Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «αλφάβητον Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’, το Μέρος Β’ και το Μέρος Γ’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιη’. Η ελπίδα πως πηγαίνανε να σώσουν τη ζωή τους, γοργό έκανε το βήμα τους· και φθάνοντας στην Αίγυπτο,
πέσαν και προσκυνήσαν εκείνον που είχε πουληθεί ως δούλος εκεί πέρα. Το όνειρο που είχε δει μ’ εκείνα τα δεμάτια, βγήκε λοιπόν αληθινό.
Τους γνώρισε ο Ιωσήφ· εκείνοι οι δέκα, όμως,
ούτε που το κατάλαβαν ποιος ήτανε στ’ αλήθεια. Έτσι, λοιπόν,
ο άρχοντας, βάζοντας μπρος το σχέδιο για να τους αποκαλυφτεί το ποιος είναι στ’ αλήθεια, είπε αντικρίζοντάς τους:
«Κατάσκοποι μου φαίνεται πως είναι αυτοί οι άνδρες».
Κι αφού είπε αυτό το πράγμα, έδωσε αμέσως διαταγή για να τους φυλακίσουν.
Κι έτσι, αυτοί ως βασιλιά και μέγα ευεργέτη που θα τους έδινε τροφή,βλέπαναυτόν που οι ίδιοι τους πουλήσανε για δούλο κινούμενοι απ’ το φθόνο τους· κι έτσι βροντοφωνάζανε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
ιθ’. «Όλα τα σχετικά μ’ εσάς, αρχίστε να μου λέτε! Κι ελπίζω να το ξέρετε πως όσοι ατενίζουνε βασιλική πορφύρα δεν πρέπει ψέματα να λεν», φωνάζει τότε ο άρχοντας κι έπειτα συμπληρώνει:
«τα μυστικά που κρύβετε όλοι σας στις καρδιές σας τα ξέρω, έννοια σας, καλά. Κανείς σας δεν με ξεγελά και δεν θα μου ξεφύγει· γνωρίζω ποιοι είστε εγώ καλά!».
Και τότε εκείνοι είπαν: «Έχουμε για πατέρα μας έναν δικό σου δούλο·
»είμαστε δώδεκα αδελφοί.
»Ένας μας, όμως, πέθανε. Σ’ εσέ τον κύριό μας,
»όσα θα εκστομίσουμε θα είναι όλα αλήθεια.
»Ο πιο μικρός από εμάς λέγεται Βενιαμίν
»και είναι για τον οίκο μας παρηγοριά μεγάλη.
»Ήρθαμε εδώ πέρα προμήθειες ν’ αγοράσουμε, γυρεύουμε σιτάρι και δυνατά φωνάζουμε:
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”».
κ’. «Σε σχέση με όσα λέτε, τούτο μονάχα θα σας πω: να σας πιστέψω αν θέλετε, πρέπει να κάνετε ό,τι πω.
»Δεν σας διατάζω ως άρχοντας· αντίθετα, μιλάω σαν αδελφός προς αδελφούς. Να πάρετε
»όλοι σας, λοιπόν, σιτάρι που ζητάτε, αλλά έναν σας αφήνοντας πίσω, εδώ σε μένα, οι υπόλοιποι χαρούμενοι πηγαίντε, είστε ελεύθεροι.
»Αλλά, όμως, θα γυρίσετε, για να μου φέρετε εδώ τον αδελφό σας τον μικρό·
»έτσι πια θα σιγουρευτώ πως είστε εντάξει άνθρωποι και όχι απατεώνες».
Απ’ όλα τα αδέλφια, ξεχώρισε τον Συμεών
και στα δεσμά τον έβαλε εκεί μπροστά σε όλους. Και βλέποντάς τα όλα αυτά τα υπόλοιπα τ’ αδέλφια,
γύρισε το μυαλό τους πίσω σ’ αυτό που έκαναν στον αδελφό τους κάποτε· θυμήθηκαν και φώναζαν:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
κα’. Φρικτό, σκληρό κι απάνθρωπο, βρήκαν αυτό που έκανε ο άρχοντας σ’ εκείνους και δάκρυσαν τα μάτια τους· δεν ήταν οποιοσδήποτε αυτός που αφήναν πίσω, ο αδελφός τους ήτανε.
Φτάνοντας πίσω αντίκρισαν τον γέρο τους πατέρα· τον χαιρετήσαν σκυθρωπά: «Χαίρε πατέρα», του είπαν.
Κι ο δίκαιος εκείνος σαν είδε μπρος του μόνο εννιά, αντί για δέκα που ήταν,
απόμεινε σαν τον νεκρό από τη στενοχώρια, και είπε και τους ρώτησε: «Ο Συμεών πού είναι;».
Κι οι γιοι του τ’ απαντήσανε: «Πατέρα μη βαρυγκωμάς και βαριαναστενάζεις,
»μόν’ άκουσε με υπομονή αυτά που θα σου πούμε».
Κι εκείνος τους απάντησε: «Δεν θέλω, δεν χρειάζομαι λόγια, ούτε σιτάρι·
»μόν’ το παιδί μου θέλω εγώ. Μήπως και πάλι εσύ Ρουβήμ
»φέρνεις κάναν χιτώνα; Για άκουσε καλά-καλά πώς κράζω απελπισμένος:
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”»!
κβ’. «Παράλυτος μη στέκεσαι μπρος στα προβλήματα αυτά· τα δάκρυα δεν πρέπει τώρα να σε νικήσουνε και να σε καταβάλουν! Θα έπρεπε να χαίρεσαι αν το καλοσκεφτείς.
»Γιατί, όπως σου ήρθαμε πίσω με το σιτάρι, έτσι θα φέρουμε σε εσέ, πατέρα, πάλι πίσω τον Συμεών, μη νοιάζεσαι», είπανε τότε οι γιοι του κι ύστερα συμπληρώσανε:
«Μην τρέμεις τώρα και μην κλαις, δεν πέθανε ο Συμεών.
»Γιατί αποκαρδιώθηκες προτού να μας ακούσεις;
»Ο άρχοντας της Αιγύπτου, με το που μας αντίκρισε,
»νόμισε πως μπροστά του έβλεπε κάποιους που ήρθανε για να κατασκοπεύσουν τη γη που διαφεντεύει.
»Στη φυλακή μας έριξε κι ήμασταν για τρεις μέρες όλοι μας
»έγκλειστοι εκεί. Μα ύστερα μας έβγαλε και μας περιποιήθηκε.
»Για τη μεταστροφή του αυτή και την καλή του διάθεση, λοιπόν, απέναντί μας, λέγαμε και κραυγάζαμε:
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”.
κγ’. »Ψέματα δεν του είπαμε, θέλοντας ν’ αποφύγουμε την υποψία που είχε ότι είμασταν κατάσκοποι,
»καθώς του αναφέραμε πως πίσω εκεί που μένουμε, έναν πατέρα αφήσαμε και τον μικρό μας αδελφό που Βενιαμίν τον λένε.
»Αμέσως τότε φρόντισε ο άρχοντας να διαλύσει ό,τι αμφιβολίες υπήρχαν για του λόγου μας,
»δίνοντας τέτοια διαταγή: “Να μείνει ένας σας εδώ,
»”μέχρι να έρθει ο Βενιαμίν και τότε σας πιστεύω”».
Μ’ αυτά που ακούει ο Ιακώβ, αρχίνησε το θρήνο: «Ο Ιωσήφ κι ο Συμεών χάθηκαν, δεν υπάρχουν πια·
»κι εσύ πηγαίνεις Βενιαμίν και φεύγεις μακριά μου! Δεν βλέπεις πόση θλίψη έχουν τα τέκνα της Ραχήλ;
»Αυτήν τη χάρη σου ζητώ Ύψιστε να μου κάνεις: τουλάχιστον διαφύλαξε όσους μου απομείναν· Γιατί είσαι ο μοναδικός Θεός·
»Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας.

















