Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «αλφάβητον Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’, το Μέρος Β’, το Μέρος Γ’, το Μέρος Δ’ και το Μέρος Ε’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
λ’. Ήτανε για τον νέο μας το σκηνικό που έστησε θηλιά, παγίδας δίχτυ, κι όχι εμπόριο σιτηρών.
Γιατί τον έβλεπε κανείς να είναι εκεί από κοντά και να παραμονεύει· καρτέρι με παγίδα που είχε μέσα για δόλωμα πολλή στοργή κι αγάπη, ώστε το θήραμά του να πέσει σύντομα σ’ αυτήν.
Και τότε, βαριά κατηγορία θα έριχνε στα αδέλφια του και κλέφτες θα τους έβγαζε όλους ανεξαιρέτως.
Αυτός, ο αρχικλέφτης, που όλους τους κατάκλεψε με τρόπο ωραίο, συνετό, καθόλα μυαλωμένο!
Και τι συνέβη, το λοιπόν; Καθώς οι νέοι βάδιζαν στον δρόμο και πηγαίναν,
ένας από τους δούλους του τρέχοντας τους προφταίνει και με φωνές τους σταματά κι αυτά είναι που τους λέει:
«Κακούργοι, απατεώνες! Κλέφτες είστε παμπόνηροι και με μεγάλο θράσος!
»Τ’ άρχοντα το ποτήρι ποιος από εσάς το έκλεψε; Να μου το πει αμέσως!
»Έννοια σας και η συμφορά κι η τιμωρία η βαριά σας πρόλαβε, κατέφθασε, και λυτρωμό δεν έχει, ακόμα κι αν φωνάξετε:
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”».
λα’. Έντρομοι τότε στάθηκαν· μες στη ζωή πρώτη φορά κάποιος ήταν που βρέθηκε, για να τους εγκαλέσει, αναίτια τελείως, πως κάναν κάποιο έγκλημα.
Κι έτσι, σ’ αυτόν που ήρθε εκεί γυρεύοντας για κλέφτες, στα ίσια του ανταπάντησαν: «Ψάξε μας όσο θέλεις. Όλοι εδώ βρισκόμαστε· ορίστε, μπρος, ξεκίνα!
»Κι αν βρεις κλεμμένο κύπελλο, τιμώρησε τον αίτιο, το αίμα του κλέφτη χύσε
»και όλους τους υπόλοιπους ως δούλους να μας πάρεις.
»Εδώ είναι τα σακιά μας. Κατέβασέ τα, άνοιξ’ τα και ψάξε όπως νομίζεις».
Περιγελούσαν, μάλιστα, τον άνθρωπο εκείνον ‒ πού να ’ξεραν με τι σκοπό είχε έρθει να τους ψάξει!
Κι όπως εκείνος έψαχνε, έφτασε και στου Βενιαμίν, κάποια στιγμή, το σάκο
και βρήκε εκεί το κύπελλο. Και τότε ήταν που ξέσπασαν όλοι μαζί σε θρήνο:
«Κλάψε για όλους Ιακώβ τώρα και θρήνησέ μας, και κραύγασε με δύναμη το
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”».
λβ’. Χτυπούσαν το κεφάλι τους απ’ την απελπισία και μες στη στενοχώρια επέστρεψαν στην Αίγυπτο μαζί με τις προμήθειες στα ζώα φορτωμένες.
Δεν κλέψαν το παραμικρό, μα γύρισαν ως κλέφτες.
Τους βλέπει, όμως, ο πάνσοφος που ήταν έτσι σκυθρωποί, τόσο φαρμακωμένοι, και η ψυχή του πόνεσε.
Τ’ αδέλφια του πλησίασε, κάθισε ανάμεσά τους· το φόβο που είχαν ήθελε κάπως να αποδιώξει.
Μ’ αυτοί από τον τρόμο τους τον είδαν και θαμπώθηκαν, λες κι αντικρίζανε αστραπή.
Πέσαν, τον προσκυνούσανε δείχνοντας πως το προτιμούν σ’ αυτόν να γίνουν δούλοι, παρά να υποστούνε της καταδίκης την ντροπή.
Βλέποντας τότε ο άρχοντας να βρίσκονται ως κρατούμενοι τ’ αδέλφια του μπροστά του,
της πόρτας, κει που βρίσκονταν, ασφάλισε τα κλείθρα και των ματιών του άφησε ελεύθερα τα ρείθρα
κι έτρεχαν απ’ τα μάτια του τα δάκρυα ποτάμι, καθώς κραύγαζε κι έλεγε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
λγ’. «Τι κάνω τώρα», είπε, «θα πρέπει να μιλήσω; Με θάρρος να φανερωθώ και να τους πω ποιος είμαι; Και τι μου είναι όλοι αυτοί να τους το φανερώσω;
»Χορεύει όλο το μέσα μου και η καρδιά χοροπηδά, βαρκούλα μες στα κύματα στης ευτυχίας το πέλαγος. Τόση χαρά η ψυχή μου να την χωρέσει δεν μπορεί, ούτε στιγμή δεν γίνεται.
»Παλεύει η αυτοσυγκράτηση, μα βγαίνει νικημένη· πάει η νηφαλιότητα, την έχασα τελείως και μέθυσα με το πιοτό της δυνατής μου αγάπης.
»Μα όσο το καθυστερώ, αυτοί θα παραμένουν έτσι μέσα στη λύπη τους».
Και μην μπορώντας άλλο πια τόση χαρά ν’ αντέξει, στα ξαφνικά ανοίχτηκε· και όσα μέσα του έκρυβε, στα φανερά τα βγάζει.
Κι ήταν όπως ανοίγει το λερωμένο, το τραχύ το κέλυφος στο στρείδι και μέσα του λαμποκοπά ωραίο μαργαριτάρι. Κι έβγαλε δυνατή φωνή κι αυτό είναι που τους είπε:
«Εγώ είμαι, αδέλφια μου, ο Ιωσήφ, ατός μου! Ο ίδιος σας ο αδελφός, εγώ, αυτοπροσώπως!
»Πετάξτε από πάνω σας το ένδυμα της ντροπής και πάρτε να φορέσετε τον λαμπερό της δύναμης, του σθένους το χιτώνα.
»Κι ύμνο ας αναπέμψουμε προς τον Θεό δοξαστικό κραυγάζοντας όλοι μαζί
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”.
λδ’. »Έφτασε η ώρα πλέον ν’ αφήσω την αγάπη μου για όλους σας να ριζώσει και να στεριώσει ακλόνητη. Μου ’ρχεται απ’ την αγάπη μου να σας καταφιλήσω και να σας πνίξω στα φιλιά στο στόμα και στα μάτια.
»Χαρά και ευφροσύνη μού πλημυρίζει την ψυχή, θ’ αρχίσω να χορεύω! Γιατί από δω και στο εξής, αδέλφια μου να ξέρετε πως η βασιλική τιμή και όλος μου ο πλούτος για μένα θα είστε πια εσείς.
»Δεν θέλω να με ντρέπεστε, ούτε να με φοβάστε.
»Δεύτερος Άβελ έγινα. Μα νά που ο νέος Άβελ, ο Ιωσήφ, είν’ ζωντανός!
»Πετάξτε από πάνω σας του Κάιν τον μαύρο τρόμο.
»Πηγαίντε στον πατέρα μας
»και φέρτε τον σ’ εμένα, για να προσπέσει ‒όχι σ’ εμέ‒
»μα στο αξίωμά μου, στην πορφυρή χλαμύδα μου, έτσι αποδίδοντας τιμή σ’ αυτόν που μου την έδωσε και μ’ έχει διορισμένο στη θέση αυτή την υψηλή.
»Το πρόσωπό μου τότε, σαν αντικρίσει, ας βγάλει κραυγή μεγάλη λέγοντας:
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”».
λε’. Με αγκαλιές και ασπασμούς τότε αποχωρίστηκαν κι αμέσως αναχώρησαν στον τόπο τους να πάνε.
Και μόλις τους αντίκρισε ο γέρος τους πατέρας, ξανάνιωσε σαν βρέθηκε και πάλι με τους γιούς του κι είπε με δυνατή φωνή:
«Συνέχεια κι ασταμάτητα Θεέ μου Σε δοξάζω, γιατί φυλάγεις πάντοτε
»εμέ και τους δικούς μου».
Κι ο Συμεών του μίλησε κι αυτό είναι που είπε:
«Νέα πολύ χαρούμενα, πατέρα, σου προφταίνω. Εμπρός να πάμε, μην αργείς·
»θα δεις τον Ιωσήφ σου που έχει γίνει άρχοντας· είναι μεγάλος και τρανός, άλλο πια μην λυπάσαι!».
Κι ο γέροντας του απάντησε: «Με κοροϊδεύεις, γιε μου, και παίζεις με τον πόνο μου;
»Είθε να τα σκεπάσει τα σφάλματά σου ο Θεός και να σε συγχωρήσει· κι εσύ με δυνατή φωνή έτσι να Του φωνάζεις:
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”».

















