Ο Βαχράμ Παπαζιάν γεννήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου 1892 στο Ουσκιουντάρ της Κωνσταντινούπολης και έμελλε να γίνει μία από τις ξεχωριστές μορφές του αρμενικού αθλητισμού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το όνομά του συνδέθηκε με μια ιστορική στιγμή: το 1912 βρέθηκε στη Στοκχόλμη ως ένας από τους δύο Αρμένιους αθλητές που εκπροσώπησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην πρώτη επίσημη συμμετοχή της στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο δεύτερος ήταν ο Μιγκίρ Μιγκιριάν (Μκρτίτς Μκριαν).
Η σχέση του Παπαζιάν με τον αθλητισμό ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Γιος του Σαρκίς Παπαζιάν, ο οποίος διατηρούσε περίπτερο εφημερίδων, είχε συνηθίσει να διασχίζει τρέχοντας την Κωνσταντινούπολη για να παραλαμβάνει τις εφημερίδες που θα έφταναν στο οικογενειακό περίπτερο. Στη συνέχεια κατευθυνόταν και πάλι τρέχοντας προς το Κολέγιο Ρόμπερτ, όπου φοιτούσε. Η καθημερινή αυτή διαδρομή αποτέλεσε ουσιαστικά μέρος της προπόνησής του.
Ήδη από την εφηβεία του ξεχώρισε στους δρόμους. Το 1906 ταξίδεψε στην Αθήνα και συμμετείχε στους Μεσοολυμπιακούς Αγώνες, που πραγματοποιήθηκαν τότε στην ελληνική πρωτεύουσα για μία και μοναδική φορά. Σήμερα οι Αγώνες του 1906 δεν θεωρούνται επίσημοι Ολυμπιακοί Αγώνες από τη Διεθνή Ολυμπιακή Επιτροπή, όμως αποτελούν σημαντικό κεφάλαιο στην ιστορία του ολυμπιακού κινήματος.
Ο Παπαζιάν αγωνίστηκε στα 800 και στα 1.500 μέτρα, σε ηλικία μόλις 13 ετών.
Το 1911 η αθλητική του πορεία απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη δυναμική. Ο Παπαζιάν ήταν μέλος του αρμενικού αθλητικού συλλόγου Αρνταβάστ και συμμετείχε στα πρώτα Παναρμενικά Αθλητικά Αγωνίσματα που διοργανώθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Σύμφωνα με ιστορικές πηγές, διακρίθηκε στα 800 και στα 1.500 μέτρα, ενώ η επιτυχία του επαναλήφθηκε και στους επόμενους αγώνες.
Την ίδια περίοδο, η Οθωμανική Αυτοκρατορία προετοιμαζόταν για την πρώτη επίσημη συμμετοχή της στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο πρόεδρος της οθωμανικής Ολυμπιακής Επιτροπής, Σελίμ Σιρρί Ταρκάν, αναζητούσε αθλητές μέσω αγγελιών στις εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης. Ο Παπαζιάν ανταποκρίθηκε και δήλωσε την επιθυμία του να ταξιδέψει στη Στοκχόλμη.
Υπήρχε, ωστόσο, ένα πρακτικό πρόβλημα: το κόστος του ταξιδιού. Ο αθλητικός σύλλογος Αρνταβάστ στον οποίο αγωνιζόταν ανέλαβε να τον στηρίξει οικονομικά και διοργάνωσε θεατρική παράσταση στο ελληνικό θέατρο του Αρναβούτκιοϊ, προκειμένου να συγκεντρωθούν χρήματα. Στην παράσταση συμμετείχε και ο ίδιος ο Παπαζιάν. Η εκδήλωση πέτυχε τον στόχο της και τα χρήματα κάλυψαν τα έξοδα της μετάβασής του στη Στοκχόλμη.
Το περιστατικό με την τουρκική σημαία στη Στοκχόλμη
Μία από τις πιο γνωστές ιστορίες που συνδέθηκαν με τον Παπαζιάν αφορά την άφιξή του στη Στοκχόλμη.
Στα απομνημονεύματά του περιγράφει ότι, όταν έφτασε στην πόλη, είδε τους δρόμους και τα σημαντικά κτήρια στολισμένα με τις σημαίες των χωρών που συμμετείχαν στους Αγώνες. Ανάμεσά τους, όμως, όπως έγραψε, δεν υπήρχε η οθωμανική σημαία.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι θεώρησε την απουσία προσβλητική για τη χώρα που εκπροσωπούσε. Αντί να μεταβεί στο κατάλυμά του, πήρε ταξί και κατευθύνθηκε στην τουρκική πρεσβεία, ζητώντας να αντιμετωπιστεί το ζήτημα. Η αφήγηση αυτή περιλαμβάνεται στα απομνημονεύματά του και έχει αναπαραχθεί από μεταγενέστερες αρμενικές και τουρκικές πηγές.
Η συγκεκριμένη ιστορία έχει αποκτήσει ιδιαίτερη θέση στη μνήμη γύρω από τη συμμετοχή του.
Το Αρμενικό Μουσείο-Ινστιτούτο Γενοκτονίας αναφέρει τον Παπαζιάν και τον Μκριτς Μκριάν ως τους δύο Αρμένιους αθλητές που εκπροσώπησαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία στους Αγώνες του 1912.

Η κούρσα των 1.500 μέτρων και μια αμφιλεγόμενη ιστορία
Στους Ολυμπιακούς της Στοκχόλμης ο Παπαζιάν αγωνίστηκε στα 800 και στα 1.500 μέτρα. Δεν ολοκλήρωσε, όμως, καμία από τις δύο κούρσες.
Τα επίσημα ολυμπιακά στοιχεία καταγράφουν τη συμμετοχή του στα δύο αγωνίσματα, χωρίς να του αποδίδουν θέση τερματισμού.
Για τα 1.500 μέτρα έχουν διατυπωθεί διαφορετικές εκδοχές. Σε τουρκική πηγή αναφέρεται ότι ο Παπαζιάν είχε αναπτύξει πολύ γρήγορο ρυθμό και βρισκόταν σε θέση που του επέτρεπε να διεκδικήσει την πρώτη θέση, όταν, περίπου 20-25 μέτρα πριν από τον τερματισμό, αισθάνθηκε ζάλη και κατέρρευσε.
Μια διαφορετική εκδοχή αποδίδεται σε αφήγηση του εγγονού του. Σύμφωνα με αυτή, ο Παπαζιάν είχε βρεθεί μπροστά από τους αντιπάλους του και, κάποια στιγμή, σκέφτηκε ότι μια νίκη του θα σήμαινε πως θα υψωνόταν η τουρκική σημαία. Η αφήγηση υποστηρίζει ότι για αυτόν τον λόγο σταμάτησε. Η εκδοχή αυτή, όμως, αποτελεί οικογενειακή μεταγενέστερη μαρτυρία και δεν συμβαδίζει με την εκδοχή της κατάρρευσης.
Από τον αθλητισμό στη νέα ζωή
Ο Παπαζιάν επέστρεψε μετά τους Αγώνες στην Κωνσταντινούπολη και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Ροβέρτειο Σχολή (Robert College) το 1913. Συνέχισε να δραστηριοποιείται στον αρμενικό αθλητισμό και συνδέθηκε με την ίδρυση της Αρμενικής Γενικής Αθλητικής Ένωσης. Η δράση του εντασσόταν σε ένα ευρύτερο κίνημα ανάπτυξης του αθλητισμού μεταξύ των Αρμενίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η ζωή του, ωστόσο, άλλαξε δραματικά τα επόμενα χρόνια. Επιβίωσε από τη Γενοκτονία των Αρμενίων και αργότερα εγκαταστάθηκε στη Βηρυτό. Οι εμπειρίες εκείνης της περιόδου αποτέλεσαν σημαντικό μέρος των μεταγενέστερων απομνημονευμάτων του.

Το 1962 κυκλοφόρησε στη Βηρυτό η αρχική έκδοση των απομνημονευμάτων του με τίτλο Love, Love, Love. Το έργο εκδόθηκε αργότερα στα αγγλικά από το ινστιτούτο-Μουσείο Γενοκτονίας των Αρμενίων (Armenian Genocide Museum-Institute) και θεωρείται σημαντική μαρτυρία για τη ζωή των Αρμενίων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από το 1915, αλλά και για την ιστορία του αθλητισμού, των Ολυμπιακών Αγώνων, του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, της Γενοκτονίας και της προσφυγιάς.
«Οι σελίδες αυτού του ταπεινού βιβλίου είναι αφιερωμένες σε εσάς, αγαπημένα μου παιδιά. Καθώς ήμουν φτωχός σε υλικά αγαθά, δεν μπορούσα να σας αφήσω τίποτε άλλο παρά μόνο αυτό το βιβλίο… Μέσα από αυτό σας παραδίδω όλες τις ευχές του πατέρα μου, ώστε κι εσείς να τις μεταδώσετε από γενιά σε γενιά, όπως μεταδίδεται η Ολυμπιακή φλόγα… Να είστε περήφανοι που γεννηθήκατε Αρμένιοι» αναφέρει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου ο συγγραφέας εξηγώντας και τον κυριότερο λόγο που αποφάσισε να γράψει τα απομνημονεύματά του.
Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Βαχράμ Παπαζιάν εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εργάστηκε ως ηλεκτρολόγος μηχανικός στην εταιρεία Eddy & Co. στο Πρόβιντενς του Ροντ Άιλαντ για περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Πέθανε στο Έμερσον του Νιου Τζέρσεϊ το 1986 και τάφηκε στο Swan Point Cemetery του Πρόβιντενς.

















