Η Ευρώπη εισέρχεται στον Αύγουστο αντιμέτωπη με ένα κύμα πυρκαγιών που εκτείνεται από την Ισπανία και τη Γαλλία έως την Ελλάδα, την Κύπρο και την Τουρκία. Οι καταστροφές δεν αποτελούν πλέον μόνο περιβαλλοντικό ή επιχειρησιακό πρόβλημα.
Αποκτούν σαφή γεωπολιτική διάσταση, καθώς επηρεάζουν την οικονομία, την επισιτιστική ασφάλεια, τις μετακινήσεις πληθυσμών, τις διακρατικές σχέσεις και τελικά την ίδια την πολιτική σταθερότητα.
Στην Ελλάδα, οι πυρκαγιές στο Ρέθυμνο και σε άλλες περιοχές ανέδειξαν για ακόμη μία φορά τα όρια του κρατικού μηχανισμού, αλλά και το ανθρώπινο κόστος της κρίσης. Συνολικά τρεις πυροσβέστες έχασαν τη ζωή τους: δύο στο Ρέθυμνο και ένας στο Γύθειο.
Ανάλογες εικόνες εκτυλίχθηκαν στη Γαλλία και την Ισπανία, όπου εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν προσωρινά τις κατοικίες τους.
Η κλιματική αλλαγή δεν ανάβει από μόνη της τη φωτιά. Η αρχική εστία μπορεί να οφείλεται σε εμπρησμό, αμέλεια, γεωργικές εργασίες ή βλάβη υποδομών. Δημιουργεί, όμως, τις συνθήκες μέσα στις οποίες μία σπίθα μετατρέπεται ταχύτατα σε ανεξέλεγκτο μέτωπο: παρατεταμένους καύσωνες, ξηρασία, αφυδατωμένη βλάστηση και ισχυρούς ανέμους.
Επιστημονική ανάλυση εκτίμησε ότι η ανθρωπογενής υπερθέρμανση έκανε τις ακραίες συνθήκες πυρκαγιάς περίπου 20 φορές πιθανότερες στην κεντρική Ισπανία και δύο φορές πιθανότερες στη νοτιοδυτική Γαλλία. Με αυτή την έννοια, η κλιματική αλλαγή λειτουργεί όπως την περιγράφουν το ΝΑΤΟ και η Ευρωπαϊκή Ένωση: ως «πολλαπλασιαστής απειλών».
Οι πυρκαγιές προκαλούν ήδη μια μορφή εσωτερικής μετακίνησης πληθυσμών. Σήμερα οι περισσότεροι κάτοικοι επιστρέφουν όταν περάσει ο κίνδυνος. Στο μέλλον, όμως, η επαναλαμβανόμενη καταστροφή κατοικιών, καλλιεργειών, τουριστικών υποδομών και αποθεμάτων νερού μπορεί να καταστήσει ορισμένες περιοχές οικονομικά μη βιώσιμες. Νησιά και αγροτικές ζώνες της Μεσογείου κινδυνεύουν να χάσουν μόνιμο πληθυσμό, ενώ οι πόλεις θα δεχθούν μεγαλύτερη πίεση σε κατοικία, εργασία και κοινωνικές υπηρεσίες.
Η ίδια διαδικασία εξελίσσεται, με εντονότερες συνέπειες, στη Βόρεια Αφρική και στο Σαχέλ. Η λειψυδρία, η υποχώρηση της γεωργικής παραγωγής και η απώλεια εισοδήματος συνδυάζονται με φτώχεια, ένοπλες συγκρούσεις και αδύναμους κρατικούς θεσμούς. Η Παγκόσμια Τράπεζα εκτιμά ότι, χωρίς ουσιαστική κλιματική και αναπτυξιακή πολιτική, η Βόρεια Αφρική θα μπορούσε να έχει έως και 19 εκατομμύρια εσωτερικούς κλιματικούς μετανάστες μέχρι το 2050. Οι περισσότεροι θα μετακινηθούν μέσα στις χώρες τους, αλλά ένα μέρος της πίεσης αναπόφευκτα θα φτάσει και στα ευρωπαϊκά σύνορα.
Η μαζική είσοδος χιλιάδων ανθρώπων από το Μαρόκο στη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στη βόρεια Αφρική, εντάσσεται σε αυτό το εύφλεκτο γεωπολιτικό περιβάλλον.
Δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι το συγκεκριμένο περιστατικό προκλήθηκε άμεσα από την κλιματική αλλαγή. Οι ισπανικές Αρχές αποδίδουν σημαντικό ρόλο στα κυκλώματα διακίνησης και στην εκμετάλλευση πρόσφατης δικαστικής απόφασης που περιορίζει τις συνοπτικές επαναπροωθήσεις.
Η Θέουτα, όμως, αποκαλύπτει πώς η μετανάστευση μπορεί να μετατραπεί σε μέσο γεωπολιτικής πίεσης. Το 2021, το Μαρόκο είχε χαλαρώσει τους συνοριακούς ελέγχους εν μέσω διπλωματικής αντιπαράθεσης με την Ισπανία για τη Δυτική Σαχάρα. Έτσι, ένα κοινωνικό και ανθρωπιστικό ζήτημα συνδέθηκε άμεσα με εδαφικές διεκδικήσεις, διπλωματικές διαπραγματεύσεις και την ασφάλεια των ευρωπαϊκών συνόρων.
Η νέα κρίση υπενθυμίζει ότι η συνεργασία Μαδρίτης-Ραμπάτ είναι απαραίτητη, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί σχέση αμοιβαίας εξάρτησης.
Οι πόλεμοι συμπληρώνουν αυτόν τον φαύλο κύκλο. Καταστρέφουν υποδομές ύδρευσης και παραγωγής τροφίμων, εκτοπίζουν πληθυσμούς και αποδυναμώνουν την ικανότητα των κρατών να αντιμετωπίσουν ξηρασίες, πλημμύρες και πυρκαγιές. Η κλιματική πίεση, με τη σειρά της, εντείνει τον ανταγωνισμό για νερό, γη και εισόδημα, προσφέροντας πρόσφορο έδαφος σε ένοπλες οργανώσεις και δίκτυα διακίνησης.
Δεν προκαλεί αυτομάτως έναν πόλεμο, αλλά μπορεί να επιδεινώσει προϋπάρχουσες συγκρούσεις.
Η πολιτική απάντηση της Ευρώπης δεν μπορεί, επομένως, να περιορίζεται σε περισσότερα πυροσβεστικά αεροσκάφη, φράχτες και συνοριοφύλακες. Χρειάζεται ταυτόχρονα προστασία των δασών, προσαρμογή των πόλεων και της γεωργίας, μείωση των εκπομπών, ενεργειακή ασφάλεια και επενδύσεις στις χώρες προέλευσης των μεταναστευτικών ροών.
Διαφορετικά, η Μεσόγειος κινδυνεύει να μετατραπεί όχι μόνο σε κλιματικό θερμό σημείο, αλλά και σε μόνιμη ζώνη ανθρωπιστικής και γεωπολιτικής έντασης.

















