Η φετινή Πρωτομαγιά δεν επιστρέφει μόνο στη μνήμη. Επιστρέφει με πρόσωπα. Για πρώτη φορά, άγνωστες μέχρι πρόσφατα φωτογραφίες από το Σκοπευτήριο της Καισαριανής φέρνουν στο φως τις μορφές των 200 εκτελεσμένων της 1ης Μαΐου 1944, μετατοπίζοντας την ιστορική αφήγηση από το συλλογικό στο απτό – το υλικό, από τη Συλλογή Χόιερ, ανήκει πλέον στο ελληνικό Δημόσιο.
Ανάμεσα σε αυτές, ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης, ο άνθρωπος που αρνήθηκε να σωθεί και διάλεξε να σταθεί στον τοίχο μαζί με τους συντρόφους του.
Γεννημένος στην Προύσα το 1909 και πρόσφυγας μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Ναπολέων Σουκατζίδης ανήκε σε εκείνη τη γενιά που βρέθηκε απότομα στην κοινωνική επισφάλεια της μεσοπολεμικής Ελλάδας. Εργάτης, συνδικαλιστής, πολύγλωσσος, έγινε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου κάτι πολύ περισσότερο από διερμηνέας: σημείο αναφοράς για τους κρατούμενους, ένας άνθρωπος εμπιστοσύνης μέσα σε έναν χώρο φόβου.
Η παρουσία του ανάμεσα στους 200 δεν είναι μόνο μια πράξη προσωπικής αυτοθυσίας. Είναι και μια συμπύκνωση της ίδιας της κοινωνικής σύνθεσης της Αντίστασης. Όπως επισημαίνει ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες αποτέλεσαν «τη ραχοκοκαλιά του ΕΑΜικού αντιστασιακού κινήματος στην Αθήνα», καθώς συνιστούσαν το πολυπληθέστερο και πιο συμπαγές τμήμα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων της πόλης. Ξεριζωμένοι, οικονομικά αποδυναμωμένοι και συχνά περιθωριοποιημένοι, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της Αντίστασης – και, κατ’ επέκταση, και της θυσίας.

Ξημερώματα Πρωτομαγιάς του 1944, στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, διαβάστηκε η λίστα των 200 που θα εκτελούνταν ως αντίποινα για την ενέδρα στους Μολάους. Το όνομα του Σουκατζίδη ήταν ανάμεσα σε αυτά. Ο διοικητής του στρατοπέδου τού έδωσε μια δυνατότητα που δεν δόθηκε στους υπόλοιπους: να εξαιρεθεί. Να ζήσει. Εκείνος αρνήθηκε. Δεν δέχτηκε να σωθεί αν αυτό σήμαινε ότι κάποιος άλλος θα έπαιρνε τη θέση του στον τοίχο της Καισαριανής.
Η ιστορία του Σουκατζίδη έφτασε στις επόμενες γενιές και μέσα από τη γραφή ενός άλλου πρόσφυγα. Ο σπουδαίος χρονογράφος, συγγραφέας και δημοσιογράφος Δημήτρης Ψαθάς, ποντιακής καταγωγής, στο βιβλίο Αντίσταση κατέγραψε λογοτεχνικά τη στιγμή της επιλογής και της θυσίας. Το όνομα του Σουκατζίδη αποδίδεται «Τσουκατζίδης».
Το απόσπασμα
Κι εκεί στο Χαϊδάρι…
Διακόσια ονόματα φωνάζει ο στρατοπεδάρχης. Οι Ακροναυπλιώτες. Άνθρωποι που λιώσαν στα μπουντρούμια και τις εξορίες της Τετάρτης Αυγούστου, που δεμένους χειροπόδαρα τους άφησε στον Γερμανό.
— Ναπολέων Τσουκατζίδης!
Βγαίνει κι ο Ναπολέων. Και ο στρατοπεδάρχης κομπιάζει μπροστά σ’ αυτόν τον ήρωα που μιλά εφτά γλώσσες και δέχεται μέσα στο Χαϊδάρι με θεϊκή γαλήνη τα μαρτύρια και κρατά στις καρδιές των μαρτύρων αναμμένη τη φλόγα της ελπίδας και του αγώνα.
— Όχι εσύ, Ναπολέων!
— Γιατί όχι εγώ;
— Εσύ δεν θα τουφεκιστείς.
— Και πόσους θα τουφεκίσετε, αν εξαιρεθώ εγώ;
— Διακόσιους.
— Όχι. Δεν δέχομαι κανένας να μ’ αντικαταστήσει. Είμ’ Έλληνας!
Επιμένει ο στρατοπεδάρχης. Αλύγιστος ο Ναπολέων. Και βγαίνουν έξω απ’ τον σωρό οι διακόσιοι και στήνουν χορό:
Έχε γεια, καημένε κόσμε,
έχε γεια, γλυκειά ζωή!
Βλέπει ο Γερμανός στρατοπεδάρχης τούτους τους διακόσιους που απάνω τους βαραίνει ο ήσκιος του θανάτου να χορεύουν, να τραγουδούν και ν’ αποχαιρετάνε τους συντρόφους τους – σαστίζει. Τι είναι τούτο δω; Αντηχεί ο αέρας από αντάρα αντρίκια:
— Έχετε γεια, παιδιά.
— Ζήτω η Ελλάδα!
— Σαν άντρες θα πάμε!
Και τους ανεβάζουν σ’ αυτοκίνητο – σωρό. Κι είναι Πρωτομαγιά. Κι είναι γλυκός ο πρωινός αέρας, ολόχρυση η αυγή κι ο Υμηττός κεντιέται με χρυσάφι. Σπαθίζουν τον αέρα τα χελιδόνια της Αθήνας κι οι νεραντζιές μοσχοβολάνε. Κι είναι νέα παιδιά όλοι, άντρες στην άνθησή τους κι έχει κρυμμένες μύριες χαρές η ζωή. Κι εκεί στο σφαγείο στήνονται τα πολυβόλα για το μεγάλο μακελειό. Μαζί θα πέσει κι ο Ναπολέων, που ένα «ναι» να ’λεγε του Γερμανού είχε γλυτώσει.
Αρχίζει το κακό.
Έτοιμα είν’ τα πολυβόλα. Κι έτοιμοι οι Γερμανοί για τη σφαγή. Έτοιμος ο λάκκος για να πέσουν τα κουφάρια. Κι αυτοί μπροστά εκεί, στο δέος του πιο φριχτού θανάτου, στητοί, με μάτι που αστράφτει τραγουδάνε:
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή…
Κροταλίζουν τα πολυβόλα. Και θερίζουν. Και πέφτουν κόκκινο τα κορμιά. Και στήνονται άλλα. Και σωριάζονται κι αυτά. Σείεται ο τόπος από χαλασμό κι αντάρα, παγώνει το αίμα στις φλέβες εκείνων που ακούν την ανείπωτη σφαγή. Βροντούν τα πολυβόλα. Κι ακούγονται φωνές:
— Ζήτω η Ελλάδα!
Πλάθεις με το μυαλό σου την εικόνα. Γύρω-τριγύρω το αίμα αχνιστό. Πεσμένα τα κουφάρια τα εν’ απάνω στ’ άλλο. Πέρα οι σκύλοι, με τα κράνη πίσω απ’ τα πολυβόλα που ξερνούν φωτιά. Το δάχτυλο στην σκανδάλη. Κι ανάμεσα σε τούτους τους μακάβριους σωρούς, αντίκρυ στις κάννες –ένα δευτερόλεπτο και θα σβήσει γύρω σου το παν– να τραγουδάς τον Εθνικό σου Ύμνο! Ω, άγια φωτιά της Λευτεριάς που καις μέσα στα πάναγνα στήθια του ανώνυμου κι άγνωστου λαού!
— Ποιοι ήσαν;
Ποτέ δεν έδωσαν κατάλογο των ονομάτων τους οι Γερμανοί. Μαθαίνουμε μερικούς. Ωστόσο στη ματωμένη ιστορία της Αντίστασης του Έθνους μένουν όλοι μ’ ένα όνομα μέσα στη μνήμη και την καρδιά του πονεμένου αυτού λαού. Οι Διακόσιοι της Πρωτομαγιάς. Βουβή και πικραμένη τούς κλαίει η αγωνιζόμενη Αθήνα. Οι Διακόσιοι Άγιοι που μαρτύρησαν μαζί –κοντά σ’ άλλους χιλιάδες– σε τούτο τον υπέρτατο αγώνα για την τιμή και την αξιοπρέπεια του ανθρώπου.

















