«Είμαστε στο κελί χέρι-χέρι με τον Ηλία». Με αυτή τη φράση έκλεινε το τελευταίο γράμμα που έγραψε το βράδυ της 4ης Ιουνίου 1942 από τις φυλακές Αβέρωφ ο αξιωματικός του Λιμενικού Σώματος Γιώργος Κωτούλας προς τον αδελφό του.
Λίγες ώρες αργότερα, το πρωί της 5ης Ιουνίου, ο ίδιος και ο λιμενάρχης Μυτιλήνης Ηλίας Καζάκος θα έπεφταν νεκροί από τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, πληρώνοντας με τη ζωή τους τη συμμετοχή τους στην Αντίσταση κατά των ναζί κατακτητών.
Η ιστορία των δύο ανδρών ήρθε ξανά στο προσκήνιο στη Μυτιλήνη το 2021, όταν το περιπολικό σκάφος ΛΣ 910 «Γεώργιος Κωτούλας» κατέπλευσε στο λιμάνι του νησιού, μπροστά από το παλιό Λιμεναρχείο όπου δεσπόζει η προτομή του Ηλία Καζάκου.
Μια συμβολική συνάντηση δύο ανθρώπων που συνδέθηκαν με κοινό αγώνα, κοινή σύλληψη και κοινή θυσία.
Ο Ηλίας Καζάκος, γεννημένος το 1905 στις Άνω Μπουτίνες Μεσολογγίου, τοποθετήθηκε το 1939 λιμενάρχης Μυτιλήνης με τον βαθμό του υποπλοιάρχου. Μετά την κατάληψη της Λέσβου από τους Γερμανούς, οργάνωσε δίκτυο αντίστασης σε συνεργασία με άλλες οργανώσεις και βρετανικές υπηρεσίες, συμβάλλοντας στη φυγάδευση Ελλήνων και Συμμάχων προς τα μικρασιατικά παράλια και από εκεί στη Μέση Ανατολή.
Στην ίδια προσπάθεια συμμετείχε και ο νεαρός Γιώργος Ζλατόγλου, Αϊβαλιώτης πρόσφυγας και μέλος μιας παράνομης προσκοπικής ομάδας που είχε συγκροτηθεί στη Μυτιλήνη μετά τη διάλυση του προσκοπισμού από το καθεστώς Μεταξά. Μέσα από τη δράση του συγκέντρωνε πληροφορίες για τις κινήσεις των γερμανικών δυνάμεων στο νησί, τις οποίες διοχέτευε στον Καζάκο.
Όταν ο κίνδυνος αποκάλυψης της αντιστασιακής δράσης έγινε μεγάλος, ο Καζάκος διέφυγε στην Αθήνα, όπου συναντήθηκε με τον παλιό συμμαθητή και συνάδελφό του Γιώργο Κωτούλα. Οι δύο αξιωματικοί συμμετείχαν σε δίκτυο διαφυγής που, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, βοήθησε περισσότερους από 1.000 ανθρώπους να περάσουν στη Μέση Ανατολή και να ενταχθούν στις συμμαχικές δυνάμεις που πολεμούσαν στη Βόρεια Αφρική.
Η δράση τους, ωστόσο, δεν έμεινε για πολύ κρυφή. Τη Μεγάλη Τετάρτη, 1 Απριλίου 1942, επιχείρησαν να διαφύγουν και οι ίδιοι προς την Αίγυπτο με το βενζινόπλοιο «Άγιος Ιωάννης». Στο σκάφος επέβαιναν συνολικά 43 άτομα, μεταξύ τους και ένας Βρετανός λοχίας. Η αποστολή όμως είχε προδοθεί.
Λίγο μετά την αναχώρηση, κοντά στις Φλέβες του Σαρωνικού, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στα κρατητήρια της Γκεστάπο και στη συνέχεια στις φυλακές Αβέρωφ.
Παρά τα βασανιστήρια, κανείς τους δεν πρόδωσε συνεργάτες ή στοιχεία της οργάνωσης.
Στις 4 Ιουνίου 1942, έπειτα από σαμποτάζ στη σιδηροδρομική γραμμή Λιοσίων-Αθηνών, οι γερμανικές Αρχές κατοχής ανακοίνωσαν την εκτέλεση κρατουμένων ως αντίποινα.
Το επόμενο πρωί, στις 5 Ιουνίου, οδηγήθηκαν στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής ο Ηλίας Καζάκος, ο Γιώργος Κωτούλας και ακόμη έξι αγωνιστές της Αντίστασης: ο επισμηναγός Μιχάλης Ακύλας, οι ναυτικοί Δημήτρης Γιαγκουδάκης και Παναγιώτης Δημαράς, ο εργάτης Γιώργος Αναγνωστόπουλος και οι φοιτητές Λευτέρης Κιοσσές και Νίκος Μοσχόπουλος, οι οποίοι συμμετείχαν στην έκδοση της αντιστασιακής εφημερίδας Φωνή των Σκλάβων.
Στο τελευταίο του γράμμα ο Γιώργος Κωτούλας έγραφε: «Πεθαίνω με το όνομα της γλυκιάς Ελλάδας στα χείλη. Η τύχη με κυνήγησε τα τελευταία χρόνια, την ευχαριστώ όμως που μου έδωσε την ευκαιρία να προσφέρω τη ζωή μου για την Πατρίδα».
Από την πλευρά του, ο Ηλίας Καζάκος σημείωνε λίγα λεπτά πριν από την εκτέλεση: «Μετά 10 λεπτά είμεθα προ του εκτελεστικού αποσπάσματος. Θάρρος, υπερηφάνεια. Πάντες εστάθημεν και είμεθα ψύχραιμοι».
Έναν χρόνο αργότερα, στις 14 Σεπτεμβρίου 1943, ο Γιώργος Ζλατόγλου θα εκτελούνταν και εκείνος από τους Γερμανούς στα Τσαμάκια της Μυτιλήνης, ολοκληρώνοντας μια ακόμη τραγική σελίδα της αντιστασιακής ιστορίας του νησιού.
Σήμερα, η μνήμη του Ηλία Καζάκου παραμένει ζωντανή στη Μυτιλήνη μέσα από την προτομή του στο παλιό Λιμεναρχείο και την οδό που φέρει το όνομά του, ενώ ο Γιώργος Ζλατόγλου μνημονεύεται στα μνημεία των εκτελεσμένων αγωνιστών και των προσκόπων που θυσιάστηκαν κατά την περίοδο της Κατοχής.
















