«Από μικρός, πιο πολύ προσπαθούσα να κάνω τους άλλους να γελάσουν – και αισθάνομαι όμορφα όταν το καταφέρνω». Τάδε έφη ο Πάνος Βλάχος, ή αλλιώς ο «Κύριος sold out» όπως τον λένε τα τελευταία χρόνια στο θέατρο.
Χαρακτηριστικό… δείγμα της γενιάς του, που καταπιάνεται με πολλά και που παράλληλα επιβιώνει σε ένα διαφορετικό σύμπαν, με τα social να γίνονται μέγγενη αν δεν ξέρεις να τα χρησιμοποιείς, ή να σε εξυπηρετούν στη δουλειά σου. Και είναι από μια γενιά ηθοποιών που ούτε δαιμονοποιεί την τηλεόραση, ούτε όμως την κάνει μπούσουλα καριέρας.
Ο Πάνος Βλάχος λοιπόν –που έχει γενέθλια σήμερα–, σιγά-σιγά και διακριτικά κατάφερε να κερδίσει το κοινό.
Και σαν ηθοποιός και σαν μουσικός, χωρίς την υστερία του πολυτάλαντου και έχοντας μια διακριτική σχέση με τα ΜΜΕ – και όσο περνάνε τα χρόνια γίνεται ακόμα πιο διακριτική. Και τότε, πώς γεμίζουν οι παραστάσεις που παίζει με κόσμο, ο οποίος βγαίνει από το σπίτι του, καταναλώνει χρόνο και χρήμα για να τις δει; Γιατί στα χρόνια του like –που στην τελική είναι και τζάμπα–, το γεμάτο θέατρο κάτι λέει.
Τα χρόνια πριν από τη μεγάλη στροφή
Η καταγωγή του είναι από την Καλοσκοπή Φωκίδας, όμως γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βούλα. Ο ίδιος θυμάται ότι από πιτσιρικάς ήταν φουλ στην ενέργεια, και έτσι στράφηκε στον αθλητισμό και στη μουσική.
Για υποκριτική τίποτα, αν και όπως έχει πει η μητέρα του τον πήγαινε σε παραστάσεις, και δη όχι στις εμπορικές.
Σαν αθλητής ασχολήθηκε με το τρίαθλο αλλά και με το ποδόσφαιρο – τώρα αγαπά τους αγώνες αντοχής, μαραθώνιους και ημιμαραθώνιους. Σε ό,τι αφορά το ποδόσφαιρο, γύρω στα 19 του κατάλαβε ότι δεν πήγαινε πολύ μπροστά επαγγελματικά. Και το άφησε. Άλλωστε είχε ήδη περάσει στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά, απ’ όπου πήρε πτυχίο στα Οικονομικά.
Πολύ γρήγορα μπήκε σε μια ναυτιλιακή εταιρεία, όμως δεν ήταν αυτό που ήθελε.
Ο ίδιος έχει πει για εκείνη την περίοδο: «Πριν από την υποκριτική, ήμουν ένας άνθρωπος με πολλή ενέργεια που δεν ήξερε πού να την διοχετεύσει. Δεν ακολούθησα αυτό που σπούδασα, γιατί δεν μπορούσα να εκφραστώ μέσα από αυτό. Ήμουν σε μια περίοδο που δεν ήξερα με τι ήθελα να ασχοληθώ και πήγαινα όπου με πήγαινε η ζωή. Έπρεπε να περάσω από αυτή τη διαδικασία, έμαθα πολλά, και από την ενασχόλησή μου με τη ναυτιλία και από τις σπουδές μου εκτός υποκριτικής. Δεν ήταν χαμένος χρόνος. Είμαι ευγνώμων που πέρασα από όλα αυτά».

Δουλεύει λοιπόν στη ναυτιλιακή εταιρεία και στον ελεύθερο χρόνο του… ψάχνεται. Και με αυτό το ψάξιμο βρέθηκε σε μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα του Δήμου Βούλας.
Εκεί τον είδε ο παραγωγός Βασίλης Χριστομόγλου και τον σύστησε στον Νίκο Καλογερόπουλο. Μια κομβική στιγμή που έκανε τον νεαρό Πάνο να παραιτηθεί από την δουλειά του και να ακολουθήσει το θίασο του Καλογερόπουλου σε περιοδεία με την παράσταση Οι κυνικοί ξανάρχονται.
«Ο Καλογερόπουλος με έμπλεξε με το κομμάτι της δημιουργίας, όχι μόνο της υποκριτικής, της δημιουργίας γενικότερα – της μουσικής, της συγγραφής, της σύνθεσης. Δεν είχα ξανασυναντήσει ομάδα ανθρώπων που έγραφαν τραγούδια, έπαιζαν μουσικά όργανα, μάθαιναν καινούργια. Μπήκα μέσα σε αυτό και δημιουργήθηκε ένας πυρήνας που αργότερα άρχισε να γεννάει και αυτός πράγματα. Αν δεν είχα περάσει από αυτό, δεν θα είχα φανταστεί ότι θα ήθελα να γράφω τραγούδια και να συνθέτω, εκτός από το να ερμηνεύω ρόλους», έχει πει σε συνέντευξή του.

Όσον αφορά τη «γέφυρα» μεταξύ της προηγούμενης δουλειάς του και αυτής που τότε ξεκινούσε, είπε πρόσφατα: «Δούλεψα στα ναυτιλιακά περίπου 1,5 χρόνο, αλλά το μυαλό μου δεν ήταν εκεί. Ταυτόχρονα μάθαινα ξένες γλώσσες, έπαιζα ποδόσφαιρο και έκανα θέατρο ερασιτεχνικά. Εκεί με είδαν και ξεκίνησα να παίζω θέατρο πριν σπουδάσω θέατρο. Με είδαν να παίζω στην ερασιτεχνική παράσταση και μετά από δέκα μέρες παραιτήθηκα από τη δουλειά μου και όλα τα υπόλοιπα έγιναν σαν να ήταν χθες».
Αμέσως μετά το τέλος της περιοδείας, ο Πάνος Βλάχος γράφεται στη δραματική σχολή του Γιώργου Αρμένη. Και έτσι περνάει και στην τηλεόραση. Ακολούθησαν εμφανίσεις σε τηλεοπτικές σειρές και άρχισε να γίνεται όνομα.
Ειδικά με τους «Βασιλιάδες» έκανε μεγάλη επιτυχία, υποδυόμενος τον γιο του Κώστα Κόκλα. Τότε για τις ανάγκες του ρόλου έκανε τα μαλλιά του ράστα. Από το άγχος του το πρώτο βράδυ δεν μπόρεσε να κοιμηθεί.
Ακολούθησε το «Μην αρχίζεις την μουρμούρα» όπου μαζί με την Ιωάννα Τριανταφυλλίδη υποδύθηκαν το νεαρό ζευγάρι. Εκεί προέκυψε έρωτας – και όχι μόνο έμειναν μαζί για μια δεκαετία περίπου, αλλά πήγαν μαζί στην Αμερική για να κυνηγήσουν το όνειρο μιας διεθνούς καριέρας. (Παρόλο που στην Ελλάδα ήδη είχε κάνει πολλά πράγματα, όπως όταν υποδύθηκε τον Ξανθία στους Βάτραχους του Αριστοφάνη που ανέβασε το 2014 στην Επίδαυρο ο Γιάννης Κακλέας.)
Τα χρόνια στην Αμερική
Σε ερώτηση για την εμφάνισή του και πόσο τον βοήθησε, ο Πάνος Βλάχος δηλώνει: «Ενδεχομένως η εμφάνιση να με έχει κάπου βοηθήσει, και ίσως κάπου αλλού, πιο προσωπικά, να με έχει δυσκολέψει. Στα χρόνια της δραματικής σχολής η εμφάνισή μου ήταν εμπόδιο για να με δουν σαν σοβαρό ηθοποιό. Οπότε… Στην Αμερική με βοήθησε – να παίξω σε ένα βιντεοκλίπ, ας πούμε, να κάνω μια διαφήμιση. Μην γελιόμαστε όμως: Μια ωραία εμφάνιση φυσικά και είναι βοηθητική».
Στην Αμερική όμως δεν έκανε μόνο μια διαφήμιση και μια εμφάνιση σε βιντεοκλίπ. Έπαιξε σε σειρές, όπως στο «Σελένα», αλλά και στο θέατρο στο Μίστερο Μπούφο του Ντάριο Φο. Αρχικά, ανέβηκε στο «Balcony» της Νέας Υόρκης, και από τα μέσα του 2017 συνέχισε στο Fringe Festival του Χόλιγουντ. Επίσης, έδωσε και συναυλία στη Νέα Υόρκη μαζί με τους Lauren Wright και Peyton Tucker, στον μουσικό χώρο «Silvana Harlem».
«Μετά την Αμερική μετακινήθηκε ο εγωισμός μου», ανέφερε σε πρόσφατη συνέντευξή του. Το γιατί είναι απλό: Στη χώρα μας ήταν γνωστός. Στην Αμερική ήταν άλλος ένας ηθοποιός που προσπαθούσε να βρει δουλειά.
Οι άβολες στιγμές
Όταν του ανέφεραν πως με το όνομά του στο Google βγαίνουν δημοσιεύματα για την προσωπική του ζωή, απάντησε: «Μακάρι πατώντας το όνομά μου να έβγαιναν το βιογραφικό μου, δέκα δουλειές μου και τρεις συνεντεύξεις για τα όνειρα μου».
Την περίοδο που ήταν με την Ιωάννα Τριανταφυλλίδη είδε τον εαυτό του εξώφυλλο, και όπως φάνηκε δεν αισθάνθηκε και ιδιαίτερα χαρούμενος. Παρ’ όλα αυτά, τον πέρασε και αυτόν το σκόπελο χωρίς απώλειες.

Τον Φεβρουάριο του 2024 σε ένα live του τραγουδώντας ένα παλιό ρεμπέτικο αλλάζοντας τους στίχους είπε: «Μέσα σε έναν σάκο βάλτε Άδωνι και Πορτοσάλτε» – και έγινε χαμός. Ο δημοσιογράφος απείλησε πως θα κινηθεί νομικά, ενώ ο υπουργός είχε υποστηρίξει ότι το μείζον ήταν το ενδεχόμενο να εκλάβουν κάποιοι τον επίμαχο στίχο ως μήνυμα μίσους, να στοχοποιήσουν τα δύο αναφερόμενα πρόσωπα και να προβούν ακόμη και σε βίαιες ενέργειες.
«Έγραψα το στίχο για τον Άδωνι Γεωργιάδη και τον Άρη Πορτοσάλτε γιατί είμαι άνθρωπος, δεν είμαι βόδι, δεν είμαι ασυγκίνητος. Εμένα η τέχνη μου και ύπαρξή μου έχει να κάνει με το πώς αισθάνομαι για τα πράγματα. Όταν διαφωνείς με κάποιον, δεν τον πετάς στα σκουπίδια, τον σατιρίζεις όμως, τον καυτηριάζεις, τον γελοιοποιείς, τον μετακινείς και τον προκαλείς. Ειδικά όταν μιλάς για κάποιον που έχει την εκατονταπλάσια δύναμη, πορεία και χρηματική πλάτη από εσένα. Δεν θα κάνω μάθημα στιχουργικής», είχε απαντήσει κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής συνέντευξης.
Στην ίδια συνέντευξη είχε ρωτηθεί για έτερο… σκάνδαλο. Συγκεκριμένα, κάποια site είχαν αναφέρει ότι το πουκάμισο που φορούσε σε μια του συναυλία κόστιζε 885 ευρώ.
«Αυτό που είπα επί σκηνής και δεν παίχτηκε –γιατί δεν ακολουθεί το αφήγημα– είναι πως όταν ένας άνθρωπος στη χώρα βγάζει χρήματα είναι δεξιός και όταν δεν βγάζει είναι αριστερός. Όταν προσέχει τι φοράει είναι ψώνιο και όταν φοράει ό,τι θέλει είναι αναρχοαυτόνομος. Και ποτέ δεν τον ρωτάνε αν είναι άνθρωπος – και αν μπορεί ένας άνθρωπος που συγκινείται με τη σημαία να μην είναι φασίστας και ένας άνθρωπος που κατεβαίνει στις πορείες να μην θέλει να σπάσει την Αθήνα».
«Είμαι υπέρ του γάμου – των άλλων»
Αν και του έχουν… απονείμει τον τίτλο του επιδραστικού καλλιτέχνη, ο ίδιος όχι μόνο δεν το δέχεται αλλά βαριέται και αυτούς που έχουν άποψη για όλα και θεωρούν τον εαυτό τους από διανοούμενο και πάνω. «Ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από life coachers και από ανθρώπους που κουνάνε το δάχτυλο» έχει πει.
Μεταξύ αστείου και σοβαρού, και καταρρίπτοντας το μύθο του ωραίου, έχει παραδεχτεί ότι σε περιοδεία του στην περιφέρεια καμία κοπέλα δεν τον φλέρταρε. Όσον αφορά το θεσμό του γάμου, έχει δηλώσει: «Είμαι υπέρ του γάμου. Των άλλων»
Πιστεύει ότι πρώτα απ’ όλα είναι ηθοποιός που ασχολείται και με τη μουσική. Παλιά ντρεπόταν να πει ότι γράφει τραγούδια. «Με κούνησε η δυσκολία του να δημιουργήσω κάτι» εξομολογήθηκε. Εξού και πρώτα κυκλοφόρησε τον πρώτο του δίσκο (Παιχνίδια των παιδιών, 2015) και ύστερα έκανε μαθήματα στη σύνθεση.
Στο θέατρο είναι πλέον στην πρώτη γραμμή των ηθοποιών, ειδικά μετά από δύο απανωτές επιτυχίες: Τον Τυχαίο θάνατο ενός αναρχικού και τις τελευταίες δύο σεζόν τον Δον Ζουάν που έστησε με τη Λητώ Τριανταφυλλίδου με την οποία γνωρίστηκαν στα χρόνια της Αμερικής.
Όταν τον χαρακτηρίζουν o «Kύριος sold out» δεν αισθάνεται και ιδιαίτερα χαρούμενος, καθώς όπως υποστηρίζει, «είμαστε ηθοποιοί και καλλιτέχνες, αλλά πρώτα απ’ όλα είμαστε άνθρωποι. Δεν είμαστε άλογα στον ιππόδρομο. Και όμως, καμιά φορά μας αντιμετωπίζουν έτσι: πρέπει πριν καν ξεκινήσει η παράσταση να έχεις ήδη αποδείξει ότι θα πετύχει, ότι μέχρι τον Δεκέμβριο θα είναι sold out, ότι έχεις κερδίσει το στοίχημα.
Κάπου εκεί χάνεται η ουσία.».
Πιστεύει ότι η πορεία του μέχρι τώρα δεν ήταν μια ευθεία γραμμή, ενώ για την εικόνα του επαναστάτη που πολλοί του αποδίδουν, λέει: «Κατά κανόνα προσπαθώ να διαμαρτύρομαι με τον τρόπο που ζω. Ο ειλικρινής τρόπος που περνάω τη μέρα μου, που μιλάω με τους φίλους μου, που ερωτεύομαι, που δουλεύω, που περπατάω στο δρόμο, που ζω σε κοινωνικά σύνολα, που οδηγώ το αυτοκίνητο, τη μηχανή, το ποδήλατό μου, το πώς υπάρχω και πώς δημιουργώ είναι μια μορφή προσωπικής διαμαρτυρίας και αναζήτησης».
Όσο για τη στάση ζωής του, υποστηρίζει το εξής: «Επιβιώνουμε όταν έχουμε λεφτά, το θέμα είναι αν ζούμε. Εμένα με ενδιαφέρει να ζω. Να υπάρχω τη στιγμή αυτή, να μην σκέφτομαι τι έχω και τι δεν έχω, να απολαμβάνω ό,τι μπορώ να δημιουργήσω ή ό,τι μου δίνεται, να συνεισφέρω στον άλλο άνθρωπο, να έχω όραμα, να έχω κάπου να πάω, να έχω έναν στόχο, αυτό είναι ζωή, είναι δημιουργία. Ενώ το “επιβιώνω” σημαίνει είμαι εδώ από τύχη, ό,τι μου πετάξουν θα το πάρω, για να έρθει η επόμενη μέρα και μετά η επόμενη και η επόμενη».
Σπύρος Δευτεραίος
















