Ένα πρωινό στην Επίδαυρο, η τελευταία επιθυμία του Ανδρέα Βουτσινά γινόταν πραγματικότητα. Η στάχτη του σκορπιζόταν στον ιερό χώρο του αρχαίου θεάτρου, εκεί όπου ο ίδιος πίστευε ότι βρισκόταν η αφετηρία κάθε θεατρικής αναζήτησης. Ήταν 22 Αυγούστου, ανήμερα των γενεθλίων του. Και σήμανε το τέλος μιας ζωής που είχε διασχίσει ηπείρους, γλώσσες, πολιτισμούς και καλλιτεχνικούς κόσμους.
Μιας ζωής που ξεκίνησε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, στο Χαρτούμ του Σουδάν, και εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο απρόβλεπτα κεφάλαια της ελληνικής καλλιτεχνικής διασποράς.
Ο Ανδρέας Βουτσινάς υπήρξε πολλά πράγματα: ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος, μέντορας, κοσμοπολίτης. Πάνω απ’ όλα, όμως, υπήρξε ένας άνθρωπος που έζησε ανάμεσα σε πολλούς και διαφορετικούς κόσμους. Ένας Έλληνας της Αφρικής, ένας Ευρωπαίος στην Αμερική, ένας άνθρωπος του Χόλιγουντ που δεν ανήκε ποτέ εκεί, και ένας διεθνής καλλιτέχνης που επέστρεψε στην Ελλάδα χωρίς ποτέ να πάψει να νιώθει ξένος.

Το παιδί από το Χαρτούμ
Πολύ πριν γνωρίσει τη Τζέιν Φόντα, τον Ουόρεν Μπίτι ή τη Φέι Ντάναγουεϊ, πολύ πριν βρεθεί στο Actors Studio και στα μεγάλα θέατρα της Ευρώπης, υπήρξε ένα παιδί της ελληνικής παροικίας του Σουδάν.
Γεννημένος στο Χαρτούμ το 1932 από οικογένεια Κεφαλλονιτών, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που δύσκολα χωρούσε σε μόνο μία ταυτότητα. Ήταν Έλληνας, αλλά όχι στην Ελλάδα. Ήταν παιδί της Αφρικής, αλλά όχι Αφρικανός. Μεγάλωνε σε μια εύπορη κοινότητα της ελληνικής διασποράς, σε έναν κόσμο εμπόρων, επιχειρηματιών και ανθρώπων που είχαν χτίσει τη ζωή τους μακριά από την πατρίδα.
Ίσως εκεί να γεννήθηκε και η λαχτάρα του για την αναζήτηση του άπιαστου, του μεγάλου ονείρου που θα τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή.
Οι πόλεμοι και οι οικονομικές ανακατατάξεις άλλαξαν τα δεδομένα. Η οικογένεια μετακινήθηκε στην Ελλάδα, και ο νεαρός τότε Ανδρέας βρέθηκε ξαφνικά σε μια Αθήνα που δεν ήταν ακριβώς η πατρίδα που είχε φανταστεί. Δεν ένιωθε ότι ανήκει εκεί. Και μάλλον δεν θα ένιωθε και ποτέ.
Η φυγή
Το 1951 παίρνει μια απόφαση που θα καθορίσει τα πάντα στη ζωή του. Φεύγει. Σε μια Ελλάδα που προσπαθούσε ακόμη να επουλώσει τις πληγές του Εμφυλίου, ο Ανδρέας Βουτσινάς κοιτούσε προς άλλη κατεύθυνση.
Το βλέμμα του ήταν στραμμένο στο Λονδίνο, στις μεγάλες δραματικές σχολές, στην ευρωπαϊκή θεατρική παράδοση.
Σπουδάζει στο Old Vic Theatre School και στο Webber Douglas Academy. Εκεί αρχίζει να διαμορφώνεται η καλλιτεχνική του ταυτότητα. Όμως ούτε το Λονδίνο θα είναι ο τελικός προορισμός. Η Αμερική τον καλεί.
Από τη Φωκίωνος Νέγρη στο Actors Studio
Το 1957 γίνεται μέλος του περίφημου –από τότε– Actors Studio. Για έναν νέο ηθοποιό της εποχής, δεν υπήρχε μεγαλύτερη αναγνώριση. Το Actors Studio δεν ήταν απλώς μια καλή σχολή. Ήταν το εργαστήριο όπου διαμορφωνόταν η σύγχρονη υποκριτική. Εκεί όπου είχαν περάσει ή θα περνούσαν ο Μάρλον Μπράντο, ο Πολ Νιούμαν, ο Αλ Πατσίνο, η Έλεν Μπέρστιν. Ο Βουτσινάς δεν βρέθηκε μόνο στον χώρο αλλά έγινε και μέρος του.
Εργάστηκε δίπλα στον Ελίας Καζάν, έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα. Παρακολουθούσε πρόβες, συμμετείχε στις αναζητήσεις του Studio και απορροφούσε κάθε γνώση ή μικρή λεπτομέρεια του περίφημου Method Acting. Αργότερα θα παραδεχόταν σε συνέντευξή του ότι το θέατρο δεν ήταν τεχνική. Ήταν αποκάλυψη. Ήταν αλήθεια. Ήταν το θάρρος να σταθείς απέναντι στον εαυτό σου.
Η Τζέιν Φόντα και το Χόλιγουντ
Κάπου εκεί εμφανίζεται στη ζωή του η καλλονή Τζέιν Φόντα. Η γνωριμία τους εξελίσσεται σε στενή προσωπική και καλλιτεχνική σχέση. Ο Βουτσινάς σκηνοθετεί τη Φόντα στο The Fun Couple που ανεβαίνει τελικά στο Μπρόντγουεϊ και αργότερα την συνοδεύει στο Χόλιγουντ, όπου αναλαμβάνει να δουλέψει μαζί της ως acting coach.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η επιρροή του είναι τόσο σημαντική ώστε σύντομα αρχίζουν να τον αναζητούν και άλλοι μεγάλοι αστέρες. Η Φέι Ντάναγουεϊ. Ο Ουόρεν Μπίτι… Ηθοποιοί που αναζητούσαν όχι έναν δάσκαλο υποκριτικής αλλά έναν άνθρωπο που μπορούσε να τους βοηθήσει να… σκάψουν βαθύτερα.
Δεν έγινε ποτέ σταρ. Δεν το επιδίωξε. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που επηρεάζουν την ιστορία χωρίς, όμως, να βρίσκονται στο κέντρο της.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Τα επόμενα χρόνια μοιράζονται ανάμεσα στη Νέα Υόρκη, το Παρίσι, το Λονδίνο και την Ελλάδα. Σκηνοθετεί περισσότερες από 130 παραστάσεις. Διδάσκει. Ανακαλύπτει νέους ηθοποιούς. Επιμένει στη δουλειά του ηθοποιού με σχεδόν εμμονικό τρόπο.
Στο Παρίσι ιδρύει το Théâtre des Cinquante, έναν χώρο που λειτουργεί ως θεατρικό εργαστήριο και δημιουργική κοινότητα. Για δεκάδες μαθητές του γίνεται κάτι πολύ περισσότερο από δάσκαλος. Γίνεται μύθος.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Ο γιος του, Μάριος Βουτσινάς, θυμόταν αργότερα ότι υπήρχαν φορές που ο ίδιος παρακολουθούσε μαθήματα χωρίς να αποκαλύπτει ποιος ήταν. Δίπλα του κάθονταν μεγάλα ονόματα του γαλλικού κινηματογράφου. Πίσω του, μπροστά του, γύρω του, άνθρωποι που είχαν έρθει για να ακούσουν τον Βουτσινά να μιλά για το θέατρο. Για πολλούς από αυτούς ήταν κάτι σαν γκουρού. Για τον ίδιο τον Μάριο, παρέμενε απλώς μια ατέλειωτη αναζήτηση.
Η επιστροφή στην Ελλάδα
Όταν ο Ανδρέας Βουτσινάς επιστρέφει ουσιαστικά και οριστικά στην Ελλάδα, δεν επιστρέφει ως «ο άνθρωπος του Χόλιγουντ». Επιστρέφει ως δάσκαλος.
Βρίσκει μια θεατρική πραγματικότητα γεμάτη στεγανά. Δεν τον ενδιαφέρουν. Το εμπορικό και το ποιοτικό θέατρο δεν είναι αντίπαλοι κόσμοι στα μάτια του. Ο καλός ηθοποιός είναι καλός ηθοποιός. Τελεία. Στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος (ΚΘΒΕ) και αργότερα στη δική του σχολή θα επηρεάσει αρκετές γενιές καλλιτεχνών.
Αν, πάντως, κάποιος επιχειρήσει να μετρήσει την κληρονομιά του Ανδρέα Βουτσινά μόνο μέσα από τις ταινίες ή τις παραστάσεις του, θα αδικήσει το σημαντικότερο έργο του.
Οι μαθητές του ήταν το πραγματικό του αποτύπωμα. Για αρκετές δεκαετίες, νέοι ηθοποιοί έφταναν κοντά του αναζητώντας τεχνική. Έφευγαν έχοντας συναντήσει έναν τρόπο σκέψης τελείως διαφορετικό από αυτόν που είχαν μέχρι τότε. Ο Βουτσινάς δεν δίδασκε απλώς πώς να παίξεις έναν ρόλο. Δίδασκε πώς να τον ανακαλύψεις. Πώς να τον αμφισβητήσεις. Πώς να βρεις μέσα σου εκείνο το σημείο που συνδέεται με την αλήθεια.
Οι μαθητές του μιλούσαν συχνά για έναν απαιτητικό άνθρωπο, αυστηρό, εκρηκτικό, απρόβλεπτο. Αλλά και βαθιά γενναιόδωρο. Η διδασκαλία του δεν τελείωνε με το μάθημα. Συνεχιζόταν στα καμαρίνια, στα καφέ, στις συζητήσεις που κρατούσαν για ώρες. Ήθελε να προκαλεί. Να δοκιμάζει. Να βλέπει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει ο άλλος. Ίσως γιατί το ίδιο έκανε και στον εαυτό του.

Ο δύσκολος πατέρας
Η δημόσια εικόνα του Ανδρέα Βουτσινά ήταν λαμπερή. Η ιδιωτική του ζωή, όμως, ήταν πολύ πιο περίπλοκη. Η σχέση με τον γιο του, Μάριο, υπήρξε βαθιά τραυματισμένη για πολλά χρόνια. Ο ίδιος ο Μάριος έχει μιλήσει δημόσια για μια σχέση γεμάτη αποστάσεις, παρεξηγήσεις και απουσίες. Ο Μάριος ήρθε στον κόσμο το 1953, την ίδια χρονιά που ο πατέρας του παντρεύτηκε στο Παρίσι τη μητέρα του, Άρτεμις Παπαστρατή, επίσης ηθοποιό.
Οι δύο νέοι είχαν φύγει μαζί για το Λονδίνο για σπουδές και κάπου εκεί ήρθε και ο καρπός του έρωτά τους.
Γεννήθηκε στο Παρίσι ο Μάριος, που πήρε και το όνομα του παππού του, Άγγελος. Ο Μάριος-Άγγελος λοιπόν, συνάντησε για πρώτη φορά τον πατέρα του όταν ήταν ήδη 11 ετών και η μεταξύ τους σχέση υπήρξε πάντα στα… κόκκινα!
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Κι όμως. Στο τέλος συνέβη κάτι που ούτε ο ένας ούτε ο άλλος περίμενε. Μετά την επιδείνωση της υγείας του Ανδρέα Βουτσινά, πατέρας και γιος βρέθηκαν ξανά κοντά.
«Πριν από αυτούς τους πέντε μήνες η σχέση μας ήταν ολέθρια» είχε παραδεχτεί ο Μάριος Βουτσινάς, επιτυχημένος σκηνογράφος, σχεδιαστής κοσμημάτων και καλλιτέχνης της μικρογλυπτικής. Αυτοί οι πέντε μήνες έγιναν ένας ολόκληρος χαμένος χρόνος που προσπάθησε να χωρέσει σε λίγες συναντήσεις, λίγες κουβέντες, λίγες αλήθειες.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
«Μου είπε “Είμαι στο νοσοκομείο, θέλεις να ‘ρθεις να με δεις;”. Του είχα ξεκαθαρίσει μετά τον τελευταίο τσακωμό μας ότι αν ήθελε να ξαναβρεθούμε, θα έπρεπε να μου τηλεφωνήσει εκείνος. Στη ζωή μου τον είδα πρώτη φορά στα 11 και μετά στα 19 μου, όταν πήγα στο Παρίσι μόνος μου να τον βρω, τότε που είχε ιδρύσει ένα εργαστήριο υποκριτικής στα πρότυπα του Actors Studio.
»Υπήρχαν προβλήματα, δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς. Όταν βρεθήκαμε πια στο φινάλε της ζωής του και ζήσαμε μαζί τους πέντε τελευταίους μήνες του, μπήκαν κάποια πράγματα σε τάξη, κι ας ήθελα λίγο παραπάνω από αυτό. Αν πέθαινε και δεν είχαμε βρεθεί, θα έλεγα εντάξει, είχα έναν πολύ ιδιόμορφο αλλά στενόμυαλο ή “μαλάκα” πατέρα. Επί της ουσίας, όμως, αυτό που έζησα μαζί του ήταν μαγικό, και θα ήθελα να πω, μια και μου δίνεται η ευκαιρία, ότι ευχαριστώ πάρα πολύ όλους αυτούς τους “κολλητούς” του πατέρα μου, όλους όσοι ευεργετήθηκαν από αυτόν και δεν εμφανίστηκαν ποτέ για να τον δουν όσο ήταν άρρωστος. Αυτό εμένα με βόλεψε πάρα πολύ γιατί μου έδωσαν την ευκαιρία να ζήσω ένα κομμάτι της ζωής μου μαζί του» είχε πει ο Μάριος Βουτσινάς σε συνέντευξή του στην εφ. Το Βήμα.
Και όπως είχε αποκαλύψει στη συνέχεια, από τις πρώτες κουβέντες του πατέρα του όταν τον αντίκρισε στο νοσοκομείο, ήταν η εξής: «Ξέρω εγώ τώρα, εσύ θα θες να σου ζητήσω συγγνώμη, αλλά εγώ συγγνώμη δεν μπορώ να σου ζητήσω, και ξέρεις γιατί. Γιατί η συγγνώμη δεν είναι μια λέξη, είναι μια πράξη, κι εγώ από το κρεβάτι δεν μπορώ να κάνω τίποτα».
Για πολλούς, αυτή η φράση φωτίζει τον άνθρωπο πίσω από τον μύθο περισσότερο από οποιοδήποτε βιογραφικό αφιέρωμα.
Υπάρχει και μια άλλη μικρή σκηνή, σχεδόν κινηματογραφική, που δείχνει πόσο αντιφατικός ήταν ο Ανδρέας Βουτσινάς. Όταν ο Μάριος γεννήθηκε και πήγε ο Βουτσινάς για να τον δει, κοίταξε τα πόδια του βρέφους και είπε: «Είναι σίγουρα γιος μου, γιατί έχουμε τα ίδια πόδια». Μια φράση αστεία, τρυφερή και αδέξια μαζί. Σαν τον ίδιο.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η τελευταία πράξη
Ο Ανδρέας Βουτσινάς έφυγε από τη ζωή πριν από ακριβώς 16 χρόνια, στις 8 Ιουνίου 2010. Δεν ήθελε μνημεία. Δεν ήθελε επισημότητες. Είχε μια τελευταία επιθυμία: να σκορπιστεί η στάχτη του στην Επίδαυρο. Και έτσι έγινε. Ο ίδιος, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μάριου, είχε πει με το γνώριμο χιούμορ του:
«Βεβαίως, και να το ξέρεις, θέλω να με σκορπίσετε στην Επίδαυρο, για να είμαι εκεί όταν οι ηθοποιοί παίζουν άσχημα, να τους μπαίνω στη μύτη».
Ακόμη και στο τέλος, παρέμενε δάσκαλος. Και παρέμενε θεατράνθρωπος.

Η εικόνα της διασποράς της τέφρας του στην ορχήστρα του αρχαίου θεάτρου έχει αποκτήσει σχεδόν μυθική διάσταση. Ο άνθρωπος που γεννήθηκε στην Αφρική, σπούδασε στην Αγγλία, ανδρώθηκε καλλιτεχνικά στην Αμερική, δίδαξε στη Γαλλία και επέστρεψε στην Ελλάδα, κατέληξε τελικά στο χώρο που ο ίδιος θεωρούσε το λίκνο του θεάτρου.
Στην Ελλάδα συχνά αφηγούμαστε την ιστορία του Ανδρέα Βουτσινά ως μια ελληνική επιτυχία στο εξωτερικό. Είναι αλήθεια, αλλά είναι μόνο η μισή αλήθεια. Η άλλη μισή είναι πιο ενδιαφέρουσα. Ο Ανδρέας Βουτσινάς υπήρξε ένας άνθρωπος που δεν απέκτησε ποτέ μία συγκεκριμένη ταυτότητα ή τόπο. Ένας Έλληνας της Αφρικής, ένας Ευρωπαίος στην Αμερική, ένας διεθνής καλλιτέχνης στην Ελλάδα. Αυτή η μόνιμη μετακίνηση τον έκανε ίσως πιο ανοιχτό, πιο απαιτητικό, πιο ανήσυχο. Και πιθανότατα πιο δύσκολο στις προσωπικές του σχέσεις.
Αν υπήρξε στη ζωή του Ανδρέα Βουτσινά ένα νήμα που ένωνε το Χαρτούμ, το Actors Studio, το Παρίσι, τη Θεσσαλονίκη και την Επίδαυρο, αυτό δεν ήταν η επιτυχία. Ήταν η αναζήτηση. Η ανάγκη να βρεθεί ένας τόπος όπου η τέχνη θα γινόταν αλήθεια και ο άνθρωπος δεν θα χρειαζόταν να υποδύεται ότι ανήκε κάπου.
Ίσως γι’ αυτό το τέλος του στην Επίδαυρο μοιάζει τόσο ταιριαστό. Όχι επειδή «επέστρεψε στην πατρίδα», αλλά επειδή βρήκε έναν χώρο όπου μπορούσε επιτέλους να είναι μόνο αυτό που υπήρξε πάντα: ένας άνθρωπος του θεάτρου.
















