Στις κάλπες προσέρχονται σήμερα, Σάββατο 29 Αυγούστου, οι Ισλανδοί, προκειμένου να αποφασίσουν εάν η χώρα τους θα επανεκκινήσει τις διαπραγματεύσεις ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες παραμένουν παγωμένες εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.
Η αναμέτρηση εξελίσσεται σε πραγματικό θρίλερ, καθώς οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τους υποστηρικτές και τους αντιπάλους των συνομιλιών σχεδόν ισόπαλους.
Οι κάλπες θα κλείσουν στις 22:00 τοπική ώρα –στη 01:00 τα ξημερώματα της Κυριακής ώρα Ελλάδας–, και τα πρώτα αποτελέσματα αναμένονται μέσα στις επόμενες ώρες.
Περισσότεροι από 40.000 πολίτες, αριθμός που αντιστοιχεί σχεδόν στο 15% του εκλογικού σώματος, είχαν ήδη ψηφίσει έως την Τετάρτη.
Τι ακριβώς αποφασίζουν οι Ισλανδοί
Το ερώτημα που τίθεται στους περίπου 270.000 ψηφοφόρους είναι εάν η Ισλανδία πρέπει να επαναλάβει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις με την ΕΕ.
Ενδεχόμενη επικράτηση του «ναι» δεν σημαίνει ότι η Ισλανδία γίνεται αυτομάτως μέλος της Ένωσης.
Θα ανοίξει απλώς το δρόμο για νέες συνομιλίες με τις Βρυξέλλες. Οποιαδήποτε τελική συμφωνία προκύψει θα πρέπει να τεθεί σε δεύτερο δημοψήφισμα.
Η τελευταία δημοσκόπηση της Gallup, η οποία πραγματοποιήθηκε από τις 24 έως τις 27 Αυγούστου σε δείγμα 4.583 πολιτών, έδωσε οριακό προβάδισμα στο «όχι», με 51,6% έναντι 48,4%.
Λίγες ημέρες νωρίτερα, ωστόσο, έρευνα της Maskína κατέγραφε την ακριβώς αντίθετη εικόνα: 51,3% υπέρ της επανέναρξης των συνομιλιών και 48,7% κατά. Και στις δύο περιπτώσεις η διαφορά βρίσκεται στα όρια του στατιστικού λάθους.
Ακρίβεια, ασφάλεια και αλιεία
Η προεκλογική συζήτηση επικεντρώθηκε κυρίως στο υψηλό κόστος ζωής, στα επιτόκια, στην εθνική κυριαρχία και στον έλεγχο των πλούσιων αλιευτικών ζωνών της χώρας.
Οι υποστηρικτές του «ναι» θεωρούν ότι η στενότερη σύνδεση με την ΕΕ θα μπορούσε να προσφέρει μεγαλύτερη οικονομική και γεωπολιτική ασφάλεια, σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι απειλές του Ντόναλντ Τραμπ κατά της γειτονικής Γροιλανδίας έχουν εντείνει την αβεβαιότητα στον Βόρειο Ατλαντικό.
Η Ισλανδία αντιμετωπίζει παράλληλα υψηλό πληθωρισμό και ιδιαίτερα ακριβά στεγαστικά δάνεια. Το βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας βρίσκεται στο 8%, έναντι 2,25% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Στον αντίποδα, το στρατόπεδο του «όχι» υποστηρίζει ότι η πλήρης ένταξη θα περιόριζε την κυριαρχία της χώρας, κυρίως όσον αφορά την αλιευτική πολιτική. Τα ψάρια και τα θαλάσσια προϊόντα αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% των ισλανδικών εξαγωγών, ενώ ο έλεγχος των χωρικών υδάτων αποτελεί ζήτημα άμεσα συνδεδεμένο με την εθνική ταυτότητα.
Οι πολέμιοι των συνομιλιών επισημαίνουν επίσης ότι η Ισλανδία συμμετέχει ήδη στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και στη ζώνη Σένγκεν, έχοντας πρόσβαση στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά χωρίς να είναι μέλος της ΕΕ.
Οι συνομιλίες που πάγωσαν το 2013
Η Ισλανδία υπέβαλε αίτηση ένταξης το 2009, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση που έπληξε ιδιαίτερα την οικονομία της. Οι επίσημες διαπραγματεύσεις άρχισαν το 2010, αλλά ανεστάλησαν το 2013, όταν ανέλαβε την εξουσία μια ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση.
Το 2015 το Ρέικιαβικ ενημέρωσε τις Βρυξέλλες ότι δεν επιθυμούσε να συνεχίσει τη διαδικασία. Το ζήτημα επανήλθε μετά τις εκλογές του 2024 και την άνοδο στην εξουσία φιλοευρωπαϊκού κυβερνητικού συνασπισμού.
Εάν επικρατήσει το «ναι», το υπουργείο Εξωτερικών της Ισλανδίας εκτιμά ότι οι συνομιλίες θα μπορούσαν να αρχίσουν έως το τέλος του 2026 και να διαρκέσουν από 18 έως 24 μήνες. Εάν κερδίσει το «όχι», η προοπτική ένταξης αναμένεται να παραμεριστεί για αρκετά χρόνια.

















