Τη νύχτα της 26ης Οκτωβρίου 1921, μια λέμβος του ελληνικού πολεμικού πλοίου «Νάξος» πλησίασε την ακτή του Καρά Μπογάζ, δυτικά της Αμισού στον Εύξεινο Πόντο.
Οι άνθρωποι που περισυνελέγησαν δεν έμοιαζαν με ταξιδιώτες. Ήταν οικογένειες από ελληνικά χωριά της περιοχής, οι οποίες επί μήνες κρύβονταν στα δάση και τις σπηλιές, μετακινούνταν τη νύχτα και τρέφονταν με χόρτα. Ανάμεσά τους βρισκόταν ένα επτάχρονο αγόρι με διαμπερές τραύμα από σφαίρα και ένα βρέφος μόλις δύο μηνών.
Την επομένη, 27 Οκτωβρίου 1921, δύο αξιωματικοί του «Νάξος» άρχισαν να καταγράφουν όσα είχαν ζήσει.
Το αποτέλεσμα ήταν μια πεντασέλιδη έκθεση εξέτασης, η οποία διασώθηκε στο Πολιτικό Αρχείο του Εθνικού Συμβουλίου του Πόντου και σήμερα φυλάσσεται στο Αρχείο της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για το τεκμήριο ΑΕ 1533: μια από τις μαρτυρίες που αποκαλύπτουν τι σήμαιναν στην πράξη οι εκτοπισμοί των ελληνικών πληθυσμών.
Η εξέταση «εν πλω»
Η έκθεση συντάχθηκε πάνω στο πλοίο από τον υποπλοίαρχο του Βασιλικού Ναυτικού Εμμανουήλ Κορτέση και τον αξιωματικό Οικονομικού Κωνσταντίνο Αθανασιάδη.
Οι δύο αξιωματικοί εξέτασαν πέντε πρόσφυγες από χωριά της περιφέρειας Αμισού: τον Θεόδωρο Γεωργίου, τον Ηλία Τσολάκογλου, τον Σάββα Καρακωλίδη, την Αγγελική Τυρτικόγλου και τον Ιωάννη Μιχαηλίδη. Μαζί τους είχαν διασωθεί οι σύζυγοι, τα παιδιά και τα εγγόνια τους.
Το σωζόμενο τεκμήριο είναι δακτυλογραφημένο αντίγραφο. Στο τέλος του φέρει την πιστοποίηση «Δια την ακρίβειαν της αντιγραφής» και την υπογραφή του γραμματέα.
Οι καταθέσεις συγκλίνουν σε ένα κοινό χρονικό: από την άνοιξη του 1921 οι κάτοικοι των ελληνικών χωριών άρχισαν να εγκαταλείπουν τα σπίτια τους, όταν πληροφορήθηκαν ότι όσοι συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν προς το εσωτερικό δεν επέστρεφαν.
Αμισός 1921: Γιατί άδειαζαν τα ελληνικά χωριά
Η Αμισός, η σημερινή Σαμψούντα, αποτελούσε ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια του Πόντου. Η οικονομία της περιοχής στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην καλλιέργεια και την εμπορία του καπνού, δραστηριότητα στην οποία είχαν ισχυρή παρουσία οι ελληνικές κοινότητες.
Η ευρύτερη περιοχή ήταν συγχρόνως κομβική για το κεμαλικό κίνημα. Η αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στις 19 Μαΐου 1919, είχε σηματοδοτήσει την έναρξη της οργανωμένης εθνικιστικής κινητοποίησης στην Ανατολία.
Την άνοιξη του 1921 οι κεμαλικές Αρχές προχώρησαν σε μαζικούς εκτοπισμούς του χριστιανικού πληθυσμού από τα παράλια προς το εσωτερικό.
Η παρουσία ελληνικών πολεμικών πλοίων στον Εύξεινο Πόντο και η δράση αντάρτικων ομάδων χρησιμοποιήθηκαν ως αιτιολογία: οι Πόντιοι θεωρήθηκαν ύποπτοι ότι μπορούσαν να βοηθήσουν μια ενδεχόμενη ελληνική απόβαση ή να μεταδίδουν πληροφορίες στα πλοία.
Η απόβαση δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Οι εκτοπισμοί όμως επεκτάθηκαν σε ολόκληρες κοινότητες, μαζί με γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένους. Άνθρωποι πέθαναν από κακουχίες και πείνα στις πορείες, ενώ άλλοι δολοφονήθηκαν από ενόπλους κατά τη μεταφορά τους.
Για τους κατοίκους των χωριών της Αμισού, η φυγή στα βουνά ήταν –όπως προκύπτει από τις μαρτυρίες– μια απελπισμένη επιλογή ανάμεσα στην πείνα και σε έναν εκτοπισμό από τον οποίο πίστευαν ότι δεν θα επέστρεφαν ζωντανοί.
Ο Θεόδωρος Γεωργίου και οι 1.200 συλληφθέντες
Ο πρώτος που κατέθεσε ήταν ο 35χρονος καπνοκαλλιεργητής Θεόδωρος Γεωργίου, από το Χατζή Ντεδέ της περιφέρειας Καβάζας.
Μαζί του είχαν διασωθεί η σύζυγός του Δέσποινα και οι γιοι τους, ο τετράχρονος Δημήτριος και ο επτάχρονος Αβραάμ. Οι αξιωματικοί σημείωσαν στην έκθεση ότι ο Αβραάμ έφερε πρόσφατο διαμπερές τραύμα από σφαίρα κάτω από την αριστερή ωμοπλάτη.
Ο Θεόδωρος Γεωργίου κατέθεσε ότι στα τέλη Μαΐου οι τουρκικές Αρχές συνέλαβαν περίπου 1.200 κατοίκους των γύρω χωριών. Με την αιτιολογία ότι επρόκειτο να μετακινηθούν για στρατιωτικούς λόγους, τους οδήγησαν προς το Καβάκ, στο εσωτερικό της περιοχής.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι περισσότεροι εκτελέστηκαν. Ελάχιστοι κατάφεραν να διαφύγουν και να ειδοποιήσουν τους κατοίκους των χωριών που δεν είχαν ακόμη εκτοπιστεί.
Ακολούθησε μαζική φυγή. Άνθρωποι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους χωρίς να προλάβουν να πάρουν τρόφιμα ή ρούχα. Όπως αναφέρει η έκθεση, «την ημέραν εκρύβοντο εις τα δάση, την δε νύκτα μετεκινούντο».
Στις 7 Ιουνίου, ο Θεόδωρος, η οικογένειά του και μια ομάδα γυναικών και παιδιών περικυκλώθηκαν από ενόπλους. Όταν η μικρή κόρη του άρχισε να κλαίει, εκείνος επιχείρησε να καλύψει το στόμα της για να μην αποκαλυφθεί η κρυψώνα τους. Το παιδί πέθανε από ασφυξία στα χέρια του.
Λίγο αργότερα οι ένοπλοι άνοιξαν πυρ. Επτά γυναίκες σκοτώθηκαν. Ο Θεόδωρος επέζησε μαζί με τη σύζυγο, τους δύο γιους του και την εντεκάχρονη ανιψιά του Ευανθία Στεφάνου, οι γονείς της οποίας είχαν ήδη δολοφονηθεί.
Για τους επόμενους μήνες περιπλανιόνταν στα βουνά. Δεν παρέμεναν στο ίδιο σημείο περισσότερο από μία ή δύο ημέρες, φοβούμενοι ότι θα εντοπιστούν. Κρύβονταν σε σπηλιές και τρέφονταν με χόρτα, ώσπου έφτασαν στην ακτή και περισυνελέγησαν από τη λέμβο του «Νάξος».
Οι υποσχέσεις προστασίας που διαψεύστηκαν
Ο 36χρονος Ηλίας Τσολάκογλου, καπνοκαλλιεργητής από το χωριό Ανδρεάντων, διασώθηκε μαζί με τη σύζυγό του Παρθενία και τον δίχρονο γιο τους Ιωάννη.
Στην κατάθεσή του ανέφερε ότι πριν από τις 10 Ιουνίου είχαν αρχίσει οι εκτοπισμοί των χριστιανικών πληθυσμών προς το εσωτερικό. Η επίσημη δικαιολογία ήταν και πάλι οι στρατιωτικές ανάγκες.
Ο ίδιος υποστήριξε ότι πραγματικός σκοπός ήταν η καταστροφή των εύπορων ελληνικών γεωργικών και εμπορικών κοινοτήτων. Όταν ένας άνθρωπος που είχε διαφύγει από τους εκτοπισμένους μετέφερε όσα είχε δει, πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν τα χωριά και ανέβηκαν στα βουνά.
Ορισμένοι όμως, πείστηκαν να επιστρέψουν. Οι προύχοντες του χωριού τούς διαβεβαίωσαν ότι Αμερικανοί παράγοντες στη Σαμψούντα, καθώς και η παρουσία αμερικανικού πολεμικού πλοίου στο λιμάνι, εγγυούνταν την ασφάλειά τους.
Κατά τον Τσολάκογλου, δύο ημέρες μετά την επιστροφή τους, στις 19 Ιουνίου, οι ένοπλοι επιτέθηκαν και σκότωσαν τους κατοίκους που είχαν παραμείνει στο χωριό, αρχίζοντας από τους προύχοντες.
Η αναφορά στους Αμερικανούς χρειάζεται να τοποθετηθεί στο ιστορικό της πλαίσιο. Από τον Μάιο του 1921 αμερικανικά αντιτορπιλικά κινούνταν στα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου. Η αποστολή τους είχε πρωτίστως σκοπό την προστασία Αμερικανών πολιτών, εμπορικών συμφερόντων, ιεραποστολών και δομών της Near East Relief. Οι κυβερνήτες τους είχαν εντολή να τηρούν ουδετερότητα και δεν διέθεταν εξουσία στρατιωτικής επέμβασης για την προστασία του ελληνικού πληθυσμού.
Αμερικανοί αξιωματικοί κατέγραψαν, ωστόσο, τις εκτοπίσεις και διαμαρτυρήθηκαν στις κεμαλικές Αρχές.
Τον Ιούλιο του 1921 ο Αμερικανός ύπατος αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη, ναύαρχος Μαρκ Μπρίστολ, προειδοποίησε ότι η εκτόπιση περίπου 10.000 γυναικών, παιδιών και ηλικιωμένων από τη Σαμψούντα δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί ως στρατιωτική ανάγκη και έθετε τη ζωή τους σε κίνδυνο.
Προτίμησαν τα βουνά από τον εκτοπισμό
Ο Σάββας Καρακωλίδης ήταν 56 ετών, καπνοκαλλιεργητής και πατέρας οικογένειας. Είχε εγκαταλείψει το χωριό του ήδη από τη νύχτα της 4ης Απριλίου 1921.
Μαζί του βρίσκονταν η σύζυγος και τα παιδιά του, η 16χρονη Ελπίδα και ο 11χρονος Αχιλλέας, καθώς και δύο εγγόνια του, ο 12χρονος Μιλτιάδης και η επτάχρονη Ανθή.
Ο Καρακωλίδης γνώριζε την επίσημη αιτιολογία των εκτοπισμών. Οι κεμαλικές Αρχές κατηγορούσαν τους κατοίκους ότι ενημέρωναν τα ελληνικά πολεμικά πλοία για τις θέσεις των τουρκικών περιπόλων.
Σύμφωνα με τη δική του κατάθεση όμως, κανένας από τους ανθρώπους που είχαν ήδη απομακρυνθεί από τα χωριά δεν είχε επιστρέψει. Γι’ αυτό οι υπόλοιποι προτίμησαν την πείνα, το κρύο και την καταδίωξη από την «υπό το πρόσχημα εκτοπισμού βεβαίαν σφαγήν».
Η οικογένεια έμεινε στα βουνά από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο. Τρεφόταν με χόρτα και περνούσε μεγάλα χρονικά διαστήματα χωρίς καμία τροφή. Όταν ο καιρός χειροτέρεψε και η παραμονή στα υψώματα έγινε αδύνατη, κατέβηκαν προς τη θάλασσα.
Εκεί τους βρήκε η λέμβος του «Νάξος».
Η χήρα που έχασε τον άνδρα της στα τάγματα εργασίας
Ανάμεσα στους μάρτυρες βρισκόταν και η 53χρονη Αγγελική Τυρτικόγλου, καπνοκαλλιεργήτρια από το Ανδρεάντων.
Ο σύζυγός της είχε επιστρατευτεί καταναγκαστικά κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο –ακόμα ένας χριστιανός στα διαβόητα τάγματα εργασίας–, και είχε πεθάνει από τις κακουχίες στο Τσορούμ. Η ίδια είχε απομείνει με τους γιους της, τον 18χρονο Ιωάννη και τον δεκάχρονο Κωνσταντίνο – έτσι, πήρε την απόφαση να ακολουθήσουν την οικογένεια του Καρακωλίδη στα βουνά.
Ένα παιδί γεννημένο και βαπτισμένο στη φυγή
Ο τελευταίος από τους πέντε μάρτυρες ήταν ο 26χρονος Ιωάννης Μιχαηλίδης, κατασκευαστής υποδημάτων από το Ανδρεάντων.
Μαζί του διασώθηκαν η σύζυγός του Βασιλική και ο γιος τους Δημήτριος, ηλικίας δύο μηνών. Το παιδί είχε γεννηθεί ενώ οι γονείς του κρύβονταν στα βουνά και είχε βαπτιστεί εκεί.
Πίσω από αυτή τη λιτή πληροφορία κρύβεται μια ολόκληρη ζωή σε συνθήκες καταδίωξης: εγκυμοσύνη, γέννα και φροντίδα ενός νεογέννητου χωρίς στέγη, επαρκή τροφή ή ιατρική βοήθεια.
Ο Μιχαηλίδης κατέθεσε ακόμη ότι στις 15 Ιουνίου η 50χρονη μητέρα του είχε πάει στην αγορά του Τεπέκιοϊ μαζί με τον δεκάχρονο αδερφό του Στυλιανό και τη 13χρονη αδερφή του Γεωργία. Εκεί συνελήφθησαν μαζί με περίπου 190 Έλληνες.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ορισμένοι από τους κρατουμένους απαγχονίστηκαν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η κατάθεσή του περιλαμβάνει επίσης εξαιρετικά σκληρές περιγραφές για τη θανάτωση παιδιών και την κακοποίηση γυναικών.
Την ίδια εποχή, τα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας δίκαζαν την ηγεσία του Πόντου
Ενώ οικογένειες της υπαίθρου κρύβονταν στα βουνά, στην Αμάσεια είχε αρχίσει η λειτουργία του Δικαστηρίων Ανεξαρτησίας – ή αλλιώς, η εκκαθάριση από τους εχθρούς του καθεστώτος, διά της αγχόνης.
Η πρώτη συνεδρίασή του πραγματοποιήθηκε στις 20 Αυγούστου 1921. Ανάμεσα στους πρώτους κατηγορουμένους ήταν ο εκπαιδευτικός Γεώργιος Παπαμάρκου από την Αμισό. Ακολούθησαν καθηγητές και μαθητές του Κολεγίου Μερζιφούντας, κληρικοί, έμποροι και πρόκριτοι των ελληνικών κοινοτήτων.
Τον Σεπτέμβριο του 1921, τουλάχιστον 174 Πόντιοι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ανάμεσά τους βρίσκονταν σημαντικές προσωπικότητες της οικονομικής, πνευματικής και πολιτικής ζωής του Πόντου.
Οι καταθέσεις στους αξιωματικούς του «Νάξος» αποτυπώνουν έτσι τη δεύτερη πλευρά της ίδιας διαδικασίας.
Στις πόλεις εκτελούσαν την πολιτική, οικονομική και πνευματική ηγεσία. Στην ύπαιθρο, ολόκληρα χωριά εκτοπίζονταν ή εγκαταλείπονταν και οι κάτοικοί τους καταδιώκονταν ως ύποπτοι.
Η μαζική βία –αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε ως γενοκτονία– δεν περιοριζόταν σε μία μέθοδο. Περιλάμβανε εκτοπισμούς, τάγματα εργασίας, επιθέσεις ενόπλων, φυλακίσεις, απαγχονισμούς και την καταστροφή των όρων που επέτρεπαν στις ελληνικές κοινότητες να παραμείνουν στον τόπο τους.

















