«Ποτέ δεν είχα καμία ματαιοδοξία. Από μικρή. Το μόνο που με νοιάζει είναι το σώμα μου, να είναι λεπτό και γερό». H Θέμις Μπαζάκα είναι από τις ηθοποιούς που για πολλά χρόνια, σχεδόν δεκαετίες, της είχαν δίπλα στο όνομά της το χαρακτηρισμό «κινηματογραφική». Όχι εντελώς λάθος βέβαια, αφού στην ουσία συστήθηκε και επιβλήθηκε μέσα από τις ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστούσε. Και όχι μόνο, καθώς για τις ερμηνείες της βραβευόταν, δικαίως.
Στην πορεία, όμως, απέδειξε ότι είναι ηθοποιός και για το θέατρο και για την τηλεόραση.
Και δυστυχώς, στη χώρα μας, τα τελευταία 50 και χρόνια, ένας ηθοποιός δεν μπορεί να σταθεί μόνο με τον κινηματογράφο, λόγω του ισχνού αριθμού ταινιών που γυρίζονται και που πολλές φορές, δυστυχώς, δεν φτάνουν ούτε στις αίθουσες.

Η Μπαζάκα λοιπόν επιβλήθηκε με τον κινηματογράφο και σιγά-σιγά, διακριτικά θα λέγαμε, πέρασε και από το σανίδι. Και εκεί βίωσε όλες τις ηλιακιακές φάσεις που μπορεί να ερμηνεύσει ένας ηθοποιός. Και μέσα από αυτές έδειξε τι σημαίνει ηθοποιός ρεπερτορίου και υπολογίσιμη δύναμη.
Και το…μεγάλωμά της, συνδυάστηκε με τους κατάλληλους ρόλους. Έστω και αν οι περισσότεροι ρόλοι που την καταξίωσαν, είχε σαν χαρακτήρες το προφίλ μιας σκληρής γυναίκας
«Εγώ είμαι περισσότερο φευγάτη παρά ρεαλίστρια. Είμαι ρομαντική, ο κόσμος δεν μπορεί να το δει αυτό γιατί έχω μια εικόνα της πολύ δυνατής και κάπως πιο αυταρχικής –έτσι είναι και οι ρόλοι που μου δίνουν. Καμία σχέση, μέσα μου είμαι βούτυρο. Παραμυθιάζομαι, φαντασιώνομαι, και η πραγματικότητα είναι εκεί να μου θυμίζει ότι κάτι κάνω λάθος», είχε πει σε συνέντευξη της.

Η ίδια εκτός ρόλων, είναι μια καθημερινή γυναίκα που γνωρίζει την αλήθεια της, ζει και κινείται στην πραγματική ζωή και παίρνει τις αποστάσεις της από το μυθικό περιτύλιγμα που κατά καιρούς φτιάχνεται για τους ηθοποιούς. Και είναι μια σύγχρονη γυναίκα, με ανησυχίες, που γνωρίζει σε ποιον κόσμο ζει και πως να τον αντέξει.
Αλλαγή πορείας, από μια τραγωδία
Η Θέμις Μπαζάκα γεννήθηκε σαν σήμερα στη Θεσσαλονίκη. Η καταγωγή της είναι από την Ξιφιανή Αλμωπίας, του νόμου Πέλλας. Είχε έναν αδελφό, δυο χρόνια μικρότερο, και μια κλασική οικογένεια της εποχής.
Όταν υποδύθηκε τη γιαγιά στο ξεχωριστό τηλεοπτικό «Milky way» του Βασίλη Κεκάτου, είχε αναγωγές και μνήμες από τη δική της γιαγιά:
«Ήταν αμόρφωτη, θρήσκα, όμως ήταν και πολύ ελεύθερο πνεύμα σε ουσιαστικά πράγματα. Πέθανε πολύ νέα. Εγώ, τότε, στα ’70s, ήθελα να πάρω ένα μπλουτζίν, όλοι στο σχολείο φόραγαν. Οι γονείς μου ήταν πολύ συντηρητικοί, “όχι, δεν θα πάρεις τζιν, δεν θα ξυρίσεις τις γάμπες σου, τις μασχάλες σου, δεν θα κάνεις το ένα, το άλλο”. Πνιγόμουν. Η γιαγιά μου, πεθαίνοντας, άφησε χρήματα στη μητέρα μου και της είπε “με αυτά θα πάρει η Θέμις μπλουτζίν. Και μην τολμήσεις, επειδή πεθαίνω, να μην της το πάρεις, γιατί θα σε στοιχειώσω“. Κι έτσι πήρα το πρώτο μου μπλουτζίν», είχε εξομολογηθεί σε συνέντευξή της.

Τελειώνοντας το σχολείο, πήγε στην Αγγλία για να σπουδάσει σχέδιο μόδας. Μόνο που μια οικογενειακή τραγωδία τα άλλαξε όλα. «Πήγα στην Αγγλία να σπουδάσω σχέδιο μόδας, δεν ήμουν ούτε έναν μήνα εκεί και ο αδελφός μου έχασε τη ζωή του σε ένα αυτοκινητιστικό, σε ηλικία 18 ετών. Δεν μπορούσα να ξαναφύγω και να αφήσω τους γονείς μου, ήταν διαλυμένοι», είπε χαρακτηριστικά.
Και συνέχισε: «Ο θάνατος του αδελφού μου με σημάδεψε. Ήταν 18 χρόνων και εγώ 20 και έκανα έξι χρόνια να κλάψω, έγινα πέτρα. Ήταν μεγάλη και απροσδόκητη η απώλεια του αδελφού μου, ο χαμός ενός νέου ανθρώπου δεν ξεπερνιέται».
Με το πένθος στην οικογένεια και στην ψυχή της, και ύστερα από παρότρυνση φίλου της, δίνει εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του ΚΘΒΕ αν και τότε σιχαινόταν τους ηθοποιούς, αφού δεν τους είχε σε μεγάλη εκτίμηση. «Έδωσα τελευταία στιγμή εξετάσεις στο ΚΘΒΕ. Έπρεπε να προετοιμαστώ μέσα σε δύο μέρες και πέρασα πρώτη. Όταν μπήκα στη Σχολή ένιωσα ότι ανήκω εκεί», εξήγησε.

«Βρήκα το σκοπό της ζωής μου τελείως τυχαία. Σαν να με έσπρωξε ο αδερφός μου προς τα εκεί. Με έσωσε. Δεν θα ήμουν κακή σχεδιάστρια μόδας, μου αρέσουν τα ρούχα. Όταν ανακοίνωσα στους γονείς μου ότι πέρασα πρώτη στο ΚΘΒΕ, ο πατέρας μου μου είπε “ή το θέατρο ή εμάς”. Του είπα “το θέατρο” και άνοιξα την πόρτα και έφυγα».
Η κάθοδος στην Αθήνα
Αρχίζει να εργάζεται κυρίως στη Θεσσαλονίκη. Μόνο που, όπως λέει, «Με είχε πνίξει η Θεσσαλονίκη, συναντούσα συνέχεια γνωστούς. Ήθελα να είμαι άγνωστη και να πετύχω κάτι από την αρχή». Έτσι κατεβαίνει στην Αθήνα. Και είναι άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Ξεκινάει να πηγαίνει σε οντισιόν, ενώ παράλληλα δούλευε σε μπαρ κάθε βράδυ, όπως και πριν, στη Θεσσαλονίκη.
Οι πρώτες δουλειές της έχουν τον ήχο του…ρεμπέτικου.
Από τη μια το τηλεοπτικό «Μινόρε της αυγής» του Φώτη Μεσθεναίου, όπου υποδύθηκε την μποέμ Σύλβια, από την άλλη το κινηματογραφικό Ρεμπέτικο του Κώστα Φέρρη που κερδίζει και βραβείο ερμηνείας β’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το 1983. Και όλα αυτά ζώντας στην Αθήνα της δεκαετίας του 1980.

«Εγώ όταν είχα έρθει από τη Θεσσαλονίκη, την είχα ερωτευτεί [την Αθήνα]. Θυμάμαι μοσχοβόλαγε νυχτολούλουδα, γιασεμιά, είχα φτάσει Μάιο, έμενα ψηλά στα Εξάρχεια και ήταν τόσο ωραία. Είχαμε ένα ισόγειο σπίτι για χρόνια στον Λυκαβηττό, εκεί γέννησα την κόρη μου, και το παράθυρο στο δρόμο ήταν ανοιχτό και το βράδυ. Σιγά-σιγά ακολούθησε αυτή η τερατογένεση. Είναι λογικό, όταν οι άνθρωποι ζουν σε πνιγηρό περιβάλλον και δυσκολεύονται να φτάσουν στη δουλειά τους, με την κίνηση, τα λίγα μετρό, τα άθλια λεωφορεία, να δυσθυμούν», είχε εξομολογηθεί.
Τα «Πέτρινα χρόνια» και ο γάμος
Το 1985, τον Σεπτέμβριο, βρίσκεται στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας, όπου συμμετέχουν τα «Πέτρινα χρόνια» του Παντελή Βούλγαρη. Για την ερμηνεία της κερδίζει Εύφημο Μνεία και λίγο αργότερα το βραβείο α’ γυναικείου ρόλου στο Κινηματογραφικό φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Και όχι μόνο, καθώς η ταινία έγινε μεγάλη επιτυχία, τόσο για τους κριτικούς όσο και εισπρακτικά.

Πριν από τη Βενετία, όμως, έχει συμβεί μια άλλη σημαντική αλλαγή στη ζωή της: Η γνωριμία με τον σύζυγό της, που έγινε το καλοκαίρι του 1985. «Παντρεύτηκα έναν Αμερικανό και έζησα πέντε χρόνια στην Αμερική. Τον γνώρισα στην Ελλάδα σε μία θεατρική παράσταση στο Φεστιβάλ των Δελφών το ’85. Ερωτευτήκαμε και τον ακολούθησα στην Αμερική. Ήμουν 23 χρόνων και ήθελα να πάω στη Νέα Υόρκη, να βγαίνω στα μπαρ. Μόνο που δεν έκανα τη ζωή που ονειρευόμουν γιατί μετά από δύο μήνες ανακάλυψα ότι είμαι έγκυος και έκοψα το ποτό και το τσιγάρο.
»Τελικά, ζούσα ανάμεσα σε Αμερική και Ελλάδα μέχρι που αυτό το πήγαινε-έλα έσβησε, όπως και η σχέση», είχε πει σε τηλεοπτική συνέντευξή της.
Τα χρόνια στην Αμερική ήταν φυσικά δύσκολα στην αρχή. Μάλιστα η ίδια δεν έκρυψε ότι χρειάστηκε να δουλέψει σε εστιατόρια –και δη στη λάντζα– για τα προς το ζην. «Στην Αμερική πήγα ως ερωτική μετανάστης. Δούλευα στο ίδιο θέατρο με τον άντρα μου, πήγα σε πολλές οντισιόν αλλά συνέβαινε κάτι με το πρόσωπό μου. Έμοιαζα Αμερικάνα με ελληνική προφορά».
Και η επιστροφή στη χώρα μας ωστόσο ήταν λίγο επεισοδιακή. Όπως είχε πει σε συνέντευξή της: «Εκεί στα ’80s και στις αρχές των ’90s πίστευα ότι κάπως πήγαινε να ανοίξει το μυαλό μας. Σκέψου ότι εγώ, τότε, το ’80, παντρεύτηκα έναν άνθρωπο άλλης φυλής, από την Ιαπωνία, έκανα έναν από τους πρώτους μικτούς γάμους, και τον έφερα στην Ελλάδα.
»Οι γονείς μου έκαναν μεγάλη προσπάθεια να τον συμπεριλάβουν στην οικογένεια, και τον συμπεριέλαβαν, γιατί κάπως ένιωσαν ότι έτσι το παιδί τους είναι καλά. Τότε δεν κυκλοφορούσαν καθόλου ξένοι στην Αθήνα και του έλεγα “βλέπεις που εμείς δεν είμαστε καθόλου ρατσιστές;“. Είχαμε ζήσει στη Νέα Υόρκη και τον έβλεπα εκεί το ρατσισμό. “Μόλις αποκτήσετε ξένους, θα έρθει και ο ρατσισμός”, μου απαντούσε».
Για την ιστορία, ο σύζυγος της έφυγε από τη ζωή πολύ σύντομα αφότου χώρισαν.

Οι δικοί της άνθρωποι
Μακριά, φυσικά, από τα φώτα της δημοσιότητας, η ηθοποιός έζησε και μια σχέση με έναν μικρότερό της άντρα. «Δεν έχω πρόβλημα με τους νεότερους άντρες, έχω υπάρξει σε σχέση με έναν άντρα 20 χρόνια νεότερό μου, αλλά βαριέμαι γιατί είναι σαν να φροντίζω ένα παιδί. Πέρασα καλά, με ξανάνιωσε, ήταν ένα καταπληκτικό παιδί το οποίο με αγαπούσε και πάρα πολύ, αλλά από ένα σημείο και μετά δεν έχεις και πολλά να πεις», είχε εξομολογηθεί.

Όσο για την κόρη της; Δεν κρύβει την αγάπη που της έχει: «Το παιδί μου είναι το κέντρο της ζωής μου. Αν είναι καλά, είμαι κι εγώ καλά• αν δεν είναι καλά, δεν είμαι κι εγώ. Η κόρη μου είναι ο άνθρωπος που με στηρίζει. Η γνώμη της είναι πολύ σημαντική για μένα. Η κόρη μου είναι το φως μου. Ένα θαυμάσιο πλάσμα που δεν έχει να κάνει με το ότι είναι η κόρη μου.
»Είναι ένα παιδί που για μένα, πραγματικά, είναι ο ήλιος μου, είναι η άνοιξή μου. Η κόρη μου έχει μια σοφία που θαυμάζω. Έχει καταπληκτική σκέψη. Σε μένα, που είμαι παρορμητική, αυθόρμητη, και κάποιος μπορεί να με πει και επιπόλαια, σε σκέψεις και επιλογές, η κόρη μου με “προσγειώνει” και με βάζει να λειτουργήσω διαφορετικά ως σκέψη».

Κάνοντας τον απολογισμό της προσωπικής και επαγγελματικής ζωής της, πιστεύει πως: «Ηighlights έχω πιο πολύ στην προσωπική μου ζωή. Στην καριέρα μου υπήρξα τυχερή. Έκανα πράγματα που όταν ξεκίναγα δεν τα φανταζόμουν, δεν φανταζόμουν ότι θα φτάσω εκεί, ότι θα δουλέψω με αυτούς που δούλεψα, εγώ, ένα επαρχιωτόπουλο που κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη, δεν ήξερε κανέναν και έψαχνε να πάει σε οντισιόν».
Μακριά από τα social, όχι από την κοινωνία
Η ίδια έχει απασχολήσει τα ΜΜΕ μόνο με τη δουλειά της. Όμως πριν από λίγα χρόνια, μια άποψή της άναψε φωτιές. Συγκεκριμένα είχε δηλώσει: «Δεν υπάρχει εκπαίδευση, ούτε από την οικογένεια, ούτε από το σχολείο. Μια χώρα που ξεκινάει το παιδάκι 6 χρονών το μάθημά του με προσευχή, συγγνώμη –πάρτε το όπως θέλετε–, αλλά ήμαρτον. Πού γίνεται αυτό το πράγμα; Σε λίγο θα μας απαγορεύουν δεν ξέρω κι εγώ τι. Θέλω να πω ότι χρειάζεται μια πολιτική απέναντι σε αυτά τα πράγματα».
Τέλος, η Θέμις Μπαζάκα, είπε ότι: «Οι άνθρωποι οι οποίοι κρατούν στα χέρια τους την εξουσία, πρέπει να προχωρήσουν αυτό το πράγμα και να το ανοίξουν. Πρέπει να γίνει η σεξουαλική εκπαίδευση στο σχολείο, πρέπει να πάψουν τα θρησκευτικά, πρέπει όλοι να μιλούν στα παιδιά πιο ανοιχτά για κοινωνικά θέματα. Δεν γίνεται άλλο αυτό το πράγμα».

Φυσικά έγινε χαμός στα social, αλλά και σε εκπομπές. «Την πρώτη μέρα με τρόμαξε η επίθεση, γιατί ήμουν και στο θέατρο και ερχόντουσαν, μας κυνηγούσαν οι κάμερες, διάφορος κόσμος έπαιρνε τηλέφωνο στο θέατρο και έλεγε “πείτε της αυτό”, “πείτε της αυτό”. Δέχτηκα όχι απειλές, αλλά κάπως βρισιές», είχε εξομολογηθεί.
Και μπορεί να έχει γράψει ιστορία με τις ερμηνείες της στο σινεμά, όμως κάποια στιγμή σταμάτησαν οι προτάσεις και για τηλεόραση. «Οπότε έκανα μόνο θέατρο – φαλίρισα οικονομικά, αλλά έκανα καταπληκτικούς ρόλους και πιστεύω πως με έκαναν καλύτερη ηθοποιό», είχε πει.
Τα τελευταία χρόνια ζει στο Παγκράτι και μάλιστα, όπως λέει, φροντίζει να ενισχύει την τοπική αγορά της περιοχής της.
Δεν έχει social media, αφού πιστεύει πως «Τα social media μού παίρνουν από το χρόνο μου που είναι πολύτιμος. Ξέρω ότι ο κόσμος μιλάει σχεδόν χυδαία στα social media, ξεσπάει, δεν έχει δική του ζωή και ασχολείται με τις ζωές των άλλων».

Τέλος, η Θέμις Μπαζάκα έχει αναφέρει ότι παρότι υπάρχει ηλικιακός ρατσισμός, στο θέατρο υπάρχει χώρος για μεγαλύτερες ηλικίες: «Είναι γνωστό ότι υπάρχει. Ευτυχώς, το θέατρο χρειάζεται και τις ηλικίες μου. Όσο πιο πολύ ωριμάζεις, τόσο πιο σημαντικούς ρόλους κάνεις».

Σπύρος Δευτεραίος
















