Άγκυρα, 1927. Το ημερολόγιο δείχνει 15 Οκτωβρίου και ο Μουσταφά Κεμάλ ανεβαίνει στο βήμα για να αφηγηθεί πώς γεννήθηκε η Τουρκία. Μιλά επί έξι ημέρες, μέχρι τις 20 Οκτωβρίου, για περίπου 36½ ώρες. Ακροατήριό του ήταν μέλη του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος, κατά το δεύτερο συνέδριο που φιλοξενήθηκε στην αίθουσα της Εθνοσυνέλευσης. Η Τουρκική Δημοκρατία δεν είχε συμπληρώσει ακόμη τέσσερα χρόνια ζωής.
Η ομιλία έμεινε γνωστή ως «Νουτούκ» –στα τουρκικά, «Λόγος»–, και απέκτησε βαρύτητα πολύ μεγαλύτερη από έναν πολιτικό απολογισμό.
Ουσιαστικά έβαλε τη σφραγίδα στα «πρακτικά» της ίδρυσης του κράτους, με τον ίδιο τον Μουσταφάλ Κεμάλ στο κέντρο: ποιος είχε σώσει το έθνος, ποιοι είχαν σταθεί απέναντί του και πώς έπρεπε να θυμούνται οι επόμενες γενιές τη διαδρομή προς τη νίκη.
Η πρώτη φράση της μετέφερε το ακροατήριο οκτώ χρόνια πίσω: «Αποβιβάστηκα στη Σαμψούντα στις 19 Μαΐου 1919».
Και αν για τους Τούρκους τότε τοποθετείται η έναρξη του Πολέμου της Ανεξαρτησίας (σήμερα, η 19η Μαΐου είναι επίσημη εθνική γιορτή, ως «Ημέρα Μνήμης του Ατατούρκ, Νεολαίας και Αθλητισμού»), η ίδια μέρα σημαίνει κάτι διαφορετικό για τους Έλληνες του Πόντου.
Η άφιξη του μετέπειτα ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας σηματοδοτεί την κεμαλική φάση της Γενοκτονίας, σε μια διαδικασία διώξεων που είχε ήδη αρχίσει υπό τους Νεότουρκους και συνεχίστηκε με εκτοπίσεις, σφαγές και την καταστροφή κοινοτήτων. Έτσι, η αφετηρία της εθνικής αναγέννησης στην τουρκική αφήγηση συμπίπτει έτσι με ένα ορόσημο της καταστροφής στην ιστορία του ποντιακού ελληνισμού.

Αυτή η «συνύπαρξη» –η μεγάλη αντίφαση, θα λέγαμε– κάνει τη «Νουτούκ» ιδιαιτέρως σημαντική για την κατανόηση της εποχής. Το κείμενο προσφέρει την εκδοχή του ηγέτη που επικράτησε. Δίπλα της χρειάζεται να διαβαστεί η ιστορία των πληθυσμών που πέθαναν, εκδιώχθηκαν ή αποκλείστηκαν από το κράτος που συγκροτούνταν.
Η ιστορία αρχίζει στη Σαμψούντα
Τον Μάιο του 1919 η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρίσκεται στην πλευρά των ηττημένων του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Οι Σύμμαχοι έχουν επιβάλει τους όρους της ανακωχής, ξένες δυνάμεις βρίσκονται σε οθωμανικά εδάφη και ο Ελληνικός Στρατός έχει αποβιβαστεί στη Σμύρνη τέσσερις ημέρες πριν από την άφιξη του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα. Αυτή είναι η κατάσταση από την οποία ξεκινά η αφήγησή του.
Η επιλογή της αφετηρίας έχει συνέπειες. Το 1915 και η εξόντωση των Αρμενίων προηγούνται της κύριας ιστορίας που επιλέγει να διηγηθεί. Το επίκεντρο μεταφέρεται από την αυτοκρατορία που άσκησε μαζική βία στους χριστιανούς υπηκόους της στο έθνος που παρουσιάζεται να απειλείται με διαμελισμό.

Ο ερευνητής Τόνι Αλαράντα έχει αναλύσει τη «Νουτούκ» ως κείμενο που διαμόρφωσε την επίσημη ιστορική εκδοχή της ίδρυσης της Τουρκικής Δημοκρατίας. Ο αφηγητής γνωρίζει ήδη την έκβαση των γεγονότων και οργανώνει αναδρομικά τη διαδρομή προς αυτήν. Η στρατιωτική νίκη και η δημιουργία του κράτους εμφανίζονται στενά συνδεδεμένες με τη δική του καθοδήγηση, ενώ οι πολιτικοί ανταγωνιστές του κρίνονται μέσα από τη σχέση τους με αυτή την πορεία.
Η ίδια η διάρθρωση του «Λόγου» ενισχύει την πολιτική του λειτουργία.
Το κοινό του 1927 καλείται να δει τα προηγούμενα χρόνια μέσα από μια ήδη ολοκληρωμένη νίκη. Οι επιλογές του ηγέτη αποκτούν το κύρος της δικαίωσης, ενώ οι διαφωνίες μπορούν να ενταχθούν στην ιστορία των εμποδίων που ξεπεράστηκαν.
Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ομιλία των 36½ ωρών είναι μια σημαντική πρωτογενής πηγή και ταυτόχρονα αντικείμενο κριτικής μελέτης. Φωτίζει τα γεγονότα, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η εξουσία ήθελε να τα θυμούνται.
Το 1915 και η ευθύνη των Νεότουρκων
Η Γενοκτονία των Αρμενίων οργανώθηκε από την οθωμανική κυβέρνηση που ελεγχόταν από την Επιτροπή «Ένωση και Πρόοδος», τους Νεότουρκους. Οι εκτοπίσεις, οι σφαγές και οι θανατηφόρες πορείες προς την εξορία υπηρετούσαν την καταστροφή της αρμενικής παρουσίας στην Ανατολία, όπως τεκμηριώνει το Μουσείο Μνήμης του Ολοκαυτώματος των ΗΠΑ.
Ο Μουσταφά Κεμάλ το 1915 ήταν στρατιωτικός διοικητής στην Καλλίπολη. Η ευθύνη της νεοτουρκικής ηγεσίας για το σχεδιασμό και την εφαρμογή του σχεδίου για την αρμενική γενοκτονία διακρίνεται από τον μεταγενέστερο ρόλο του στη δημιουργία της Δημοκρατίας. Η Φατμά Ουλγκέν, που έχει μελετήσει συστηματικά το λόγο του για τους Αρμένιους, ξεχωρίζει τη μη συμμετοχή του στις εκτοπίσεις και τις σφαγές του 1915 (αυτές που η επίσημη Τουρκία επιμένει να αρνείται, ως οργανωμένο σχέδιο), από τη συμβολή του στη συγκρότηση της εθνικής αφήγησης και της άρνησης.

Η χρονολόγηση επιτρέπει να εξεταστούν οι συνέχειες: ποια στελέχη και δίκτυα πέρασαν στο εθνικιστικό κίνημα, ποιοι μηχανισμοί επαναχρησιμοποιήθηκαν και τι απέγιναν οι περιουσίες των ανθρώπων που είχαν εξοντωθεί ή εκδιωχθεί. Η αλλαγή πολιτεύματος δεν έκλεισε από μόνη της κανένα από αυτά τα ζητήματα.
Οι χριστιανοί στην αφήγηση του εθνικού κινδύνου
Οι Αρμένιοι και οι Έλληνες εμφανίζονται ήδη στις πρώτες σελίδες της «Νουτούκ». Ο Μουσταφά Κεμάλ αναφέρεται σε οργανώσεις, εκκλησιαστικούς παράγοντες και χριστιανικά δίκτυα που παρουσιάζει ως φορείς εδαφικών επιδιώξεων και κινδύνους για την τουρκική κυριαρχία. Ανάμεσά τους βρίσκεται και η ιδέα της δημιουργίας της Δημοκρατίας του Πόντου.
Από τη «Νουτούκ»: Ο ισχυρισμός για την προστασία των περιουσιών:
«…η περιουσία των Αρμενίων είχε προστατευθεί…».
Αυτή είναι η συνέπεια που αποδίδει ο Μουσταφά Κεμάλ στη δράση των χριστιανικών πληθυσμών. Το χωρίο αφορά το 1919. Τότε όμως οι αρμενικές κοινότητες είχαν ήδη υποστεί τη γενοκτονική πολιτική, ενώ και οι ελληνικοί πληθυσμοί είχαν βιώσει εκτοπισμούς και καταναγκαστική εργασία. Στην αφήγηση, το βάρος πέφτει στον κίνδυνο που, κατά τον Τούρκο ηγέτη, αντιπροσωπεύουν για το κράτος. Η βία που είχε ήδη ασκηθεί εναντίον τους υποχωρεί από το προσκήνιο.
Εδώ εντοπίζεται ένας ουσιαστικός δεσμός του κειμένου με την ιστορία της γενοκτονικής βίας: η κατανομή των ρόλων.
Οι χριστιανικοί πληθυσμοί προβάλλουν κυρίως ως δρώντες εναντίον του έθνους, ενώ η δική τους καταστροφή δεν αποκτά αντίστοιχη θέση στην αφήγηση.
Στη μελέτη της για τον κεμαλικό λόγο περί Αρμενίων, η Φατμά Ουλγκέν εντοπίζει την επαναλαμβανόμενη αντιπαράθεση ανάμεσα στην εικόνα των Αρμενίων ως δραστών και των Τούρκων ως καταπιεσμένου έθνους. Κατά την ανάλυσή της, αυτή η ασυμμετρία συνέβαλε στην εδραίωση της άρνησης.
Σε συνέντευξή της στο pontosnews.gr, η καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν Φατμά Μιουγκέ Γκιοτσέκ έθεσε το ζήτημα στη βάση της συγκρότησης του κράτους: «Η Τουρκική Δημοκρατία ιδρύθηκε ως ένα ενιαίο, εθνοτικά προσανατολισμένο κράτος».
Περιγράφοντας τη μετάβαση από την αυτοκρατορία στο εθνικό κράτος, σημείωνε: «Αυτό που συνέβη ήταν αποκλεισμός και συστημική διάκριση». Στην ανάλυσή της, η άρνηση συνδέεται με μια ταυτότητα που συγκροτήθηκε μέσα από τον αποκλεισμό και αναπαράγεται μέσω της εκπαίδευσης και της δημόσιας ιστορίας.

Η «Νουτούκ» μπορεί να διαβαστεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο: ως ένα από τα θεμελιώδη κείμενα που προσδιόρισαν ποιοι χωρούσαν στη νέα εθνική ιστορία και με ποιον ρόλο. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά την αναγνώριση των καταδιωγμένων ως θυμάτων οργανωμένης κρατικής πολιτικής. Η παρουσία των ονομάτων τους σε ένα κείμενο δεν συνεπάγεται και παρουσία της δικής τους εμπειρίας.
Η συνέχεια περνούσε και από τις περιουσίες
Ο ιστορικός Έρικ Γιαν Ζίρχερ έχει αναδείξει τη συνέχεια ανάμεσα στους Νεότουρκους και στους κεμαλικούς, με έμφαση στα στελέχη, στον εθνικισμό και στην κληρονομιά μιας δεκαετίας πολέμων και αναγκαστικών μετακινήσεων. Μια ιδιαίτερα χειροπιαστή πλευρά αυτής της συνέχειας αφορά την ιδιοκτησία.
Η εξαφάνιση ή η εκδίωξη των χριστιανικών κοινοτήτων άφηνε πίσω σπίτια, καταστήματα, γη και επιχειρήσεις. Η επιστροφή των εκτοπισμένων θα έθετε αναγκαστικά το ερώτημα ποιος τα κατείχε και με ποιο δικαίωμα.
Από τη «Νουτούκ»: Ο ισχυρισμός για την προστασία των περιουσιών:
«…η περιουσία των Αρμενίων είχε προστατευθεί…».
Ο Μουσταφά Κεμάλ παρουσιάζει εδώ τη θέση του παραρτήματος του Ερζερούμ της Ένωσης για την Υπεράσπιση των Εθνικών Δικαιωμάτων των Ανατολικών Επαρχιών. Ο ισχυρισμός αφορούσε την προστασία των αρμενικών περιουσιών έως τη ρωσική εισβολή στην περιοχή. Η επίκληση της προστασίας αντιπαραβάλλεται με όσα καταγράφει η έρευνα για τη νομοθεσία των κατασχέσεων και την εφαρμογή της ήδη από το 1915.
Ο Βαχάγκν Αβεντιάν εξετάζει στη μελέτη του για τη συνέχεια κράτους και ευθύνης τις κατασχέσεις αρμενικών περιουσιών και τις αποφάσεις των εθνικιστικών Αρχών. Καταγράφει την επαναφορά της σχετικής νομοθεσίας το 1922 και τη σημασία που είχε η αποτροπή της επιστροφής για όσους είχαν ωφεληθεί από τις απαλλοτριώσεις.

Η ιστορικός Έλινορ Μόρακ, ανώτερη ερευνήτρια και διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο του Μπάμπεργκ στη συνέντευξή της στο pontosnews.gr, εξήγησε πώς η απουσία των ιδιοκτητών μετατράπηκε σε διοικητικό και νομικό εργαλείο.
Η νομοθεσία του 1915 αφορούσε τις περιουσίες των εκτοπισμένων Αρμενίων. Με τους νόμους του 1922 και του 1923 ο μηχανισμός κάλυψε και τις ελληνορθόδοξες περιουσίες. Οι διατυπώσεις αποσύνδεαν την απουσία των ανθρώπων από τη βία που την είχε προκαλέσει, ενώ η υποτιθέμενη διαφύλαξη της ιδιοκτησίας τους κατέληγε στην αναδιανομή της.
«Μεγάλο μέρος της περιουσίας αρπάχτηκε απλώς από ισχυρούς ανθρώπους. Ό,τι απέμεινε βγήκε σε δημοπρασία», ανέφερε η Έλινορ Μόρακ. Περιέγραφε επίσης επιτροπές που ακολουθούσαν τον τουρκικό στρατό το 1922, καταγράφοντας και διαθέτοντας τα υπάρχοντα των χριστιανικών πληθυσμών.
Η αναγνώριση της καταστροφής μπορούσε, επομένως, να ανοίξει πολύ συγκεκριμένα ζητήματα: επιστροφή, αποκατάσταση, ιδιοκτησία. Η ιστορική συνέχεια είχε υλικό αντίκρισμα στην οικονομία και στην κοινωνία του νέου κράτους.
Η άλλη Σαμψούντα: Όσα κατέγραφαν τα αμερικανικά πλοία
Η 19η Μαΐου καθιερώθηκε από την ελληνική Βουλή, με τον νόμο 2193/1994, ως ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου. Η επιλογή συνδέει τη μνήμη με την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ το 1919 και την περίοδο που ακολούθησε, χωρίς να μεταθέτει σε εκείνη την ημέρα την έναρξη όλων των διώξεων. Είχαν προηγηθεί εκτοπισμοί, καταναγκαστική εργασία και επιθέσεις κατά κοινοτήτων.
Από τη «Νουτούκ»: Ο φόβος για ελληνικό κράτος στον Πόντο:
«…το ζυγό των Ελλήνων».
Με αυτή την έκφραση ο Μουσταφά Κεμάλ περιγράφει όσα επιδίωκε να αποτρέψει μια οργάνωση της Τραπεζούντας για τον μουσουλμανικό πληθυσμό, μπροστά στην προοπτική ίδρυσης ελληνικού ποντιακού κράτους. Η επίκληση της προστασίας των μουσουλμάνων χρειάζεται να διαβαστεί δίπλα στις αναφορές για τη μεταχείριση των Ελλήνων αμάχων. Η ύπαρξη εδαφικών διεκδικήσεων και ένοπλων συγκρούσεων δεν εξηγεί από μόνη της τον εκτοπισμό οικογενειών και την καταστροφή κοινοτήτων.

Για την κεμαλική περίοδο υπάρχουν τεκμήρια που επιτρέπουν να δούμε τη Σαμψούντα από διαφορετική θέση από εκείνη του αφηγητή της «Νουτούκ». Στον τόμο των Ρόμπερτ Σενκ και Σάββα Κοκτζόγλου, βασισμένο σε αμερικανικά ναυτικά ημερολόγια και αναφορές, συγκεντρώνονται καταγραφές από την πόλη και την περιοχή του Πόντου το 1921–1922.
Το pontosnews.gr είχε παρουσιάσει τεκμήρια της έρευνάς τους, με αποσπάσματα που παραχώρησαν ο Σάββας Κοκτζόγλου και οι εκδόσεις Δίσιγμα. Οι αμερικανικές αναφορές καταγράφουν εκτοπίσεις προς την ενδοχώρα, διώξεις οικογενειών και καταστροφή κοινοτήτων.
Η παρουσία του Αμερικανικού Ναυτικού είχε πρωτίστως στόχο την προστασία Αμερικανών πολιτών και συμφερόντων. Οι κυβερνήτες ωστόσο κατέγραφαν όσα έβλεπαν, καθώς και συνομιλίες με τοπικές αρχές, εμπόρους και κατοίκους. Στα τεκμήρια εμφανίζονται οι οικογένειες των εκτελεσμένων Ελλήνων, η απειλή εκτοπισμού των γυναικόπαιδων και οι πιέσεις προς όσους επιχειρούσαν να διαφύγουν.
Οι καταγραφές χρειάζονται, όπως κάθε ιστορική πηγή, κριτική ανάγνωση: διάκριση της άμεσης παρατήρησης από την πληροφορία τρίτων και εξέταση της θέσης του συντάκτη. Προσφέρουν όμως ανεξάρτητο υλικό, το οποίο μεταφέρει τη συζήτηση από την αυτοπαρουσίαση του εθνικιστικού κινήματος στις πρακτικές των αρχών του απέναντι στους αμάχους.
Οι γενοκτονίες και οι μεταξύ τους συνδέσεις
Το 2007 η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών υιοθέτησε ψήφισμα που χαρακτήρισε γενοκτονία την οθωμανική εκστρατεία εναντίον χριστιανικών μειονοτήτων την περίοδο 1914-1923, αναφερόμενη στους Αρμένιους, τους Ασσύριους και στους Έλληνες του Πόντου και της Ανατολίας.
Ο Ελληνοαυστραλός ιστορικός δρ Θεμιστοκλής Κρητικάκος είχε επιμείνει στις συνδέσεις των τριών περιπτώσεων, στη συνέντευξή του: «Οι ιστορίες αυτές συνδέονται βαθιά ως προς τη γεωγραφία, τη χρονολογία και τις μορφές βίας της ύστερης οθωμανικής περιόδου».
Στην ανάλυσή του, από την ηγεσία των Νεότουρκων μέχρι το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα διακρίνεται μια κατεύθυνση δημογραφικής αναδιάρθρωσης και απομάκρυνσης πληθυσμών. Η κοινή εξέταση φωτίζει τόσο τις συνδέσεις όσο και τις διαφορές στην κλίμακα και στην εφαρμογή της βίας.

Οι ιστορικές κρίσεις, πάντως, δεν ταυτίζονται σε κάθε επιμέρους περίπτωση. Ο Νόρμαν Νάιμαρκ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, είχε εκφράσει στη δική του συνέντευξη επιφύλαξη για τη χρήση του όρου «γενοκτονία» ως γενικής προσέγγισης της περίπτωσης των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ξεχώριζε ωστόσο τον Πόντο:
«Η περίπτωση των Ποντίων Ελλήνων είναι ιδιαίτερη και θα μπορούσε κάλλιστα να ανταποκρίνεται στις αντιλήψεις μας περί γενοκτονίας. Απλώς δεν γνωρίζω αρκετά».
Η διατύπωση περιλαμβάνει και την εκτίμηση και το όριο γνώσης που θέτει ο ίδιος. Η συζήτηση για τους ορισμούς οφείλει να παραμένει συνδεδεμένη με τα συγκεκριμένα τεκμήρια: ποιοι στοχοποιήθηκαν, με ποιες πρακτικές, από ποιους μηχανισμούς και με ποιο αποτέλεσμα. Οι διαφορετικοί χρόνοι και οι διαφορετικές αλυσίδες ευθύνης είναι απαραίτητα στοιχεία αυτής της εξέτασης.
Η Λοζάνη και η διεθνής αποδοχή των τετελεσμένων
Η Σύμβαση της Λοζάνης υπογράφηκε στις 30 Ιανουαρίου 1923. Προέβλεπε υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών με θρησκευτικό κριτήριο, με εξαιρέσεις για τους Έλληνες κατοίκους της Κωνσταντινούπολης και τους μουσουλμάνους της Δυτικής Θράκης, σύμφωνα με τους ειδικούς ορισμούς της.
Στο άρθρο 3 υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: στην ανταλλαγή εντάσσονταν και όσοι είχαν ήδη εγκαταλείψει τις αντίστοιχες περιοχές από τις 18 Οκτωβρίου 1912. Η διεθνής ρύθμιση περιέλαβε, επομένως, και προϋπάρχοντες πρόσφυγες. Οι μετακινήσεις και ο ξεριζωμός είχαν προηγηθεί των υπογραφών.
Η ανταλλαγή είχε τη δική της ιστορία εξαναγκασμού και απώλειας. Δεν εξηγεί τις προηγούμενες σφαγές και πορείες θανάτου, ούτε μετατρέπει αναδρομικά κάθε εκτοπισμό σε συμφωνημένη μετακίνηση. Η διατήρηση της διάκρισης είναι απαραίτητη για να κατανοηθεί η καταστροφή του μικρασιατικού και ποντιακού ελληνισμού.

Υπάρχει, όμως, και η διεθνής πλευρά: πώς τα αποτελέσματα της βίας έγιναν αποδεκτά ως βάση της νέας ειρήνης. Ο ιστορικός του Πανεπιστημίου Άστον Φόλκερ Προτ, στη συνέντευξή του για τη Σμύρνη το διατύπωσε συγκεκριμένα: «Η προστασία των μειονοτήτων είναι ζήτημα ισχύος».
Κατά την ανάλυσή του, καθώς ο συσχετισμός μετατοπιζόταν υπέρ των Τούρκων εθνικιστών, οι συμμαχικές ηγεσίες απέφευγαν μια στρατιωτική σύγκρουση και επιδίωκαν σχέσεις με τους νέους κυρίαρχους της Μικράς Ασίας. Η αποδοχή της υποχρεωτικής ανταλλαγής ενέταξε τον μαζικό ξεριζωμό στη λογική της επίλυσης μιας διεθνούς σύγκρουσης.
Αυτή η διάσταση διευρύνει την ανάγνωση της «Νουτούκ». Το 1927 ο Μουσταφά Κεμάλ μιλούσε έχοντας πίσω του και τη διεθνή αναγνώριση του κράτους που είχε ιδρύσει. Η επιτυχία του εθνικιστικού κινήματος είχε αποκτήσει τη σφραγίδα της διπλωματίας, ενώ η μοίρα των χριστιανικών πληθυσμών είχε ήδη ενταχθεί σε μια νέα μεταπολεμική διευθέτηση.
Ποια ιστορία ακούγεται μετά τις 36 ώρες
Η «Νουτούκ» παραμένει απαραίτητη για την κατανόηση της Τουρκικής Δημοκρατίας: της νομιμοποίησης της ηγεσίας της, της ερμηνείας του πολέμου και της συγκρότησης της εθνικής της μνήμης. Η αξία της ως πηγής συνδέεται ακριβώς και με τη θέση από την οποία γράφτηκε.
Η ιστορία των γενοκτονιών απαιτεί να ανοίξει το πεδίο πέρα από αυτή τη θέση. Οι διοικητικές αποφάσεις, οι αναφορές εξωτερικών παρατηρητών, τα στοιχεία για τις περιουσίες και οι μαρτυρίες των επιζώντων επιτρέπουν να ανασυντεθούν οι ζωές και οι καταστροφές που υποχωρούν στην ιδρυτική αφήγηση του κράτους.
Η Σαμψούντα της 19ης Μαΐου 1919 βρίσκεται στο σημείο όπου αυτές οι ιστορίες τέμνονται. Ο Μουσταφά Κεμάλ την επέλεξε ως αρχή της δικής του αφήγησης. Για τους Έλληνες του Πόντου παραμένει ορόσημο της κεμαλικής φάσης της Γενοκτονίας και ημερομηνία μνήμης για τους νεκρούς και τους ξεριζωμένους.

















