Η Τουρκία από της ιδρύσεώς της, το 1923, υιοθέτησε μια σκληρή πολιτική άρνησης των Κούρδων, ακολουθώντας επί έναν ολόκληρο αιώνα πεισματικά μεθόδους φυσικής εξόντωσης πολιτισμικής αφομοίωσής τους. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι υπήρχαν περίοδοι που πλήρωνες πρόστιμο ανάλογα με τις κουρδικές λέξεις που τολμούσες να προφέρεις – δηλαδή, μία λέξη π.χ. 10 γρόσια, δέκα λέξεις 100 γρόσια. Επίσης, μέχρι και σήμερα απαγορεύονται σε πολλές περιπτώσεις τα κουρδικά ονόματα, ενώ δεν έχει παραχωρηθεί στα 25 εκατομμύρια Κούρδων ούτε καν το δικαίωμα εκπαίδευσης στη μητρική τους γλώσσα.
Το τουρκικό κράτος ακολούθησε πολιτική καταστροφών και σφαγών κατά των Κούρδων ειδικά μετά το 1984, χρονολογία έναρξης του ένοπλου αγώνα του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (ΡΚΚ).
Από το 1984 μέχρι το 1999, χρονολογία σύλληψης του ηγέτη του ΡΚΚ Αμπντουλάχ Οτζαλάν, ο τουρκικός στρατός και οι αρχές ασφαλείας έκαψαν 4.500 χωριά και ανάγκασαν σε εκπατρισμό εκατομμύρια Κούρδους, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τα Άδανα και αλλού.
Η πολιτική άρνησης των Κούρδων συνεχίστηκε αδιάλειπτα από το τουρκικό κράτος μέχρι την εισβολή της Χαμάς στο νότιο Ισραήλ, η οποία έδωσε την ευκαιρία στο Ισραήλ να ξεδιπλώσει τη στρατηγική του για την περιοχή.
Τότε η Τουρκία διαπίστωσε ότι σε στρατηγικό επίπεδο το Ισραήλ άρχισε να εργάζεται για την κατασκευή μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής, με τον εαυτό του ως ηγεμόνα στο κέντρο της. Αυτή η ανάγνωση δεν βασιζόταν μόνο σε συμπεράσματα, αφού ο ίδιος ο Νετανιάχου το έχει δηλώσει δημόσια –και μάλιστα περισσότερες από μία φορές–, κηρύσσοντας ανοιχτά τη φιλοδοξία του να επανασχεδιάσει το χάρτη της Μέσης Ανατολής και να χτίσει μια νέα περιφερειακή τάξη.
Η λογική αυτού του σχεδίου περνούσε αρχικά μέσα από το μετασχηματισμό του Ιράν, που είχε ως στόχο το καθεστώς της Τεχεράνης και τους πληρεξουσίους του στην περιοχή. Εκεί η Τουρκία είδε ότι μετά το Ιράν, θα ακολουθήσει η σειρά της.
Αυτός ήταν ο λόγος που το τουρκικό κράτος, ο στρατός και η κυβέρνηση, γνωρίζοντας ότι η «Αχίλλειος Πτέρνα» είναι οι Κούρδοι, και ότι από εκεί θα επιχειρούσε να αρχίσει το Ισραήλ το «ξήλωμα» της Τουρκίας, άρχισαν να εξετάζουν το ενδεχόμενο ριζικής αλλαγής πολιτικής στο Κουρδικό.
Έτσι ερμηνεύεται η στροφή του Ντεβλέτ Μπαχτσελί, που είναι ο εκπρόσωπος του βαθέος κράτους και ο εξισορροπητικός παράγοντας στο πολιτικό σύστημα. Στις 22 Οκτωβρίου 2024, στην ομιλία του στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης (MHP), κάλεσε τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν, ο οποίος είναι από το 1999 στη φυλακή και ήταν επί δεκαετία σε απόλυτη απομόνωση, να πάει στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας και να μιλήσει στη συνεδρίαση της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος DEM που εκπροσωπεί κυρίως του Κούρδους.
Έτσι το τουρκικό κράτος, για να αφαιρέσει από το Ισραήλ το «χαρτί» του Κουρδικού, κάλεσε τον μέχρι χθες εχθρό, Οτζαλάν, να κάνει μια ιστορική συμφωνία με την Τουρκία.
Αυτή η επιχειρούμενη σύγκλιση δεν θα πρέπει να παρεξηγηθεί, ως απόδειξη ότι ο Οτζαλάν ενεργεί εξ ονόματος της Τουρκίας. Αντίθετα, μετά από δεκαετίες ένοπλης σύγκρουσης, ο Κούρδος ηγέτης προσπαθεί να εκμεταλλευθεί την αδυναμία της Άγκυρας για να πετύχει τα δικαιώματα για τα οποία πολεμούσε το ΡΚΚ από το 1984.
Το θέμα της επιχειρούμενης στρατηγικής σύγκλισης Κούρδων-Τουρκίας θα το αναλύσουμε σε άλλο άρθρο μας. Επί του παρόντος θα προσπαθήσουμε να την εντάξουμε στους ενεργειακούς σχεδιασμούς του Τραμπ που έχει αναλάβει να υλοποιήσει ο Τομ Μπάρακ, πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα και προεδρικός απεσταλμένος στο Ιράκ και τη Συρία.
Η Τουρκία, μέσω της κρατικής εταιρείας πετρελαίου ΤΡΑΟ, μετά από έναν αιώνα «επιστρέφει» στο Κιρκούκ μέσω της εξαγοράς του 15% του φιλόδοξου σχεδίου εκσυγχρονισμού και εκμετάλλευσης των πετρελαϊκών πεδίων της πόλης του Βορείου Ιράκ, όπου τον πρώτο λόγο έχει η ΒΡ με 43%, και τον δεύτερο η αμερικανική ConocoPhillips.
Η κίνηση αυτή της Άγκυρας εντάσσεται στο νέο στρατηγικό δόγμα που επιχειρεί να εφαρμόσει η Ουάσινγκτον στην περιοχή· περιγράφεται με το τρίγωνο Ιράκ-Συρία-Τουρκία, με το οποίο μεταθέτει το βάρος της εκτέλεσης στους περιφερειακούς εταίρους μέσω της ενέργειας και των υποδομών.
Η διπλωματική αρχιτεκτονική δείχνει το ίδιο. Σύμφωνα με το The National Context, δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι ο Τομ Μπαράκ, που υπηρετεί ταυτόχρονα ως πρέσβης των ΗΠΑ στην Άγκυρα και ως ειδικός απεσταλμένος του προέδρου των ΗΠΑ για τη Συρία και το Ιράκ, περιέγραψε τις τρεις χώρες που αναλαμβάνουν τον διευρυμένο ρόλο ως «το στρατηγικό στήριγμα» στο οποίο στηρίζεται η περιφερειακή σταθερότητα, απαιτώντας ένα ενιαίο συνεπές αμερικανικό σημείο επαφής.
Η γραφειοκρατική λεπτομέρεια έχει σημασία: η Συρία και το Ιράκ έχουν συνδεθεί με το χαρτοφυλάκιο του πρέσβη που κατοικεί στην Τουρκία και όχι το αντίστροφο, γεγονός που τοποθετεί την Άγκυρα στο διοικητικό κέντρο της βόρειας Μέσης Ανατολής, για την Ουάσινγκτον.
Ο οικονομικός φάκελος ταιριάζει με τον διπλωματικό. Η κοινή δήλωση ΗΠΑ-Ιράκ τον Ιούνιο ενέκρινε την αποκατάσταση του αγωγού Κιρκούκ-Μπανιγιάς προς τη Μεσόγειο. Η συμφωνία για τον αγωγό που διασυνδέει το Ιράκ και τη Συρία υπογράφηκε στην αμερικανική πρωτεύουσα αυτόν το μήνα και αναθέτει σε μια κοινοπραξία υπό την ηγεσία των ΗΠΑ την ευθύνη για το τεχνικό και οικονομικό σκέλος του έργου.
Ο κοινός σκοπός των βόρειων και δυτικών διαδρόμων είναι η μείωση της ιρακινής εξάρτησης από το Στενό του Ορμούζ.
Σε αυτή την αρχιτεκτονική εντάσσεται και η κοινοπραξία εταιρειών Βρετανίας-ΗΠΑ-Τουρκίας για τα κοιτάσματα του Κιρκούκ. Το μερίδιο κατανέμει τους ρόλους με ακρίβεια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέχουν τη στρατηγική ομπρέλα, οι αμερικανικές και βρετανικές εταιρείες παρέχουν κεφάλαια και εταιρική οργάνωση, η Τουρκία παρέχει γεωγραφία, υποδομές και περιφερειακή πρόσβαση, και το Ιράκ διατηρεί την κυριαρχία και την κυριότητα του πόρου.
Το 85% που κατέχουν από κοινού η BP και η ConocoPhillips ορίζει επίσης το ανώτατο όριο της τουρκικής συμμετοχής. Η TPAO εισάγεται επειδή το τουρκικό έδαφος, τα λιμάνια και οι αγωγοί καθιστούν την Άγκυρα την απαραίτητη βόρεια διεπαφή, και η δομή των μετοχών διασφαλίζει ότι η ενσωμάτωση σταματά πολύ πριν από τον έλεγχο.
Αυτό συνάδει με το επιχείρημα που λέει ότι η τουρκική ισχύς στην περιοχή λειτουργεί μέσω διαδρόμων, γεωγραφίας υποδοχής και δικαιωμάτων έγκρισης και όχι μέσω της κυριότητας των αποτελεσμάτων.

















