«Τα χρυσά φύλλα του Πόντου». Έτσι χαρακτήρισε πρόσφατα η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών τα καπνά, δημοσιεύοντας μια σπάνια φωτογραφία με γυναίκες που αρμαθιάζουν φύλλα – μια εικόνα που συμπυκνώνει έναν ολόκληρο κόσμο.
Πίσω από τα δεμάτια και τα ξύλινα τελάρα κρύβονται χιλιάδες οικογένειες που έζησαν από την καπνοκαλλιέργεια, χωριά που ανέπτυξαν την οικονομία τους χάρη στις εξαγωγές και άνθρωποι που κουβάλησαν αυτή την τεχνογνωσία μέχρι τις νέες πατρίδες τους μετά τον ξεριζωμό.
Για τους περισσότερους, ο καπνός συνδέεται σήμερα με τις περίφημες καπναποθήκες της Καβάλας ή της Ξάνθης. Πολύ πριν όμως η Μακεδονία και η Θράκη γίνουν το επίκεντρο της ελληνικής καπνοπαραγωγής, ο Πόντος ήταν μία από τις σημαντικότερες περιοχές παραγωγής των περίφημων ανατολικών καπνών, προϊόντων που ταξίδευαν στις αγορές της Ευρώπης και της Ανατολής και αποτελούσαν μία από τις βασικές πηγές εισοδήματος των ελληνικών κοινοτήτων.

Δεν ήταν μια εύκολη καλλιέργεια. Ήταν επίπονη, απαιτούσε γνώσεις, εμπειρία και ατελείωτες ώρες χειρωνακτικής εργασίας. Από τη σπορά μέχρι τη δεματοποίηση, σχεδόν κάθε στάδιο περνούσε από ανθρώπινα χέρια. Και γι’ αυτό ο καπνός δεν έγινε μόνο οικονομία· έγινε τρόπος ζωής.
Το «χρυσάφι» του Πόντου
Η καλλιέργεια του καπνού ήταν διαδεδομένη σχεδόν σε όλες τις περιοχές του Πόντου. Σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, καλλιεργούνταν διάφορες ποικιλίες, όπως ο μπασμάς και ο σαμψούς, ενώ την καλύτερη ποιότητα παρήγαγε η περιοχή της Σαμψούντας, που εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα παραγωγής και εμπορίας ανατολικών καπνών.
Η φήμη των καπνών της Σαμψούντας και της Μπάφρας ξεπερνούσε τα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Το λεπτό φύλλο, το έντονο άρωμα και η ιδιαίτερη ποιότητά τους τα κατέστησαν περιζήτητα στις διεθνείς αγορές, με αποτέλεσμα να αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους εξαγωγικούς πλούτους της περιοχής.
Για πολλές οικογένειες, ο καπνός ήταν η βασική πηγή εισοδήματος – ήταν αυτό που πλήρωνε τους φόρους, συντηρούσε το σπίτι, επέτρεπε στα παιδιά να μορφωθούν και κρατούσε ζωντανή την τοπική οικονομία.
Η Ρεζί και το μονοπώλιο που γέννησε το λαθρεμπόριο
Η αξία του καπνού ήταν τόσο μεγάλη ώστε δεν άργησε να βρεθεί στο επίκεντρο οικονομικών συμφερόντων.
Με βάση τη σύμβαση που είχε συνάψει το οθωμανικό κράτος με τη γαλλικών συμφερόντων Ρεζί (Régie), οι καπνοπαραγωγοί ήταν υποχρεωμένοι να παραδίδουν ολόκληρη την παραγωγή τους στην εταιρεία, η οποία καθόριζε μονομερώς τις τιμές αγοράς.
Για τους καλλιεργητές, οι αποζημιώσεις ήταν συχνά εξευτελιστικές, γεγονός που δημιούργησε έντονες αντιδράσεις στις καπνοπαραγωγικές περιοχές.
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο αναπτύχθηκε το λαθρεμπόριο. Παραγωγοί και διακινητές προσπαθούσαν να παρακάμψουν το μονοπώλιο, διαθέτοντας το προϊόν τους σε καλύτερες τιμές.
Σύμφωνα με την Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού, σε αυτό το αλισβερίσι συμμετείχαν ακόμη και γνωστοί μουσουλμάνοι αρχηγοί παραστρατιωτικών ομάδων ή ληστρικών συμμοριών, όπως ο Νεσάτ, στην περιοχή της Τραπεζούντας.
Ο καπνός λοιπόν, δεν υπήρξε μόνο πηγή πλούτου. Έγινε αιτία συγκρούσεων, πεδίο οικονομικής εκμετάλλευσης και αντικείμενο μιας παράλληλης αγοράς που αναπτύχθηκε ακριβώς επειδή η επίσημη διακίνηση δεν εξασφάλιζε αξιοπρεπές εισόδημα στους ανθρώπους που τον καλλιεργούσαν.

Και όμως, πίσω από όλα αυτά τα οικονομικά μεγέθη βρίσκονταν άνθρωποι. Οικογένειες που από τα πρώτα φυτά μέχρι το τελευταίο δεμάτι δούλευαν συλλογικά, μετατρέποντας την καλλιέργεια σε μια γνώση που περνούσε από γενιά σε γενιά.
Η τέχνη του καπνού: Μια γνώση που περνούσε από γενιά σε γενιά
Η καπνοκαλλιέργεια ήταν μια τέχνη που μεταδιδόταν από τους μεγαλύτερους στους νεότερους και απαιτούσε ακρίβεια σε κάθε στάδιο. Ένα λάθος στη φύτευση, στην περιποίηση ή στην αποξήρανση μπορούσε να υποβαθμίσει την ποιότητα του προϊόντος, και μαζί το εισόδημα μιας ολόκληρης οικογένειας.
Η Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού διασώζει όχι μόνο τις καλλιεργητικές πρακτικές αλλά και το ιδιαίτερο λεξιλόγιο που τις συνόδευε, αποκαλύπτοντας έναν κόσμο όπου ακόμη και τα εργαλεία είχαν τις δικές τους ονομασίες στην ποντιακή διάλεκτο.
Για τη φύτευση χρησιμοποιούνταν τα τσιβία, ξύλινα εργαλεία σε σχήμα Γ με μυτερή άκρη, με τα οποία άνοιγαν τις τρύπες στο χώμα. Όταν η φύτευση γινόταν με νερό, χρησιμοποιούσαν το τσιβίν, ξύλινο εργαλείο σε σχήμα Τ με μεταλλική απόληξη.
Το πότισμα γινόταν με το σιτίλ’, ένα ποτιστήρι από τσίγκο, ενώ το νερό μεταφερόταν στα χωράφια μέσα στα κουρτσέκα, ξύλινους κάδους που φορτώνονταν στα ζώα ή μεταφέρονταν στους ώμους. Για την αποθήκευση του νερού υπήρχαν τα μεταλλικά καζάνα.

Η φροντίδα της φυτείας συνεχιζόταν με τα μακκέλα, μικρές τσάπες που χρησίμευαν τόσο για το ξεβοτάνισμα όσο και για να συγκεντρώνεται χώμα γύρω από τις ρίζες των φυτών, ώστε να αναπτύσσονται καλύτερα.
Όταν έφτανε η ώρα της συγκομιδής, άρχιζε μια ακόμη πιο απαιτητική διαδικασία.
Από το φύλλο στο δεμάτι
Τα φύλλα του καπνού δεν κόβονταν όλα μαζί. Η συγκομιδή γινόταν σταδιακά, καθώς κάθε επίπεδο του φυτού ωρίμαζε διαφορετική χρονική στιγμή.
Αμέσως μετά ακολουθούσε μια εργασία που απαιτούσε υπομονή και επιδεξιότητα: το αρμάθιασμα. Με τις χαρακτηριστικές βελόνες, μεγάλες μεταλλικές βελόνες στις οποίες περνούσε το καπνόσχοινο, οι εργάτες περνούσαν ένα-ένα τα φύλλα, δημιουργώντας τις αρμαθιές που στη συνέχεια θα κρεμιούνταν για να ξεραθούν.
Η εικόνα αυτή αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στη φωτογραφία που δημοσίευσε η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών – μια δωρεά της Ουρανίας Λαμψίδου.
Γυναίκες καθισμένες η μία δίπλα στην άλλη, σκυμμένες πάνω από τα φύλλα, εργάζονται ασταμάτητα, μετατρέποντας μια χρονοβόρα διαδικασία σε σχεδόν μηχανική κίνηση. Είναι μια φωτογραφία που αποτυπώνει όχι μόνο μια εργασία, αλλά και τον ρόλο που είχαν οι γυναίκες στην οικονομία της οικογένειας.

Αφού ολοκληρωνόταν η αποξήρανση, τα φύλλα στοιβάζονταν σε παστάλες. Για να αποκτήσουν την κατάλληλη μορφή πριν από τη δεματοποίηση χρησιμοποιούνταν τα γουντάχα, δύο ξύλινες σανίδες που συγκρατούσαν τα φύλλα.
Το τελευταίο στάδιο γινόταν με το τεγκί’, γνωστό και ως σαντούχ’, ένα ξύλινο πιεστήριο που συμπίεζε τον καπνό στα χαρακτηριστικά δέματα με τα οποία θα έφτανε στην αγορά.
Δεν υπήρχαν «ανδρικές» και «γυναικείες» δουλειές
Η καπνοκαλλιέργεια ήταν από τις λίγες αγροτικές δραστηριότητες που απαιτούσαν τη συμμετοχή ολόκληρης της οικογένειας.
Οι άνδρες αναλάμβαναν κυρίως τις βαριές αγροτικές εργασίες, όμως οι γυναίκες είχαν καθοριστικό ρόλο στην επεξεργασία του καπνού. Το ξεδιάλεγμα των φύλλων, το αρμάθιασμα, η αποξήρανση, η ταξινόμηση και η προετοιμασία για τη δεματοποίηση απαιτούσαν υπομονή, εμπειρία και εξαιρετική προσοχή στη λεπτομέρεια.

Δεν ήταν τυχαίο ότι σε πολλές οικογένειες η περίοδος της συγκομιδής άλλαζε εντελώς το ρυθμό της καθημερινότητας. Οι αυλές μετατρέπονταν σε υπαίθρια εργαστήρια, όπου μικροί και μεγάλοι συμμετείχαν στην ίδια διαδικασία. Ο καπνός δεν ήταν δουλειά ενός ανθρώπου· ήταν υπόθεση ολόκληρου του σπιτιού.
«Εσείς που είστε προκομμένοι…»
Το πόσο πολύτιμη θεωρούνταν αυτή η γνώση αποτυπώνεται συγκλονιστικά στη μαρτυρία της Κυριακίτσας Κοτζακίδη.
Επιστρέφοντας από την εξορία, η ίδια θυμόταν ότι οι Τούρκοι συγκέντρωσαν τους Έλληνες και τους είπαν:
«Εσείς που είστε προκομμένοι, θα μας βοηθήσετε να γεμίσουν τ’ αμπάρια μας».
Η «προκοπή» στην οποία αναφέρονταν δεν ήταν άλλη από την εμπειρία των Ελλήνων στην καλλιέργεια και επεξεργασία του καπνού.
Η Κυριακίτσα περιγράφει πως εργάστηκε στα καπνοχώραφα, έδενε τα φύλλα σε δέματα και τα παρέδιδε στη Ρεζί, το μονοπώλιο που έλεγχε την αγορά του καπνού στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η γνώση που είχε αποκτήσει μέσα από την καθημερινή εργασία δεν ήταν απλώς επαγγελματική δεξιότητα. Σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ζωής της, έγινε μέσο επιβίωσης.
Όταν η γνώση έγινε αποσκευή
Το 1922 δεν χάθηκαν μόνο πατρίδες, περιουσίες και κοινότητες. Μαζί με τους ανθρώπους ταξίδεψαν στην Ελλάδα και γνώσεις που είχαν αποκτηθεί μέσα από γενιές ολόκληρες. Ανάμεσά τους ήταν και η τέχνη της καπνοκαλλιέργειας.
Χιλιάδες πρόσφυγες από τον Πόντο εγκαταστάθηκαν στη Μακεδονία και τη Θράκη, περιοχές που ήδη διέθεταν σημαντική καπνική παράδοση. Δεν ξεκίνησαν λοιπόν από το μηδέν, ούτε «δίδαξαν» τον καπνό στους ντόπιους παραγωγούς. Έφεραν όμως μαζί τους πολύτιμη εμπειρία στην καλλιέργεια, την επιλογή, την αποξήρανση, την επεξεργασία και την αποθήκευση των περίφημων ανατολικών καπνών, συμβάλλοντας καθοριστικά στην ανάπτυξη του κλάδου στις νέες πατρίδες.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα σε λίγα χρόνια η παραγωγή καπνού στη βόρεια Ελλάδα αυξήθηκε θεαματικά.
Οι πρόσφυγες βρήκαν στα καπνοχώραφα όχι μόνο εργασία, αλλά και έναν τρόπο να αξιοποιήσουν τη γνώση που είχαν αποκτήσει στον Πόντο, μετατρέποντάς την σε μέσο επιβίωσης και επανεκκίνησης της ζωής τους.
Η συνέχεια μιας παράδοσης
Σήμερα, ένα μέρος αυτής της γνώσης διασώζεται μέσα από τα εκθέματα του Εθνολογικού Μουσείου Θράκης, τα οποία παρουσιάζουν τον κύκλο της καλλιέργειας και επεξεργασίας των ανατολικών καπνών.
Αν και αναφέρονται στη θρακική εμπειρία, φωτίζουν έναν κόσμο που παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με εκείνον που γνώριζαν οι καπνοπαραγωγοί του Πόντου.
Η επιλογή των φύλλων ανάλογα με το σημείο του φυτού, το αρμάθιασμα, η αποξήρανση, η διαλογή και η δεματοποίηση ήταν διαδικασίες που απαιτούσαν εμπειρία, υπομονή και ακρίβεια. Η ποιότητα του τελικού προϊόντος κρινόταν πολλές φορές όχι στο χωράφι, αλλά στα ανθρώπινα χέρια που θα επεξεργάζονταν κάθε φύλλο.
Αυτή η τεχνογνωσία αποτελεί σήμερα αναγνωρισμένο στοιχείο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ελλάδας, υπενθυμίζοντας ότι ο ανατολικός καπνός δεν είναι μόνο ένα αγροτικό προϊόν, αλλά ένα ολόκληρο πολιτισμικό κεφάλαιο που διαμόρφωσε κοινωνίες, οικονομίες και τοπικές ταυτότητες.
Ο καπνός έγινε ακόμη και τραγούδι
Όταν μια εργασία σημαδεύει τη ζωή μιας κοινωνίας, περνά αναπόφευκτα και στη λαϊκή της παράδοση.
Έτσι, η καλλιέργεια του καπνού βρήκε θέση και στο ποντιακό τραγούδι.
«Σα καπνά, πουλί μ’, μη πας» λέει το τραγούδι του Κώστα Καραπαναγιωτίδη· «καπνά, σιτάρια εποίν’ναμε / έμεστεν τα παιδία» περιγράφουν οι στίχοι του Χάρη Χολίδη για τη ζωή στον Καύκασο και συγκεκριμένα στο Σοχούμι και στα χωριά του· «Ντό να ευτάω τα καπνά / αφού ’κι παίρω παράν;» ήταν η ερώτηση του Γιώργου Σιδηρόπουλου.
Όπως δηλαδή συνέβη με τα τραγούδια του θερισμού, της ξενιτιάς ή της θάλασσας, έτσι και ο καπνός έγινε στοιχείο της πολιτισμικής ταυτότητας των ανθρώπων που ζούσαν από αυτόν.
















