Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «αλφάβητον Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’ και το Μέρος Β’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιβ’. «Τ’ άνθος μου το πολύτιμο μόνος να το μαράνω; Τ’ άνθος της θείας χάριτος; Δεν πρόκειται να τ’ ανεχθώ εγώ αυτό το πράγμα.
»Κι αν μ’ άρπαξες και με κρατάς τώρα απ’ τον χιτώνα, να με γυμνώσεις δεν μπορείς απ’ την εγκράτειά μου», της λέει τότε ο Ιωσήφ· κι ύστερα είπε κι άλλα:
«Γυναίκα, μη νομίζεις πως δεν θα δει κανένας ετούτο το παράπτωμα·
»είναι Θεός στον ουρανό κι από ψηλά μάς βλέπει.
»Το γένος του Αβραάμ, μαθές, δεν ξέρει από τέτοια· παράταιρο είναι για εμάς να πάει κανείς με πόρνες.
»Να κάψεις θες τον άνδρα σου; Τον βασιλιά τον Πετεφρή θες να αποτεφρώσεις;
»Ομολογώ πως έχεις πάνω μου εξουσία· όμως αυτή βασίζεται σ’ αγοραπωλησία, αφού με αγοράσατε, με πήρατε ως δούλο.
»Όμως, αυτό που μου ζητάς, αν θα το κάνω ή όχι, είναι στην εξουσία μου· εγώ είμαι το αφεντικό, εσύ δεν έχεις λόγο! Η ελπίδα μου είναι
»στον Θεό! Κράτησε τον χιτώνα μου κι έχε τον, χάρισμά σου! Γιατί υπάρχει και Θεός, ο
»Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
ιγ’. Ακέραιος κι ακλόνητος βγήκε ο γενναίος νικητής στο αγώνισμα της πάλης, κι ας πάλεψε με αντίπαλο τη φοβερή πορνεία. Κάνει μια έτσι και πηδά έξω από την παλαίστρα,
ωραίος κι αξιοπρεπής· με δάφνες στο κεφάλι του καλοστεφανωμένος, πέφτει και προσκυνάει, έχοντας πλήρη επίγνωση, τον μέγα αγωνοθέτη – που είναι, βέβαια, ο Θεός.
Αντί όμως για βραβείο, τον κλείσανε στη φυλακή.
Γιατί η Αιγύπτια, βλέπετε, κατείχε τέχνη κοφτερή, πικρή και αδυσώπητη.
Με τις συκοφαντίες της εξόργισε τον Πετεφρή, τον έστρεψε εναντίον του·
το μαύρο άσπρο έκανε, και έριξε το φταίξιμο στο αρχοντόπαιδό μας.
Στα χέρια της κρατώντας του Ιωσήφ το ρούχο, δήθεν ως αποδεικτικό, το έδειχνε στον Πετεφρή·
τα δάκρυα που έχυνε πέλαγος γίναν αλμυρό που βυθιζόταν μέσα του και θαλασσοπνιγόταν από το πάθος του έρωτα κι απ’ τον πολύ τον πόθο.
Με τούτα και με κείνα, τον έπεισε τον Πετεφρή στη φυλακή να στείλει κείνον που έτσι κραύγαζε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
ιδ’. Αλλόκοτα οργίστηκε και μαίνεται με τρόπο που είναι ασυνήθιστος, αυτός που στην πραγματικότητα ήταν ο αρχισφαγέας που έφερνε στου Φαραώ την τράπεζα σφαχτάρια.
Πού να την βρει, ο αμαθής, τη γνώση που χρειάζεται ώστε να καταλάβει, πως πρέπει να καλλιεργεί ως άνθρωπος το νου του με τη σοφία, τη σύνεση που η αγνότητα χαρίζει;
Αν είχε τέτοια σύνεση, δεν θα τον ξεγελούσαν τα δόλια τεχνάσματα.
Ανόητος ως δικαστής, κριτής με δίχως κρίση! Μάρτυρας υπεράσπισης
υπάρχει για τον Ιωσήφ ο ίδιος του ο χιτώνας. Πού ’ναι, λοιπόν, το ρούχο του;
Ψάξε να βρεις πού είναι, και δες πόσο αξιόπιστη είναι η σύζυγός του.
Αν –όπως ισχυρίζεται– ήταν αυτή που ξέφυγε τρέχοντας από εκείνον, πώς γίνεται να έχει στα χέρια της το ρούχο του;
Νομίζεις πως έτσι απλά μπορείς να αδικήσεις τον δούλο σου, που σαν κι αυτόν άλλος κανείς δεν είναι στ’ αλήθεια τόσο ελεύθερος;
Έννοια σου όμως, θα τον δεις να λάμπει σαν τον ήλιο και να φωνάζει δυνατά:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
ιε’. Των έντιμων προγόνων ο αντάξιος απόγονος στη φυλακή πια κατοικεί, γιατί δεν καταδέχτηκε αυτός να αμαρτήσει·
και γίνεται της φυλακής αυτός οικοδεσπότης, φιλόξενος και συνετός σαν τον προπάτορα Αβραάμ ‒ σ’ αυτόν θέλει να μοιάσει.
Με τ’ όνειρο που ερμήνευσε, οι πάντες τον θαυμάσανε και για σοφό τον είχαν,
γιατί ως ονειροκρίτης, έναν τον επανάφερε ξανά στο αξίωμά και του αποκατάστησε και πάλι την τιμή του,
κι άλλον τον έστειλε να πάει κάτω στη χώρα των νεκρών, ήγουν στον μαύρο Άδη.
Και έτσι, με τούτη την υπόθεση που εμπλέκονταν του παλατιού οι δύο υπηρέτες, ο νέος φανερώθηκε πως είναι ένας προφήτης.
Πολλά μέσα στη φυλακή πρέπει κανείς ν’ αντέξει, μα αυτός ένιωθε άνετα, ελεύθερος κι ωραίος.
Γιατί, μέσα στη σκοτεινιά και μες στη στενοχώρια ρίζωσε της βασιλικής πορφύρας τούτη η ρίζα,
που όταν ήρθε ο καιρός έλαμψε σαν τον ήλιο, για αυτόν που βροντοφώναζε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
ις’. Όνειρο είδε ο Φαραώ άσχημο και στενάχωρο, και τους σοφούς συμβούλους του κάλεσε
και τους λέει: «Είδα, που λέτε, σε όνειρο κι ήταν εφτά αγελάδες που ήταν ωραίες και παχιές και καλοταϊσμένες
κι άλλες εφτά αδύνατες που έφεγγαν τα πλευρά τους. Και τρώγαν οι αδύνατες
τις καλοζωισμένες και τις κατασπαράζανε. Και πάλι είδα ύστερα
εφτά ώριμα στάχυα που ήταν γεμάτα με καρπό·
μαζί τους ήταν κι άλλα εφτά κακόμοιρα κι αδύνατα που τα έκαψε ο λίβας.
Κι έγιναν πάλι τα παχιά τα στάχυα τα δεμένα, τροφή για τα μικρότερα τα στάχυα τα καμένα».
Κι εκεί που απορούσανε όλοι με τ’ όνειρό του κι εξήγηση δεν βρίσκανε,
τον γρίφο λύνει ο Ιωσήφ· και εξηγώντας τ’ όνειρο, στεφάνι νίκης πήρε κι αμέσως βροντοφώναξε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
ιζ’. Ανώτερος απ’ όλους τους ρήτορες και τους σοφούς δείχτηκε ο νεαρός μας· κι έγινε άρχοντας τρανός στη χώρα της Αιγύπτου.
Ήτανε τόσο όμορφο να βλέπεις άρχοντα τρανό, μεγάλο βασιλέα, να έχει φροντίδα πατρική για τον λαό του ολάκερο λες κι ήτανε παιδιά του!
Τις αποθήκες γέμιζε με απόθεμα τροφίμων που ήτανε περισσότερα απ’ της θάλασσας την άμμο.
Για κάθε άνθρωπο εκεί στάθηκε ως οικονόμος του, σωστός αποθηκάριος και μέγας τροφοδότης.
Κι έτσι, όταν, αργότερα, ήρθε λιμός αβάσταχτος στων Χαναναίων τη χώρα,
τους δέκα γιους του ο Ιακώβ, σ’ αποστολή τους στέλνει.
«Πάτε», τους λέει, «στην Αίγυπτο, παιδιά μου, γιατί
»ακούω ότι είναι ένας άνθρωπος σπουδαίος εκεί πέρα που το σιτάρι στο λαό απλόχερα »μοιράζει και τρέφει έτσι αρχοντικά όλους τους πεινασμένους.
»Τον ίδιο σας τον αδερφό αν τύχει εκεί να βρείτε, να πείτε, να κραυγάσετε:
»“Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας”».
















