Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «αλφάβητον Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’, το Μέρος Β’, το Μέρος Γ’, το Μέρος Δ’, το Μέρος Ε’, και το Μέρος ΣΤ’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
λς’. «Να μη διστάζεις, πίστευε!», φώναξαν στον πατέρα τους όλοι μαζί οι νεαροί, και
πέσαν του φιλούσανε με σεβασμό τα πόδια και όσα είχαν ειπωθεί με τον Ιωσήφ στην Αίγυπτο, όλα του τα διηγήθηκαν.
Σαν τ’ άκουσε ο Ιακώβ, σηκώθηκε κι απ’ την πολλή χαρά του χοροπηδούσε σαν μωρό.
Τ’ άσπρα μαλλιά στην κεφαλή και τα γεράματά του ξεχνώντας
έτρεχε μπροστά σαν τον Αβραάμ που έτρεχε κι αυτός απ’ τη χαρά του, όταν του ανάγγειλε ο Θεός πως γιο θα του χαρίσει. Το πένθος πίσω άφησε ο Ιακώβ και είπε:
«Απ’ την παραλυσία της τόσης στενοχώριας μας, ώρα είναι να βγούμε! Τη νύχτα, το σκοτάδι
»κανείς σας μην την φοβηθεί, γιατί το έχει
»διώξει ο Κύριος απ’ τα μάτια μας. Γιατί είναι ο μοναδικός Θεός·
»Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας.
λζ’. »Και νά που ήδη ανέτειλε για μένα τώρα η μέρα! Ωραία και κανονική, με ώρες όπως πρέπει στο σύνολο να ’ν’ δώδεκα.
»Έτσι! Για να ταιριάζουν στον αριθμό μα και στο φως οι ώρες με τα παιδιά μου, που είναι δώδεκα κι αυτά.
»Τα έργα του καλού Θεού, τέλεια κι αψεγάδιαστα, πάντοτε θα τα διαλαλώ, ποτέ μου δεν θα πάψω!
»Ας φύγει ο φθόνος μακριά απ’ τους δικούς ανθρώπους.
»Ορίστε! Πάνω στην ώρα που άρχισε η αυγούλα της ολόφωτης της μέρας να ροδίζει,
»μου χάρισε ο Θεός παιδί που το ’χα ξεγραμμένο.
»Πού είναι η Ραχήλ, πού βρίσκεται να ’ρθει να δει το σπλάχνο της
»το νεκραναστημένο, αυτό που ο Πλάστης σήκωσε,
»τον Ιωσήφ τον γιο της, που ζωντανό αποφάσισε να μας ξαναχαρίσει; Γιατί είναι ο μοναδικός Θεός·
»Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
λη’. Κι έτσι τώρα ο γέροντας ξεκίνησε και πήγαινε μαζί με τα παιδιά του· ακμαίος ήταν, ζωηρός, και με τα πιτσιρίκια στο βάδισμα παράβγαινε. Κι όπως πηγαίναν για Αίγυπτο,
τους έβλεπες να περπατούν ολόχαροι, σκιρτώντας· κι ο ένας με τον άλλον παράβγαιναν στο βάδισμα
και κάνανε διαγωνισμό ποιος θα περάσει πρώτος. Και δρόμο αφήναν πίσω τους σπρώχνοντας τα υποζύγια πιο γρήγορα να πάνε.
Και, βέβαια, να ήσουνα από καμιά μεριά να βλέπεις τον Ιακώβ πώς πήγαινε!
Ψηλά στη μέση έζωσε το κάτω τού χιτώνα ‒ελεύθερα για τρέξιμο του γέροντα τα πόδια!‒ κι είχε στο χέρι το ραβδί και βάδιζε με βιάση
λες κι ήθελε σ’ αγώνισμα πρώτος να τερματίσει και ρώταγε τους γύρω του τα
«πόσο ακόμα θέλει» κι «αν είναι ακόμα μακριά». Καμαρωτός περπάταγε,
το βλέμμα είχε στραμμένο μονίμως προς στον ουρανό και φώναζε στο δρόμο:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
λθ’. Όταν λοιπόν κατέφθασαν στην Αίγυπτο, επιτέλους, ο άρχοντας τους δέχτηκε κι απ’ τη χαρά του την πολλή έλαμπε σαν τον ήλιο.
Ρίχτηκε μες στην αγκαλιά του γέρου του πατέρα και τον καταφιλούσε κι έτρεχαν απ’ τα μάτια του τα δάκρυα ποτάμι.
«Με δάνεισες», του έλεγε, «πατέρα στον Θεό σου
»κι εγώ με τις ευχές σου κοίτα με πώς καρποφορώ!
»Ό,τι κεφάλαιο δάνεισες, διπλό και με τον τόκο το βρήκες τώρα εδώ ξανά να στέκεται εμπρός σου».
Και δακρυσμένος τότε του απάντησε ο γέροντας και φωναχτά του είπε: «Πες μου από πού ξεπρόβαλες ήλιε μου εσύ και λάμπεις; Από τη γη ξεφύτρωσες ή μήπως απ’ τα ουράνια;
»Γύρισες από τους νεκρούς ή μήπως απ’ τους ζώντες; Σαν ποιο θηρίο σ’ έβγαλε μέσα από την κοιλιά του;
»Αυτά είναι τ’ απίστευτα τα θαύματα του Πλάστη! Γιατί είναι ο μοναδικός Θεός·
»Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
μ’. Ελάτε τώρα με ψαλμούς να υμνήσουμε τον Κτίστη, τον Πλάστη και Δημιουργό ολάκερης της κτίσης που τέτοια, ωραία, θαυμαστά πάντοτε μας χαρίζει.
Γιατί, μας περιθάλπει πάντοτε έτσι, στοργικά, με τόση ευσπλαχνία, όταν παρακαλέσουμε θερμά για το έλεός Του.
Όλοι εμείς οι άνθρωποι, τη σωφροσύνη, πράγματι, θα πρέπει να ποθούμε,
με ζήλο προσπαθώντας να μοιάσουμε στον Ιωσήφ σε όλα του, στα πάντα.
Ας αναλογιστούμε το τι μας αποφέρει μες στη ζωή η εγκράτεια
κι αντίθετα, τι προξενεί πάντα η ακολασία.
Η μία μεν μας προσκαλεί προς την αιώνια ζωή,
η δε άλλη, μας στέλνει ευθεία προς στην κόλαση. Γι’ αυτό ας αποφύγουμε την κάθε ακολασία,
πάντοτε προσευχόμενοι χωρίς να αμελούμε· κι ας το βροντοφωνάζουμε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».

















