Πίσω από κάθε καμένο χωριό και κάθε εκτοπισμό υπήρχαν πρόσωπα που σχεδίασαν, υπέγραψαν και εκτέλεσαν τις πράξεις της φρίκης. Σε αδιάσειστα ντοκουμέντα που φυλάσσονται σήμερα στο αρχειοφυλάκιο της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, φαίνεται πως το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, η Μητρόπολη Αμασείας και το Εθνικό Συμβούλιο Πόντου, κατάφεραν να διατηρήσουν ένα ημερολόγιο του ανθρώπινου πόνου.
Τα στοιχεία που αποκαλύπτονται αφορούν ανθρώπους και μισανθρώπους, θύματα και θύτες. Την ίδια ώρα μαρτυρούν ότι ενώ η αλησμόνητη πατρίδα είχε πάρει φωτιά, κάποιοι άνθρωποι είχαν το κουράγιο να στήσουν –όπως μπορούσαν– ολόκληρο μηχανισμό τεκμηρίωσης, συγκεντρώνοντας στοιχεία για τους πρωταγωνιστές των εγκλημάτων, με την ελπίδα ότι κάποτε θα λογοδοτούσαν.
Τρία από τα πολύτιμα έγγραφα που έχει στην κατοχή της η Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) περιλαμβάνουν τα ονόματα Τούρκων που άσκησαν διώξεις κατά των χριστιανών του Τσαρσαμπά και του Αλατζάμ της Αμισού καθώς και κάποιες επισημάνσεις για πρόσωπα που έδρασαν στην περιοχή με τρόπο εγκληματικό.
Εν Τσαρσαμπά
Σ΄ένα δακτυλογραφημένο αντίγραφο σε απλό χαρτί γραφής, όπου ο τίτλος έχει υπογραμμιστεί με το χέρι, περιλαμβάνονται 14 ονόματα Τούρκων διωκτών χριστιανών. Ανάμεσα στις γραμμές διακρίνονται γρήγορες διορθώσεις με μπλε και μαύρο μελάνι, ενώ στη γωνία ξεχωρίζει η στρογγυλή, επίσημη σφραγίδα «Ιερά Μητρόπολις Αμασείας. 1908».
Στο έγγραφο της Μητρόπολης Αμασείας παρελαύνουν τα πρόσωπα που κινούσαν τα νήματα στην περιοχή.
Ανάμεσά τους ο «Χατζή Γιούνούς Μεχμέτ Ζαδέ, ο δικαστικός Μουστανδίκ Ἀβνή Εφένδη, ο Οσμάν Εφένδης, ο αστυνόμος Κόκκλη Χασάν, ο διοικητής (καϊμακάμης) Βελή βέης», αλλά και «οι επικεφαλής της χωροφυλακής Ζανδαρμά Κουμανδανή Ακιέχ και Ζανδαρμά Χαδζή Ρεμζή».

Η λεηλασία στο Αλατζάμ
Συνταγμένο σε κατριγιέ φύλλα με μαύρο μελάνι, το έγγραφο για το Αλατζάμ, αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη πτυχή της εποχής. Είναι γραμμένο σε καραμανλήδικη γραφή –δηλαδή τουρκικά με ελληνικούς χαρακτήρες– ενώ δίπλα συνυπάρχουν οθωμανικά αραβικά στοιχεία και ελληνικές επεξηγήσεις. Πρόκειται για τμήμα των μυστικών αναφορών που έφταναν στο Φανάρι.
Στις αναφορές για το Αλατζάμ, το πατριαρχικό έγγραφο καταγράφει τα ονόματα των τοπικών «αζάδων» (δημογερόντων) όπως οι Ατζί αμέ ζαδέ Χατζή Γιουσούφ, Κεβετζίογλου Αχμέτ, Ζορλούογλού Χατζή Τουρσούν και Κούρτόγλη Τζαφέρ.
Δίπλα στα ονόματά τους δεν υπάρχουν αφηρημένες κατηγορίες, αλλά συγκεκριμένες ζημιές: εμπρησμοί 300 σπιτιών στο ορεινό Μειδαντζίκ και αρπαγές περιουσιών που αποτιμώνταν σε δεκάδες χιλιάδες λίρες.

Διασαφήσεις για διωκτές στην Αμισό
Χειρόγραφες σημειώσεις πάνω σε επιστολόχαρτα που φέρουν την έντυπη επικεφαλίδα «Π. Μειλιχιάδης. Τηλεγραφήματα Μειλιχιάδη.. Κωνσταντινούπολις, τη …… 192.». Το κείμενο ξεκινά με μαύρο μελάνι, αλλά είναι γεμάτο έντονες διορθώσεις, υπογραμμίσεις και νέες αριθμήσεις με κόκκινο μολύβι –απόδειξη ότι το Εθνικό Συμβούλιο Πόντου μελετούσε και διασταύρωνε εξονυχιστικά κάθε όνομα. Στο αρχείο, οι σημειώσεις γίνονται ακόμα πιο συγκεκριμένες και αποκαλυπτικές:
- Βασανιστήρια και κάψιμο χωριών: Δίπλα στο όνομα με τον αριθμό 3, ο συντάκτης σημειώνει κοφτά: «(3) Εφόνευσε πολλούς κατά τας ανακρίσεις δια ξυλοκοπήματος πρωτεργάτης μετά του Ταρέλ Πασά του εμπρισμού των χωρίων». Παράλληλα, καταγράφεται ξεκάθαρα ότι οι εμπρησμοί και οι αρπαγές περιουσιών γίνονταν με τη γεμάτη κάλυψη του στρατού και κατόπιν διαταγών της ανώτατης στρατιωτικής διοίκησης.
- Η σκευωρία της εξορίας του 1916: Μια ομάδα 12 τοπικών παραγόντων (με τους αριθμούς 7, 20, 21, 24, 27, 28, 29, 41, 47, 50, 51, 34) αποκαλύπτεται ότι έστησε μια ολόκληρη συνωμοσία. Συνέταξαν ψευδείς αναφορές προς την Υψηλή Πύλη για να παρουσιάσουν τους Χριστιανούς της Αμισού ως επικίνδυνους, πετυχαίνοντας έτσι την ομαδική εκτόπισή τους. Στόχος τους; Να βάλουν στο χέρι τις περιουσίες και τα σπίτια που άφησαν πίσω τους οι διωγμένοι. Το σχετικό υπόμνημα ταξίδεψε στην Κωνσταντινούπολη το 1916 από τον βουλευτή Όσμαν μπέη, τον δικηγόρο Εμέν μπέη και τον πάρεδρο Νουρή.
- Οργάνωση φανατισμού και ληστρικών συμμοριών: Σημειώνονται πρόσωπα όπως ο «απόλυτος τρομοκράτης και διώκτης του ισλαμικού στοιχείου» (αρ. 9) που οργάνωνε αναρχικές συμμορίες, καθώς και άλλοι που συνεργάζονταν με πασάδες για την εξέγερση του μουσουλμανικού πληθυσμού (αρ. 10).

Και τα τρία ντοκουμέντα είναι εξαιρετικά σημαντικά διότι δεν είναι γενικές αναφορές αλλά συγκεκριμένες, επώνυμες και τεκμηριωμένές καταγραφές εγκλημάτων πολέμου. Τα στοιχεία αυτά συλλέγονταν συστηματικά στην Κωνσταντινούπολη από το Εθνικό Συμβούλιο Πόντου και το Οικουμενικό Πατριαρχείο αλλά και την Ιερά Μητρόπολη Αμασείας με σκοπό τη σύνταξη ενημερωτικών υπομνημάτων προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά και τη στοιχειοθέτηση των διώξεων που υπέστη ο ελληνισμός της περιοχής. Σήμερα, αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες της περιόδου 1916-1923, αναδεικνύοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αφανίστηκαν πολλές από τις κοινότητες του Πόντου.

















