΕΙ Διοίκησης Επιχειρήσεων, όπου έμεινε μόλις για δύο εξάμηνα, καθώς και δεν τον ενδιέφερε. Όπως είχε πει σε συνέντευξή του, «Ο πατέρας μου δεν είχε καμία επιχείρηση να μου κληροδοτήσει».

Είχε περάσει λοιπόν αρχικά στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Αθηνών, όπου ανάμεσα στους δασκάλους του ήταν ο Ντίνος Δημόπουλος και η Μαρία Χορς. Όμως τα παράτησε. Μέχρι που μια καρμική στιγμή βρέθηκε με τον Γιώργο Αρμένη, στο σπίτι του θείου του, συγγραφέα και αγωνιστή Χρόνη Μίσσιου. Κι από εκεί και πέρα όλα πήραν το δρόμο τους.
Ποιος είναι όμως ο ηθοποιός, που τη μια μέρα βραβευόταν στο εξωτερικό για τη σπουδαία ερμηνεία του σε ελληνική ταινία και την επομένη δούλευε σε οικοδομή;
Και που σε μια πορεία περίπου τεσσάρων δεκαετιών έχει καταφέρει όχι μόνο να αντέξει και να συνεχίζει, αλλά και να έχει περάσει από εμπορικές δουλειές, από την προβολή κάποιων προσωπικών του στιγμών που διεύρυνε το ταλέντο του και σε άλλους χώρους, και που βγήκε αλώβητος;
Τα πριν του θεάτρου
Ο Πασχάλης Τσαρούχας γεννήθηκε σαν σήμερα, δηλαδή στις 6-6-66 και γίνεται 60 ετών. Πολλά εξάρια μαζεμένα. Ήταν το πρώτο από τα τρία αγόρια μιας οικογένειας που είχε και ιστορία και έζησε πολλά.
«Ο πατέρας μου κατέβηκε από το Σουφλί στην Αθήνα και έμενε στα Εξάρχεια, όπου γνώρισε τη μητέρα μου, άρτι αφιχθείσα από την Κεφαλονιά. Διάλεξαν να πάνε να μείνουν στον Περισσό για να ‘χουν χώρο να παίζουν τα παιδιά που θα έκαναν.
»Προέρχομαι από δύο γονείς λαϊκούς, με ενστικτώδη λογική και αισθητική. Καθόρισε αυτό εμένα και τα άλλα δύο αδέρφια μου», είχε πει σε συνέντευξή του.

Και συνέχισε αναφερόμενος στην οικογένειά του: «Ο πατέρας μου, ο Αποστόλης Παπατσαρούχας, υπήρξε ηγετικό στέλεχος των οικοδόμων πριν από τη δικτατορία. Ο παππούς Πασχάλης πέθανε το ’68 στο παραπέτασμα, εκτοπισμένος και από το σοβιετικό καθεστώς. Ο πατέρας μου με είδε να περπατάω όντας κρυμμένος στην Ανάβυσσο μέσα στη χούντα, στο σπίτι του Παναγιώτη Βενιεράτου, που ήταν νονός του αδερφού μου. Ο Βενιεράτος ήταν δικηγόρος και στη δίκη των χουντικών. Στο σπίτι του τότε μαζεύονταν η Άννα Συνοδινού, ο Κούνδουρος, κ.ά. Εκεί κρυβόταν ο πατέρας μου και είχε επαφή μ’ έναν κύκλο διανοουμένων, αν και μάστορας ήταν ο άνθρωπος».
Ο μικρός Πασχάλης Παπατσαρούχας, όπως είναι το πραγματικό του όνομα, μεγαλώνει σε γειτονιά, σε πιο αγνά χρόνια μεν, αλλά μέσα στη χούντα που ο γείτονας μπορεί να ήταν και αυτός που «κάρφωνε» στην Ασφάλεια.
Εκεί μεγαλώνει μαζί με τα αδέλφια του. Με πολύ αυτοσαρκασμό δηλώνει σήμερα αναφερόμενος στα παιδικά του χρόνια: «Δεν μπορούσα τότε να καταλάβω, γιατί η μητέρα μου φώναζε, βλέποντας τρία αγόρια να παίζουμε μπάλα μέσα στην κουζίνα. Τόσο τρομερό ήταν;».
Φανατικός ΑΕΚτζής, αν και η μεγάλη του αγάπη ήταν το ποδόσφαιρο, το «γύρισε» λόγω ύψους. Έχει παίξει μπάσκετ ως έφηβος στην ΑΕΚ. Ένα γεγονός όμως τον έκανε να τα παρατήσει. Συγκεκριμένα ένα μεγαλύτερο σε ηλικία παιδί τον γρονθοκόπησε την ώρα του παιχνιδιού. Βιδώθηκε και τα παράτησε όλα.
Εδώ κάτι γίνεται
Αναφέρθηκε πιο πάνω ο θείος του, ο Χρόνης Μίσσιος. Και όχι τυχαία. Συγκεκριμένα για τον μεγάλο αγωνιστή και συγγραφέα, ο Πασχάλης Τσαρούχας είχε πει: «Μου έλεγε η μάνα μου ιστορίες όταν με έπαιρνε στις φυλακές Αβέρωφ για να πάμε καφέ στον Χρόνη.
»Του πήγαινε ένα θερμός, και στον διπλό πάτο του έβαζε καφέ από κάτω γιατί απαγορευόταν ο καφές στους κρατούμενους.
»Εγώ έβαζα τα χέρια μου στις τσέπες, μικρό παιδάκι, και περπάταγα δίπλα στον φρουρό. Ήταν λίγο φοβιστικό για τη μάνα μου, γιατί εγώ κορόιδευα τον αστυφύλακα κι εκείνη προσπαθούσε να περάσει παράνομα πράγματα».

Στο σπίτι του Μίσσιου, γύρω στο 1986 που είχε αφήσει τη σχολή του Ωδείου Αθηνών, γνωρίζει τον Γιώργο Αρμένη. Ο τελευταίος τού μιλά για τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης και τον Κάρολο Κουν, που ο νεαρός Πασχάλης αγνοούσε ως τότε. Ο Αρμένης του λέει να πάει να δώσει εξετάσεις τον Σεπτέμβριο. Τελικά ο νεαρός πηγαίνει τον Οκτώβριο και προλαβαίνει στο τσακ.
Φοιτά με υποτροφία και γίνεται από τους μαθητές της τελευταίας τάξης που διδάσκει έστω και για λίγο ο Κάρολος Κουν.
Κι εκείνο το καλοκαίρι, ως πρωτοετής, κάνει το ντεμπούτο του στην Επίδαυρο. «Στη σχολή του Κουν βρήκα στόχο, όραμα, και πολλές ημικρανίες, λόγω ψυχολογικής πίεσης», είχε πει σε συνέντευξη του. Και μπορεί να πέρασε δυσκολίες –και όχι μόνο πριν γίνει γνωστός– αλλά ουδέποτε σκέφτηκε να τα παρατήσει. «Η εξέλιξη έδειξε ότι γι’ αυτό ήμουν. Το θέατρο το αγάπησα και με αγάπησε».
Το «βραβευμένο» τούβλο
Βρισκόμαστε στις αρχές της πορείας του ηθοποιού στο χώρο, όπου παίζει και σε θέατρο και σε τηλεόραση. Φυσικά τα χρήματα που έβγαζε δεν ήταν τα καλύτερα, γι’ αυτό και δούλευε μαζί με τον πατέρα του στις οικοδομές. «Στην οικοδομή ήμουν ελεύθερος», είχε πει σε συνέντευξή του.
Όλα αλλάζουν με την ταινία του Βαγγέλη Σερντάρη Βασιλική.
Εκεί υποδυόταν έναν ενωμοτάρχη που ερωτεύτηκε τη γυναίκα ενός κομμουνιστή (Ταμίλα Κουλίεβα). Πολλά χρόνια μετά, σε συνέντευξη του, είχε πει ότι στην ουσία αυτοπροτάθηκε στον σκηνοθέτη για το ρόλο. Ο Σερντάρης έκανε δοκιμαστικό όπου ο Τσαρούχας είχε πάει ντυμένος σαν τον ήρωα, την εποχή που διαδραματιζόταν η ταινία (ελληνικός εμφύλιος).
Μπορεί να μην βραβεύτηκε στο τότε Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, αλλά όπως είχε πει ο ίδιος, «Δύο μήνες μετά, όμως, παίρνω παμψηφεί το Κρατικό Βραβείο ερμηνείας, όπου μου το δίνει η ίδια επιτροπή της Θεσσαλονίκης, αλλά πιο διευρυμένη. Είχε και 2.000.000 δραχμές, ενώ το άλλο ήταν σκέτο το αγαλματάκι. Πήρα την πίκρα, πάντως, του πρωτοεμφανιζόμενου στο Φεστιβάλ και κάπου εκεί είπα “Γιατί όχι κι εγώ, ρε γαμώτο;”».

Η πορεία της ταινίας στα φεστιβάλ μόλις είχε αρχίσει. Ακολούθησαν τα κινηματογραφικά φεστιβάλ του Μαρ ντελ Πλάτα (Αργεντινή) και Καΐρου, όπου ο Τσαρούχας κέρδισε βραβείο ερμηνείας. Το δεύτερο μάλιστα το παρέλαβε από τον σπουδαίο Αμερικανό ηθοποιό Τζον Μάλκοβιτς, που ήταν και ο πρόεδρος του φεστιβάλ εκείνη τη χρονιά.
«Μπαίνω ένα βράδυ στο ξενοδοχείο κι έρχεται ο Μάλκοβιτς και γονατίζει μπροστά μου. Με πιάνει αγκαλιά και με φιλάει, παρουσία όλων», είχε πει σε συνέντευξή του.
Και βέβαια για όλα τα καλά υπάρχει πάντοτε και η επόμενη μέρα. Έτσι, μετά τη νίκη του στο Φεστιβάλ, ο Τσαρούχας συνέχισε να δουλεύει στην οικοδομή. «Έβαζα όμως βραβευμένο τούβλο», είχε πει αυτοσαρκαζόμενος.
Η αναγνώριση από τον κόσμο
Από εκεί και πέρα ξεκινάνε οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι τόσο στο θέατρο, όσο και στην τηλεόραση. Όπως στο τηλεοπτικό «Φύγαμε» και στην παράσταση Εγώ, η Λασκαρίνα δίπλα στη Μιμή Ντενίση. Το 2002 πρωταγωνίστησε στη σειρά «Η αγάπη ήρθε από μακριά» του Μανούσου Μανουσάκη που υπήρξε τεράστια επιτυχία.
Δεν δίστασε να υποδυθεί τον αγροίκο τσιφλικά που η γυναίκα του τα έφτιαχνε με τον Αλβανό εργάτη.
Μάλιστα ο ίδιος έχει πει πως σε ένα του ταξίδι στην Αλβανία, οι ντόπιοι τον υποδέχτηκαν με πολλή υπερηφάνεια και αγάπη, καθώς ο ήρωας που υποδυόταν «κολλούσε ένσημα» στον συμπατριώτη τους εργάτη.

Πάλι με τον Μανουσάκη, το 2003 έπαιξε στο επίσης πετυχημένο «Το παιχνίδι της συγνώμης». Όταν ο αξέχαστος σκηνοθέτης τον ρώτησε ποιον ηθοποιό ήθελε να υποδυθεί τον «αντίπαλο» του στην σειρά, ο Τσαρούχας είπε ένα όνομα ηθοποιού που παίζανε περίπου στα ίδια κυβικά. Ο Μανουσάκης εξεπλάγη με αυτήν την πρόταση και όταν τον ρώτησε για κάποιον πιθανό ανταγωνισμό, ο Τσαρούχας του είπε ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα. Τελικά η συνεργασία δεν έγινε, αλλά για άλλους λόγους.
Δεν δίστασε να παίξει και ως γκεστ σε κάποιες σειρές και δη σε κωμικούς ρόλους. Και το 2005 υποδύθηκε τον τρανς πρωταγωνιστή στην ελληνική μεταφορά του Rocky horror picture show.
Εκεί γνώρισε τη Θεοφανία Παπαθωμά, με την οποία παντρεύτηκαν και απέκτησε τον γιο του, Αχιλλέα.
Οι ζόρικες στιγμές
Τόσο ο γάμος του με την Παπαθωμά, όσο και κάποιες –ελάχιστες, ομολογουμένως– επώνυμες σχέσεις του, έγιναν πρωτοσέλιδο. Εννοείται πως ο ίδιος δεν αισθανόταν ιδιαίτερα ευχαριστημένος γι’ αυτά, αλλά το διαχειρίστηκε μια χαρά. Μάλιστα το 2019 είχε γίνει viral η αντίδρασή του όταν μετά την πρεμιέρα του έργου Ο ληστής (που είναι από τις αγαπημένες του), δημοσιογράφος τον ρώτησε πώς, αν και είχαν χωρίσει με την Παπαθωμά, είχαν άριστες σχέσεις.
«Καταρχήν, είναι άσχετο. Προσβάλλεις αυτόν ο οποίος έχει καταθέσει ένα έργο εκείνη τη στιγμή», είχε πει τότε αναφερόμενος στο περιστατικό.

Εκεί όμως που η δημοσιότητα δεν ήταν για ευχάριστους ή ανώδυνους λόγους, ήταν όταν συνέβη το εγχώριο metoo. Ως πρόεδρος του Πειθαρχικού του ΣΕΗ, έπαιρνε πρώτος τους φακέλους με τις καταγγελίες.
«Τη μέρα που άνοιγα τους πρώτους φακέλους, δεν κοιμήθηκα το προηγούμενο βράδυ απ’ την αγωνία του τι έχω να διαβάσω και ποια ονόματα θα δω. Με στενοχωρούσε πάρα πολύ η σκέψη πως θα διάβαζα για ανθρώπους με τους οποίους έχω συνεργαστεί και πολύ καλά ορισμένες φορές», είχε πει αναφερόμενος σε εκείνη την περίοδο.

Ο συγγραφέας και τραγουδοποιός
Παράλληλα με την υποκριτική, έχει γράψει και παιδικά βιβλία, για μερικά από τα οποία έχει βραβευτεί. Η ανάγκη του αυτή ξεκίνησε όταν έπαιζε σε παιδικό θέατρο –κάτι που έχει κάνει πολλές φορές και με επιτυχία– και δεν τον ικανοποιούσαν πάντοτε τα έργα.
Όπως έχει αποκαλύψει, έγραφε από μικρός· μάλιστα, όταν ήταν 14 ετών, «πήγαινα στη Στουρνάρη και νοίκιαζα γραφομηχανή με την εβδομάδα. Τώρα που το θυμάμαι, είναι μια πολύ γλυκιά ανάμνηση. Έμπαινες στη διαδικασία να γράψεις, πέραν απ’ την επιθυμία, όπως οι άνθρωποι έβαζαν τα καλά τους για να πάνε στο θέατρο».

Κόντρα λοιπόν στο προφίλ που ήθελαν να του κολλήσουν, είναι και συγγραφέας παιδικών βιβλίων. Πριν από περίπου 20 χρόνια, που έπαιζε τον Στάνλεϊ Κοβάλσκι στο Λεωφορείον ο πόθος, στην Καρδίτσα, είχε ατύχημα με τη μηχανή του, έξω από τη Λαμία. Συγκεκριμένα, στον περιφερειακό δρόμο της Λαμίας έχασε τον έλεγχο της μηχανής του με αποτέλεσμα να εκτοξευτεί στην άκρη του δρόμου και η μηχανή του να καρφωθεί σε ένα δέντρο.
Ευτυχώς, το περιστατικό συνέβη λίγα μέτρα μακριά από το νοσοκομείο της περιοχής και έτσι ο ηθοποιός μεταφέρθηκε αμέσως στα επείγοντα περιστατικά..
Ο Πασχάλης Τσαρούχας ήταν τυχερός και απέφυγε κάθε τραυματισμό εξαιτίας του κράνους που φορούσε. Εκείνο το βράδυ έπαιξε κανονικά στην παράσταση. Τη στιγμή όμως που πήγε να πάρει αγκαλιά την συμπρωταγωνίστριά του, κόντεψε να μείνει. Αυτό το ατύχημα του γέννησε έναν ακόμα παιδικό ήρωα, τον «Μπίλη Καντίλη».

Παρ’ όλα αυτά, είχε δηλώσει ότι στην αρχή είχε πολλές τριβές με τους εκδότες γιατί δεν είχε πάντα ευχάριστο φινάλε στα έργα του. Η δημιουργικότητά του, ωστόσο, δεν σταματάτησε εκεί.
Πριν από μερικά χρόνια κυκλοφόρησε το πρώτο του CD με τίτλο Εκείνοι / Εμείς, όπου έχει γράψει και μουσική. Και μάλιστα το τόλμησε γύρω στα 50 του.
«Δεν μ’ ενδιέφερε να το κάνω στα 30 μου. Δεν είχα καμία μουσική κατάρτιση και άκουγα μόνο ήχους μες στο κεφάλι μου. Πήρα μια κλασική κιθάρα και μια μέθοδο. Την γρατζούναγα και μέσα σ’ ένα δίμηνο αυτό που έγραφα κατάφερα να το μεταφέρω στο χαρτί εκτός από το ίδιο το όργανο», είχε εξομολογηθεί, προσθέτοντας ότι ήταν δική του παραγωγή, που την έκανε σε μια περίοδο που «δεν υπήρχαν φράγκα, ούτε για τσιγάρα».
Η συγγνώμη και ο ήρεμος ύπνος
Η φετινή, ζόρικη χρονιά, τον βρίσκει στους κερδισμένους. Τόσο θεατρικά –καθώς πρωταγωνίστησε στον Ζορμπά, που ανέβηκε στο ΚΘΒΕ σε σκηνοθεσία Λευτέρη Γιοβανίδη– όσο και στην τηλεοπτική «Γη της ελιάς» που φέτος τελειώνει μετά από πέντε σεζόν προβολής. Για τις ανάγκες της σειράς, έλειπε πολύ καιρό στην Κύπρο, όπου γίνονταν τα περισσότερα γυρίσματα.
Εξαιτίας αυτού, σε μια πρόσφατη συνέντευξη του είχε πει: «Όποιος έχει παιδιά, δεν μπορεί να μην έχει ενοχές. Ζητάω συγγνώμη από τα παιδιά μου.
»Έχω ανάγκη να ελαφρύνω την ψυχή μου. Θέλω να είμαι τίμιος απέναντί τους. Τα τελευταία χρόνια είμαι πολύ απών από τη ζωή τους, βρίσκομαι στην Κύπρο πολλές μέρες την εβδομάδα για τη “Γη της ελιάς”. Αλλά δουλεύω για να παρέχω στα παιδιά μου όσα δεν θα μπορούσα διαφορετικά. Βέβαια παίρνουν αγάπη από εμένα, στην πραγματικότητα δεν έχουν ανάγκη κάτι άλλο. Ο Αχιλλέας είναι τώρα σε μια ηλικία όπου ούτε ο ίδιος σου δίνει πολύ χρόνο. Κάνει τα δικά του».
Δεν κρύβει ότι καμαρώνει για τα δυο του παιδιά, τον Αχιλλέα και την Αλεξάνδρα, ενώ παρά τις δεκαετίες που είναι στον χώρο της υποκριτικής, νιώθει ότι είναι συνεσταλμένος αλλά είναι και πολύ απότομος στην καθημερινότητά του.

Όταν είχε πάρει τα βραβεία στη Βασιλική, τον είχε προσεγγίσει μια casting director προκειμένου να πάει στο Λος Άντζελες για να κυνηγήσει μια διεθνή καριέρα. Όμως ήξερε ότι έξω ο ανταγωνισμός είναι μεγάλος, οπότε έμεινε στα πάτρια εδάφη. «Δεν έχω τη ματαιοδοξία να με ξέρει ο κόσμος, ή να είμαι ο καλύτερος», είχε πει, προσθέτοντας:
«Η αγωνία μου είναι να έχω δουλειά και να πηγαίνω λεφτά στο σπίτι μου».
Σιχαίνεται τις ταμπέλες, ενώ κάνοντας την αυτοκριτική του, έχει πει πως δεν έχει βλάψει ποτέ άνθρωπο και πως αν μη τι άλλο, κοιμάται με ήσυχη την συνείδηση του.

Σπύρος Δευτεραίος
















