Είναι ένα όνομα δύσκολο· Τσιτσερνακαμπέρντ. Σε αυτόν τον λόφο του Ερεβάν, σύμφωνα με την αρμενική μυθολογία, τα χελιδόνια που φώλιαζαν εκεί –και του έδωσαν το όνομά του– βοηθούσαν την επικοινωνία ανάμεσα στον θεό Βαχάγκν και τη θεά Αστγίκ.
Σήμερα, στον ίδιο λόφο, το μήνυμα το μεταφέρει μια αιώνια φλόγα· από την πρωτεύουσα της Αρμενίας σε όλο τον κόσμο. Χαρακτηριστικό δείγμα της σοβιετικής αρχιτεκτονικής, με έντονα στοιχεία λιτότητας, το μνημείο που βρίσκεται εκεί είναι αφιερωμένο στη Γενοκτονία των Αρμενίων. Η επίσκεψη στο μουσείο, που άνοιξε τις πόρτες του το 1995, προβλέπεται από το κρατικό πρωτόκολλο· αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων, ανώτεροι αξιωματούχοι και πλήθος επισκεπτών ανεβαίνουν στο Χελιδονόκαστρο για να αποτίσουν φόρο τιμής.
Αυτός ο τόπος μνήμης βρίσκεται σήμερα σε διαδικασία ανακαίνισης, ενώ η αλλαγή στη διοίκηση του Μουσείου έχει ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για την επιστημονική ανεξαρτησία του.

Για τα έργα, την προστασία των συλλογών και τα όρια ανάμεσα στην ιστορική έρευνα και την πολιτική μίλησε στο pontosnews.gr ο διπλωμάτης Χρατσιά Ταστσιάν, ο οποίος ασκεί προσωρινά χρέη διευθυντή του Μουσείου-Ινστιτούτου Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Σε γραπτή συνέντευξη, απορρίπτει τις ανησυχίες για αλλοίωση του αρχικού σχεδίου του μνημείου και διευκρινίζει ότι η προθεσμία του Απριλίου 2026 αφορούσε την αποκατάσταση συγκεκριμένων πυλώνων. Διαβεβαιώνει ότι η ανεξαρτησία των ερευνητών κατοχυρώνεται από τη νομοθεσία της Αρμενίας, αναφέρεται σε μια απογραφή των συλλογών που εκτιμά ότι θα ολοκληρωθεί το 2028-2029 και αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με ελληνικούς φορείς για τη μελέτη των Γενοκτονιών Αρμενίων, Ελλήνων και Ασσυρίων.
Για τη μνήμη και την αναγέννηση
Η ανέγερση του συγκροτήματος συνδέθηκε με τη συμπλήρωση πενήντα χρόνων από τη Γενοκτονία, το 1965, και προϋπέθετε την έγκριση της σοβιετικής ηγεσίας. Στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό συμμετείχαν 69 σχέδια. Επιλέχθηκε εκείνο των Αρτούρ Ταρχανιάν και Σασούρ Καλασιάν, η κατασκευή ολοκληρώθηκε σε δυόμισι χρόνια και τα εγκαίνια έγιναν στις 29 Νοεμβρίου 1967.
Στον πυρήνα του μνημείου βρίσκονται οι δώδεκα πέτρινοι πυλώνες, που κλίνουν προς το εσωτερικό και περιβάλλουν την αιώνια φλόγα.
Οι κεκλιμένοι λίθοι εκφράζουν το πένθος για τα θύματα, ενώ η κατακόρυφη μνημειακή στήλη συμβολίζει την αναγέννηση του αρμενικού λαού. Στον τοίχο μνήμης, μήκους 100 μέτρων, είναι χαραγμένα ονόματα πόλεων και οικισμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όπου έγιναν σφαγές και εκτοπίσεις Αρμενίων. Από το 1968, κάθε 24η Απριλίου, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ανεβαίνουν στο λόφο για να τιμήσουν τα θύματα.

Το Μουσείο-Ινστιτούτο προστέθηκε στο συγκρότημα το 1995, αρχικά ως ερευνητικός οργανισμός της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών της Αρμενίας. Το 2017 έγινε αυτοτελές ίδρυμα, το οποίο διαχειρίζεται τόσο το μουσείο όσο και το μνημείο.
Η μόνιμη έκθεση ανανεώθηκε το 2015. Η εκθεσιακή επιφάνεια αυξήθηκε σε 2.400 τετραγωνικά μέτρα και οργανώθηκε σε δώδεκα αίθουσες, αντί των τριών προηγούμενων, με φωτογραφίες, βιβλία, έγγραφα και πολυμεσικές εφαρμογές. Την επιστημονική της σύλληψη διαμόρφωσαν οι ερευνητές του Μουσείου-Ινστιτούτου.
Η ιστορία αυτής της έκθεσης έχει τη δική της σημασία στη σημερινή συζήτηση για το ποιος αποφασίζει πώς παρουσιάζεται η Γενοκτονία.
Τρεις πυλώνες αποκαταστάθηκαν και οι εργασίες συνεχίζονται
Η διαδικασία αποκατάστασης ξεκίνησε στα τέλη του 2024. Τον Νοέμβριο του 2025 η υπουργός Παιδείας, Επιστήμης, Πολιτισμού και Αθλητισμού είχε αναφέρει ότι οι τότε εκτελούμενες εργασίες θα είχαν ολοκληρωθεί έως τον Απρίλιο του 2026. Στις 25 Ιουνίου, το Μουσείο ανακοίνωσε ότι είχαν αποκατασταθεί τρεις από τους δώδεκα πυλώνες και ότι ακολουθούσε νέα φάση. Στις 10 Σεπτεμβρίου 2026, η υπουργός Ζάνα Αντρεασιάν επισκέφθηκε το συγκρότημα για να παρακολουθήσει την εξέλιξη των εργασιών.
Στον Χρατσιά Ταστσιάν θέσαμε το ερώτημα αν είχε αλλάξει το χρονοδιάγραμμα και ποια είναι η σημερινή ημερομηνία ολοκλήρωσης.
Ο ίδιος διευκρινίζει ότι η προθεσμία του Απριλίου αφορούσε συγκεκριμένο τμήμα του έργου: «Τον Νοέμβριο του 2025 ανακοινώθηκε ότι οι τότε τρέχουσες εργασίες –δηλαδή η αποκατάσταση τριών πυλώνων– θα ολοκληρώνονταν έως τον Απρίλιο του 2026. Αυτό ακριβώς συνέβη. Με άλλα λόγια, δεν υπήρξε καμία αλλαγή στο χρονοδιάγραμμα».
Ως προς το εύρος των παρεμβάσεων, περιγράφει μια διαδικασία που θα καλύψει σταδιακά ολόκληρο το συγκρότημα. Το μνημείο της Αιώνιας Φλόγας έχει δώδεκα πυλώνες: τρεις αποκαταστάθηκαν το 2025-2026, άλλοι τρεις βρίσκονται υπό ανακαίνιση και οι υπόλοιποι έξι θα ακολουθήσουν.
«Η ανακαίνιση θα είναι συνολική· πρόκειται να ανακαινιστεί ολόκληρο το μνημειακό συγκρότημα. Θα ανακαινιστεί επίσης το κτήριο του Μουσείου-Ινστιτούτου, κυρίως η στέγη του. Πέρσι ανακαινίστηκε η στέγη μιας πτέρυγας του διοικητικού κτηρίου του Μουσείου-Ινστιτούτου. Οι εργασίες προς αυτή την κατεύθυνση συνεχίζονται και φέτος», αναφέρει.
Στην επίσημη ανακοίνωση του Ιουνίου περιγράφονταν και παρεμβάσεις στους χώρους πρασίνου: εκσυγχρονισμός του συστήματος άρδευσης, κατασκευή δεξαμενής και αντλιοστασίου, ώστε να λειτουργήσει σύστημα στάγδην άρδευσης.

Ζητήσαμε επίσης τον συνολικό προϋπολογισμό και διευκρινίσεις για τα τμήματα του μνημείου και του μουσείου που απομένουν να ολοκληρωθούν. Για τα οικονομικά στοιχεία και το τελικό χρονοδιάγραμμα ο Χρατσιά Ταστσιάν παραπέμπει στο αρμόδιο υπουργείο:
«Το έργο υλοποιείται από το υπουργείο Παιδείας, Επιστήμης, Πολιτισμού και Αθλητισμού της Αρμενίας και θα πρέπει να επικοινωνήσετε μαζί του για να λάβετε λεπτομερέστερες πληροφορίες σχετικά με το χρονοδιάγραμμα και τις άλλες ειδικότερες συνθήκες».
Στη συνέντευξη ο Χρατσιά Ταστσιάν περιγράφει τη διαδοχή των παρεμβάσεων, χωρίς να προσδιορίζει συνολικό προϋπολογισμό ή τελική ημερομηνία για το σύνολο του έργου. Στις 25 Ιουνίου 2026 πάντως, το Armenpress, επικαλούμενο ανακοίνωση του υπουργείου κατά την παρουσίαση της δεύτερης φάσης, ανέφερε ότι η ολοκλήρωση των κατασκευαστικών εργασιών προβλεπόταν έως το τέλος του έτους.
Η εξωτερική όψη και το ερώτημα για τη μόνιμη έκθεση
Η αποκατάσταση ενός μνημείου τέτοιας σημασίας φέρνει στο προσκήνιο και το ζήτημα της διατήρησης του αρχικού του χαρακτήρα. Στην ερώτηση για ενδεχόμενη αναθεώρηση της μόνιμης έκθεσης και την επιστημονική ευθύνη της παρουσίασής της, ο Χρατσιά Ταστσιάν αναφέρεται στη διατήρηση της εξωτερικής όψης του συγκροτήματος και στην εφαρμογή του αρχικού αρχιτεκτονικού σχεδίου:
«Δεν θα υπάρξουν αλλαγές στην εξωτερική όψη του μνημειακού συγκροτήματος. Οι αρμόδιοι φορείς της αρμενικής κυβέρνησης, στους οποίους συμμετέχουν αρχιτέκτονες και άλλοι αναγκαίοι ειδικοί, διασφαλίζουν ότι η ανακαίνιση προχωρεί σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο, βάσει του οποίου κατασκευάστηκε το συγκρότημα πριν από έξι δεκαετίες. Με βάση τη δραστηριότητα αυτών των φορέων, μπορούμε να δηλώσουμε με βεβαιότητα ότι δεν υπάρχει καμία παρέκκλιση από το υφιστάμενο σχέδιο».
Ο ασκών προσωρινά χρέη διευθυντή επανέρχεται στα ερωτήματά μας για την ανακαίνιση, απορρίπτοντας την υπόθεση ότι υπάρχει λόγος ανησυχίας:
«Για να είμαι ειλικρινής, εκπλήσσομαι που έχουν τεθεί τέτοιες ερωτήσεις. Γιατί υποθέσατε ότι το σχέδιο θα μπορούσε να αλλοιωθεί ή ότι διαταράσσεται το χρονοδιάγραμμα; Δεν υπάρχει απολύτως καμία βάση για να σκέφτεται κανείς έτσι. Οι σχετικές εικασίες έχουν εκλείψει προ πολλού, καθώς ο κόσμος αντιλήφθηκε πολύ γρήγορα ότι όλα όσα αφορούν την ανακαίνιση του μνημειακού συγκροτήματος προχωρούν σωστά».
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Μουσείου τον Ιούνιο, επικεφαλής της αρχιτεκτονικής ομάδας της αποκατάστασης είναι ο Σασούρ Καλασιάν, ένας από τους δημιουργούς του αρχικού συγκροτήματος. Στην ίδια ανακοίνωση διευκρινιζόταν ότι το μνημείο και το μουσείο θα συνεχίσουν να λειτουργούν κανονικά και θα παραμείνουν ανοιχτά στους επισκέπτες και στις επίσημες αντιπροσωπείες σε όλη τη διάρκεια των εργασιών.
Η παραίτηση της Γκζογιάν και οι εγγυήσεις ανεξαρτησίας
Τα ερωτήματα για το Μουσείο-Ινστιτούτο απέκτησαν ιδιαίτερο βάρος τον Μάρτιο του 2026, όταν η διευθύντρια Έντιτα Γκζογιάν υπέβαλε την παραίτησή της. Ο πρωθυπουργός Νικόλ Πασινιάν παραδέχθηκε ότι της είχε ζητήσει να αποχωρήσει, συνδέοντας την απόφασή του με την επίσκεψη του αντιπροέδρου των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς στο Τσιτσερνακαμπέρντ και με την προσφορά βιβλίου για το Αρτσάχ (Ναγκόρνο Καραμπάχ).
Κατά τον Νικόλ Πασινιάν, η κίνηση ήταν αντίθετη στην εξωτερική πολιτική της κυβέρνησής του – την περίοδο εκείνη προσπαθούσε να διατηρήσει τις λεπτές ισορροπίες και τις ειρηνευτικές συνομιλίες με το Αζερμπαϊτζάν.

Η εξέλιξη προκάλεσε αντιδράσεις μέσα και έξω από το ίδρυμα. Σύμφωνα με το CivilNet, και οι 74 εργαζόμενοι υπέγραψαν κοινό αίτημα για την ανατροπή της απόφασης. Παράλληλα, 25 διεθνείς μελετητές των Γενοκτονιών ζήτησαν την επαναφορά της Έντιτα Γκζογιάν, προειδοποιώντας ότι η απομάκρυνσή της απειλεί την ανεξαρτησία του Ινστιτούτου και στέλνει ανησυχητικό μήνυμα για πολιτική παρέμβαση στους ακαδημαϊκούς οργανισμούς.
Ο Χρατσιά Ταστσιάν, διπλωμάτης και πρώην συνεργάτης του Πασινιάν, ανέλαβε προσωρινός διευθυντής τον Μάρτιο. Η Γκζογιάν εξακολουθεί να εργάζεται στο ίδρυμα ως επικεφαλής του Τμήματος Νομικών Μελετών για τη Γενοκτονία των Αρμενίων.
Πώς εγγυάται, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, την επιστημονική ανεξαρτησία του Μουσείου-Ινστιτούτου; Η απάντησή του στηρίζεται στη νομοθεσία:
«Η νομοθεσία της Δημοκρατίας της Αρμενίας εγγυάται την ακαδημαϊκή ανεξαρτησία των Αρμένιων επιστημόνων και, ειδικότερα, των επιστημόνων του Μουσείου-Ινστιτούτου. Συγκεκριμένα, αναφέρομαι στον νόμο για την Ανώτατη Εκπαίδευση και την Επιστήμη. Ο νόμος αποκλείει το ενδεχόμενο οποιασδήποτε παρέμβασης στην επιστημονική δραστηριότητα των ερευνητών».

Το ζήτημα τέθηκε και πιο συγκεκριμένα: θα πρέπει η ιστορία του Αρτσάχ και η βία κατά των Αρμενίων στο Σουμγκάιτ, στο Μπακού και στο Γκαντζάκ να παραμείνουν μέρος της έρευνας και της δημόσιας παρουσίασης του Μουσείου-Ινστιτούτου; Και ποιος αποφασίζει τελικά τα όρια της ιστορικής του αφήγησης;
Ο Χρατσιά Ταστσιάν αναφέρει ότι υπάρχει αντίστοιχο τμήμα που ασχολείται με αυτά τα θέματα και επαναλαμβάνει τη θέση του για την αυτονομία των επιστημόνων:
«Το Μουσείο-Ινστιτούτο διαθέτει αντίστοιχο τμήμα που ασχολείται με τα ζητήματα που επισημάνατε. Και πάλι, οι επιστήμονές μας έχουν προστατευμένη ακαδημαϊκή ανεξαρτησία. Αυτή κατοχυρώνεται από το νόμο. Αποφασίζουν οι ίδιοι την κατεύθυνση και τη φύση της έρευνάς τους».
Η διεθνής αναγνώριση και η εξωτερική πολιτική
Ένα ακόμη ερώτημα αφορά τη σχέση της αποστολής του ιδρύματος με τις επιλογές της αρμενικής κυβέρνησης. Το 2025 ο Νικόλ Πασινιάν δήλωσε ότι η διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων δεν συγκαταλέγεται στις προτεραιότητες της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Τη θέση αυτή επιβεβαίωσε και ο υπουργός Εξωτερικών Αραράτ Μιρζογιάν.
Το Μουσείο-Ινστιτούτο, από την πλευρά του, στην ανακοίνωσή του για την 110η επέτειο της Γενοκτονίας, στις 24 Απριλίου 2025, επαναβεβαίωνε ως μέρος της επιστημονικής και εκπαιδευτικής του αποστολής την τεκμηρίωση και μελέτη της Γενοκτονίας, τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης, την προώθηση της διεθνούς αναγνώρισης και καταδίκης της και την ενεργό αντιμετώπιση της άρνησης.
Πώς συμβιβάζονται οι δύο θέσεις; Ο Χρατσιά Ταστσιάν διαχωρίζει το επιστημονικό έργο του Ινστιτούτου από τη διαχείριση του ζητήματος στη διπλωματία:
«Δεν βλέπω καμία αντίφαση εδώ. Η δραστηριότητά μας είναι ακαδημαϊκού χαρακτήρα. Το Μουσείο-Ινστιτούτο δεν ασχολείται με τις πτυχές του ζητήματος που αφορούν την εξωτερική πολιτική».
Η υπόθεση του 2023 και η νέα απογραφή
Η διαφύλαξη των συλλογών επανήλθε στη δημόσια συζήτηση την 1η Σεπτεμβρίου, όταν το Μουσείο αναφέρθηκε εκ νέου στις καταγγελίες του 2023 ότι καταστρέφονταν ή καίγονταν υλικά σχετικά με τη Γενοκτονία.
Το ίδρυμα υπενθύμισε ότι είχε τότε διαψεύσει τις καταγγελίες και επικαλέστηκε πλέον τα αποτελέσματα της επίσημης έρευνας και των πραγματογνωμοσυνών που φτάνουν τις 22 σελίδες. Η έρευνα είχε ξεκινήσει από ένα βίντεο που δημοσιεύθηκε στις 27 Μαΐου 2023. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, τα εξετασθέντα έγγραφα αξιολογήθηκαν ως εργασιακού, πληροφοριακού και αντιγραφικού χαρακτήρα, χωρίς μοναδικότητα, πρωτοτυπία ή αυτοτελή ιστορική, πολιτιστική και καλλιτεχνική αξία, και δεν θεωρήθηκαν αντικείμενα πολιτιστικής αξίας.

Η ανακοίνωση αποτέλεσε την αφορμή για να ζητήσουμε από τον Χρατσιά Ταστσιάν διευκρινίσεις για τις σημερινές δικλίδες προστασίας: ποιες διαδικασίες απογραφής, συντήρησης και ψηφιοποίησης εφαρμόζονται, ώστε να προστατεύονται οι συλλογές και να ενισχύεται η εμπιστοσύνη του κοινού;
Στις γραπτές απαντήσεις του αναφέρει ότι η αρμενική νομοθεσία προβλέπει τακτικές απογραφές και ότι μια νέα διαδικασία είχε ξεκινήσει λίγες ημέρες νωρίτερα. Με βάση την εκτίμησή του, η ολοκλήρωσή της τοποθετείται στο 2028-2029:
«Σύμφωνα με την αρμενική νομοθεσία, οφείλουμε να πραγματοποιούμε τακτικές απογραφές των συλλογών μας. Έτσι, πριν από λίγες ημέρες ξεκινήσαμε μια τέτοια διαδικασία, η οποία πιθανόν να είναι αρκετά μακρά και θα ολοκληρωθεί μόνο το 2028-2029. Στο Μουσείο-Ινστιτούτο λειτουργεί επίσης τμήμα ψηφιοποίησης. Το τμήμα αυτό ασχολείται με τα ζητήματα που αναφέρατε στην ερώτηση».
Το Αρμενικό Ζήτημα και οι προτεραιότητες της επόμενης διετίας
Οι ερωτήσεις προς τον προσωρινό διευθυντή αφορούσαν επίσης τις ερευνητικές, εκπαιδευτικές και διεθνείς προτεραιότητες του Μουσείου-Ινστιτούτου για τα επόμενα δύο χρόνια, καθώς και τον χρόνο επιλογής μόνιμου διευθυντή.
Ο Χρατσιά Ταστσιάν περιγράφει συνέχεια στη στρατηγική του ιδρύματος: «Στρατηγικά, οι στόχοι μας παραμένουν αμετάβλητοι. Όπως και στο παρελθόν, επικεντρώνονται στη μελέτη της Γενοκτονίας των Αρμενίων, καθώς και στη διατήρηση και διάδοση της ιστορικής της μνήμης».
Το ερευνητικό πεδίο που παρουσιάζει περιλαμβάνει τόσο τη Γενοκτονία όσο και το ευρύτερο Αρμενικό Ζήτημα, με όλες τις πτυχές που συνδέονται με την ιστορία τους.
«Γενικότερα, ο κύριος στόχος του Μουσείου-Ινστιτούτου είναι η επιστημονική έρευνα των ιστορικών, νομικών, κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών πτυχών του Αρμενικού Ζητήματος και της Γενοκτονίας των Αρμενίων, συμπεριλαμβανομένων των αιτίων και των συνεπειών της. Η ζωή και η δραστηριότητα του αρμενικού λαού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούν ένα ακόμη πεδίο έρευνας που μας ενδιαφέρει. Επιπλέον, επιδιώκουμε την επιστημονική εκλαΐκευση της γνώσης που έχουμε αποκτήσει, στην Αρμενία, στη διασπορά και στο εξωτερικό», εξηγεί.

Για την εκλογή μόνιμου διευθυντή παραπέμπει στο συμβούλιο των επιτρόπων του ιδρύματος, διευκρινίζοντας ότι η απόφαση ανήκει σε αυτό:
«Όσο για την εκλογή του διευθυντή, το ερώτημα αυτό θα πρέπει να απευθυνθεί στο συμβούλιο των επιτρόπων· εκείνοι αποφασίζουν».
Αρμένιοι, Έλληνες και Ασσύριοι στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο
Για το ελληνικό κοινό, ιδιαίτερη σημασία έχει η προσέγγιση του Μουσείου-Ινστιτούτου στις ιστορικές συνδέσεις ανάμεσα στην αρμενική, την ποντιακή ελληνική και την ασσυριακή εμπειρία κατά την ύστερη οθωμανική περίοδο.
Η σύνδεση αυτή αποτυπώνεται ήδη σε δραστηριότητες του ιδρύματος. Στις 19 Μαΐου φέτος η ανώτερη ερευνήτρια του Μουσείου-Ινστιτούτου Τεχμινέ Μαρτογιάν συμμετείχε στην εκδήλωση μνήμης για τα θύματα της Γενοκτονίας των Ποντίων στην ελληνική κοινότητα του Αλαβερντί. Λίγες ημέρες αργότερα, στις 23 Μαΐου, στο Μουσείο προβλήθηκε η ταινία της Γεσίμ Ουστάογλου Περιμένοντας τα σύννεφα, που πραγματεύεται την ιστορία κρυπτοελλήνων στην Τουρκία, με παρουσία μελών της ελληνικής κοινότητας της Αρμενίας.
Πώς κατανοεί το Ινστιτούτο τις ιστορικές συνδέσεις ανάμεσα στις τρεις εμπειρίες; Θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε κοινό ερευνητικό ή εκθεσιακό πρόγραμμα με φορείς στην Ελλάδα;
«Οι Γενοκτονίες των Ποντίων Ελλήνων και των Ασσυρίων βρίσκονται στο επίκεντρο της προσοχής μας. Το Μουσείο-Ινστιτούτο διαθέτει Τμήμα Συγκριτικών Μελετών Γενοκτονιών και αυτό αποτελεί ακριβώς ένα από τα πεδία δραστηριότητάς του», απαντά ο Χρατσιά Ταστσιάν.
Όπως ο ίδιος διατυπώνει τη θέση του, οι τρεις Γενοκτονίες μπορούν να εξεταστούν στην ίδια ιστορική περίοδο και μέσα σε κοινό πολιτικό πλαίσιο:
«Οι Γενοκτονίες των Αρμενίων, των Ελλήνων και των Ασσυρίων συνέβησαν την ίδια ιστορική περίοδο και μπορούν να εξεταστούν μέσα στο ίδιο πολιτικό πλαίσιο. Είμαστε ανοιχτοί στη συνεργασία και δεν αποκλείουμε την υλοποίηση κοινών πρωτοβουλιών γύρω από αυτό το θέμα».

















