Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν κρύβει ποτέ τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη διεθνή πολιτική: παζάρι ισχύος, προσωπική συναλλαγή, σκηνή όπου οι κανόνες υπάρχουν μέχρι να τους παραμερίσει ο ισχυρός. Γι’ αυτό και η δημόσια δήλωση μιας αμερικανικής «τσάντας δώρων» προς τον Ερντογάν, με το βλέμμα σε F-35, κινητήρες και ευρύτερη αμυντική επαναπροσέγγιση, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί από την Αθήνα ως διπλωματικό επεισόδιο δευτέρας τάξεως. Είναι προειδοποίηση.
Η Τουρκία δεν ζητά απλώς όπλα. Ζητά αναβάθμιση ρόλου. Ζητά να παρουσιαστεί ως κεντρικός πυλώνας της νέας νατοϊκής αρχιτεκτονικής, να φιλοξενήσει πρόσθετες διοικητικές δομές και να μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση σε πολιτική ασυλία. Αυτό ακριβώς δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από την Ελλάδα. Μια χώρα που διατηρεί casus belli εναντίον άλλου μέλους της Συμμαχίας, που αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο και που εργαλειοποιεί τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ για να νομιμοποιεί τις αναθεωρητικές της αξιώσεις, δεν μπορεί ταυτόχρονα να επιβραβεύεται με νέα στρατηγεία, νέα όπλα και νέο θεσμικό βάρος.
Η κυβέρνηση των Αθηνών οφείλει να εγκαταλείψει τη φοβική λογική του «μην ενοχλήσουμε». Δεν υπάρχει σοβαρή εξωτερική πολιτική χωρίς κόκκινες γραμμές.
Και δεν υπάρχει συμμαχική αξιοπιστία όταν ένα κράτος μέλος απειλεί με πόλεμο ένα άλλο και η Συμμαχία το ανταμείβει με περισσότερη ισχύ. Αν το ΝΑΤΟ ζητά συνοχή, πρέπει πρώτα να απαιτήσει σεβασμό των κανόνων. Αν ζητά αυξημένες αμυντικές δαπάνες από τους Ευρωπαίους, πρέπει να εξηγήσει γιατί ανέχεται τον τουρκικό αναθεωρητισμό. Αν οικοδομείται σταδιακά ένας ευρωπαϊκός πυλώνας της Συμμαχίας, η Ελλάδα δεν μπορεί να δεχθεί να έχει κεντρικό ρόλο η Τουρκία χωρίς προηγούμενες δεσμεύσεις απέναντι στην ελληνική κυριαρχία.
Η Αθήνα πρέπει να κινηθεί άμεσα σε τρία επίπεδα. Πρώτον, να θέσει επισήμως στους συμμάχους το ζήτημα του casus belli και να απαιτήσει την άρση του. Δεύτερον, να αποτρέψει κάθε κείμενο, μηχανισμό ή διοικητική απόφαση που θα ενσωματώνει, έστω έμμεσα, τουρκικές ερμηνείες για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Τρίτον, αν η Συμμαχία επιμείνει, να είναι έτοιμη να ασκήσει βέτο.
Το βέτο δεν είναι εκβιασμός. Είναι θεσμικό δικαίωμα. Δεν μπλοκάρει τη Συμμαχία· προστατεύει τη Συμμαχία από την ίδια της την υποκρισία. Ακόμη και στην ακραία περίπτωση που η Αθήνα δεχθεί κάποια τουρκική αναβάθμιση, οφείλει να ζητήσει δύο πράγματα: άρση του casus belli και ανάλογη νατοϊκή υποδομή στην Ελλάδα. Διαφορετικά, δεν πρόκειται για ισορροπία. Πρόκειται για παράδοση.
Ο κ. Μητσοτάκης, που συχνά παρουσιάζεται ως αναντικατάστατος διαχειριστής των εθνικών θεμάτων, έχει τώρα την ευκαιρία να αποδείξει ότι είναι πρωθυπουργός κράτους με κυριαρχία.
Η σιωπή δεν είναι ρεαλισμός. Είναι συναίνεση. Και αυτή τη φορά, η συναίνεση μπορεί να κοστίσει πολύ ακριβά.
















