Η Μαριάμ Μπαγκντισσιάν ήταν μικρό παιδί όταν η οικογένειά της βρέθηκε στον δρόμο της εξορίας. Γεννημένη το 1909 στο Χατζί-Χαμπιμπλί, χωριό της περιοχής του Μουσαλέ, έζησε τις διώξεις των Αρμενίων μέσα από μια διαδρομή που σημάδεψε για πάντα την παιδική της ηλικία: τον εκτοπισμό, την πείνα, τον θάνατο συγγενών της και τον αποχωρισμό από όσα γνώριζε ως τότε.
Την ιστορία της κατέγραψε η Αρμένισσα ερευνήτρια Βερζίνε Σβαζλιάν στο βιβλίο της «Η Αρμενική Γενοκτονία: Μαρτυρίες επιζώντων αυτοπτών μαρτύρων», που κυκλοφόρησε το 2011. Η μαρτυρία της Μαριάμ περιλαμβάνεται στην έκδοση με αριθμό 294, στις σελίδες 487-488, και δημοσιεύεται από το Ινστιτούτο-Μουσείο της Αρμενικής Γενοκτονίας.
Από τον εκτοπισμό στον θάνατο της μητέρας της
Ο πατέρας της είχε στρατολογηθεί στον οθωμανικό στρατό το 1914. Η μητέρα της, με τρία μικρά παιδιά, δεν κατάφερε να ανέβει στο βουνό και η οικογένεια βρέθηκε ανάμεσα στους εκτοπισμένους που οδηγήθηκαν προς τις ερήμους της Αραβίας. Η Μαριάμ θυμόταν τους χωροφύλακες να τους χτυπούν με μαστίγια και να τους αναγκάζουν να προχωρούν προς το Ντερ Ζορ.
Στη μαρτυρία της περιγράφει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εκτοπισμένοι έφτασαν στην περιοχή της Αδάνων και στη συνέχεια στη Χομς. Η ζέστη ήταν αφόρητη, το νερό δυσεύρετο και τα παιδιά υπέφεραν από τη δίψα. Η μικρότερη αδελφή της, Βαρντουχί, ζητούσε πρώτα σταφύλια και ύστερα νερό. Η μητέρα τους, ανήμπορη να τη βοηθήσει, έκλαιγε καθώς έφερνε στη μνήμη της τα αμπέλια της πατρίδας τους.
«Τα αμπέλια μας είχαν σπάσει από το βάρος των σταφυλιών. Τώρα το παιδί μου θέλει σταφύλια κι εγώ δεν μπορώ να της δώσω».

Η μικρή Βαρντουχί πέθανε στην αγκαλιά της μητέρας της, ζητώντας νερό. Η οικογένεια την έθαψε πρόχειρα στο χώμα και συνέχισε την πορεία της. Λίγο αργότερα, η Μαριάμ έχασε και τον παππού της. Η ίδια και η αδελφή της, Χατούν, παρέμειναν δίπλα στη μητέρα τους, που όμως και εκείνη έχασε τη ζωή της. Μάλιστα, οι δύο αδελφές συνέχισαν να ζουν κοντά της ακόμα και όταν εκείνη πέθανε, καθώς ήταν πολύ μικρές για να καταλάβουν ότι είχε αφήσει την τελευταία της πνοή.
Η ανάμνηση αυτή αποτυπώνει με σκληρό τρόπο τη συνθήκη στην οποία βρέθηκαν χιλιάδες παιδιά κατά τη διάρκεια των εκτοπισμών: αντιμέτωπα με την πείνα, τη δίψα και τον θάνατο, χωρίς να μπορούν να κατανοήσουν πλήρως όσα συνέβαιναν γύρω τους.
Τέσσερα χρόνια σε ένα ξένο σπίτι
Μια γνωστή της οικογένειας, η σύζυγος ενός άνδρα ονόματι Μάρκαρ, έκανε κεντήματα και τα πουλούσε σε Άραβες. Όταν μια εύπορη γυναίκα αραβικής καταγωγής αναζήτησε ένα μικρό κορίτσι για να τη βοηθά στις δουλειές του σπιτιού, η Μαριάμ οδηγήθηκε κοντά της. Έμεινε εκεί περίπου τέσσερα χρόνια, από την ηλικία των πέντε ή έξι ετών.
Παρά την απώλεια της οικογένειάς της και την απομάκρυνση από την πατρίδα της, η Μαριάμ δεν περιγράφει τη γυναίκα που τη φιλοξένησε ως σκληρή. Αντιθέτως, στη μαρτυρία της αναφέρεται σε εκείνη με ευγνωμοσύνη, φέρνοντας στη μνήμη της την καλοσύνη της. Ωστόσο, τα χρόνια που πέρασαν μακριά από την αρμενική κοινότητα είχαν ένα βαρύ τίμημα: το κορίτσι ξέχασε τη μητρική του γλώσσα και έμαθε να μιλά αραβικά.
Η ζωή της άρχισε να αλλάζει όταν, μετά την ήττα των Οθωμανών, έφτασαν στην περιοχή οι Άγγλοι και οι Γάλλοι. Μια ημέρα, ενώ βρισκόταν κοντά σε ένα πηγάδι με τη στάμνα της, την πλησίασε ένας Έλληνας ιερέας. Τη ρώτησε στα αραβικά αν ήταν Αρμένισσα. Η απάντησή της συμπύκνωσε το χάσμα ανάμεσα στη γλώσσα που είχε αναγκαστεί να υιοθετήσει και στην καταγωγή που εξακολουθούσε να αισθάνεται δική της.
«Στη γλώσσα είμαι μουσουλμάνα, στην καρδιά είμαι Αρμένισσα», του είπε.
Ο ιερέας τής είπε να τον ακολουθήσει, για να τη μεταφέρει στους δικούς της. Η Μαριάμ επέστρεψε στο σπίτι, άφησε τη στάμνα, έβγαλε τα παπούτσια της για να μην ακουστεί και έφυγε αθόρυβα πίσω του. Εκείνος την οδήγησε σε ορφανοτροφείο στη ρωμαϊκή συνοικία της Χομς, όπου βρήκε ξανά την αδελφή της, Χατούν.
Η επανένωσή τους, ήταν μια στιγμή ανακούφισης για εκείνη, μέσα σε μια ζωή που είχε σημαδευτεί από αλλεπάλληλους αποχωρισμούς. Η Μαριάμ, ωστόσο, είχε πλέον ξεχάσει να μιλά αρμενικά. Όπως αναφέρει στο τέλος της αφήγησής της, μιλούσε μόνο αραβικά και είχε ξεχάσει τη γλώσσα της.
Η γλώσσα που χάθηκε, η ταυτότητα που έμεινε
Η μαρτυρία της Μαριάμ Μπαγκντισσιάν δεν καταγράφει μόνο τη βία των εκτοπισμών και την απώλεια αγαπημένων προσώπων. Φωτίζει και μια λιγότερο ορατή πλευρά της γενοκτονίας: την απομάκρυνση των παιδιών από το οικογενειακό και πολιτισμικό τους περιβάλλον, καθώς και τις συνέπειες που μπορούσε να έχει αυτή η αποκοπή στη γλώσσα και στην καθημερινότητά τους.
Η ιστορία της διασώθηκε χάρη στην έρευνα της Βερζίνε Σβαζλιάν, η οποία συγκέντρωσε μαρτυρίες επιζώντων της Αρμενικής Γενοκτονίας και τις δημοσίευσε στο έργο της το 2011. Το Ινστιτούτο-Μουσείο της Αρμενικής Γενοκτονίας αναδημοσιεύει την αφήγηση της Μαριάμ, διατηρώντας τη σύνδεσή της με την πρωτογενή καταγραφή.
Στην περίπτωσή της, η αρμενική γλώσσα είχε σχεδόν χαθεί από την καθημερινότητά της. Η αίσθηση, όμως, της αρμενικής καταγωγής της παρέμενε. Και αυτή ακριβώς η αντίθεση αποτυπώνεται στην απάντηση που έδωσε στον Έλληνα ιερέα: μια φράση που συνδέει την προσωπική της περιπέτεια με το ευρύτερο τραύμα ενός λαού που εκτοπίστηκε από τις εστίες του.

















