Έχουν γραφεί τόμοι και τόμοι μελετών, γιατί ως κοινό αγαπάμε το κακό. Ή, αν θέλετε, τους παραβατικούς ανθρώπους. Η γοητεία του κακού ασκούσε και θα ασκεί πάντα γοητεία στις μάζες. Να φταίει που το 99% (ή μήπως λιγότερο;) ζούμε έντιμα, οπότε γοητευόμαστε από το ξένο, το αντίθετό μας; Από την άλλη, ξεχωριστή βαρύτητα έχει και το…βιογραφικό ενός τέτοιου ανθρώπου.
Ο μύθος του αυτοδημιούργητου έχει πάντα ξεχωριστή γοητεία από κάποιον «γόνο» που τα βρήκε έτοιμα από την οικογένειά του.
Ακόμα και η πτώση του, φαντάζει σαν κάθαρση στα μάτια του κόσμου. Έκανε απατεωνιές, καταπάτησε, παρανόμησε, γλέντησε και ήρθε η ώρα να πληρώσει. Αυτός ήταν ο Αλ Καπόνε (Καπόν προφέρεται κανονικά, αλλά ας όψεται η συνήθεια), ο πρώτος άνθρωπος που χαρακτηρίστηκε από τις αμερικανικές Αρχές «Νο 1 δημόσιος κίνδυνος».

Γεννήθηκε σαν σήμερα το 1899. Και όπως φανερώνει το επίθετό του, ήταν ιταλικής καταγωγής. Ας δούμε την ιστορία του, που σε κάποιους –συγκρινόμενη με κάποιες σημερινές περιπτώσεις– ίσως φανεί ρετρό. Ή ίσως τηρουμένων των…εποχών, βρουν αρκετές ομοιότητες με τους σημερινούς παγκόσμιους Καπόνε.
Από μικρός στην παρανομία
Ο Αλφόνσο «Αλ» Καπόνε γεννήθηκε στο Μπρούκλιν και ήταν το τέταρτο από τα συνολικά εννέα παιδιά του Γκαμπριέλε Καπόνε και της Τερεζίνα Ραϊόλα, Ιταλών μεταναστών από τη Νάπολη. Η «δράση» του άρχισε ηλικία 14 ετών, όταν αποβλήθηκε από το σχολείο επειδή γρονθοκόπησε έναν καθηγητή του. Η ακαδημαϊκή κοινότητα ίσως να έχασε ένα πιθανό μέλος της, αλλά ο μικρός Αλ εντάχθηκε αμέσως στις συμμορίες της πόλης.
Ξεκίνησε ως προστάτης οίκων ανοχής και κλαμπ του Μπρούκλιν. Κάποια στιγμή, σε ένα πανδοχείο όπου δούλευε, ήρθε στα χέρια με έναν πελάτη. Ο Καπόνε έβρισε με αισχρό τρόπο την αδελφή του κι εκείνος έβγαλε σουγιά και του χάραξε το πρόσωπο. Εξαιτίας αυτού, του κόλλησαν το παρατσούκλι «Σημαδεμένος».

Μέχρι τα 20 του χρόνια ο Καπόνε είχε παντρευτεί την Ιρλανδικής καταγωγής Μαίρη Κάφλιν και είχαν αποκτήσει τον γιο τους Άλμπερτ Σόνι Φράνσις Καπόνε. Τότε ο αρχηγός της συμμορίας που ανήκε ο Καπόνε, ο Τζόνι Τόριο, τον κάλεσε στο Σικάγο.
Σύμφωνα με βιογράφους, ο Καπόνε μέχρι τότε είχε ήδη διαπράξει δύο φόνους.
Ο Τόριο και ο Καπόνε κάνουν «χρυσές δουλειές» στο Σικάγο. Βρισκόμαστε στα χρόνια της ποτοαπαγόρευσης. Πρόκειται για την περίοδο από το 1920 έως το 1933, όπου στις ΗΠΑ η παρασκευή, η διακίνηση, η εισαγωγή, η εξαγωγή και η πώληση αλκοολούχων ποτών έγινε παράνομη και δη με συνταγματικό τρόπο.

Το 2025 γίνεται απόπειρα δολοφονίας κατά του Τζόνι Τόριο. Τότε εκείνος αποχωρεί και ο Καπόνε παίρνει τα ηνία της συμμορίας.
Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου
Ο Καπόνε αποδεικνύεται καλύτερος του προκατόχου του και μάλιστα, όπως σημειώνουν, το 1927 έφτασε να έχει προσωπική περιουσία ύψους 100.000.000 δολαρίων. Φυσικά δεν δρούσε ανενόχλητος επειδή οι άλλοι δεν τον είχαν καταλάβει. Ο Αλ Καπόνε είχε δωροδοκήσει τον δήμαρχο του Σικάγου Ουίλιαμ Χέιλι Τόμσον, προκειμένου να κάνει τα «στραβά μάτια» – και όχι μόνο, καθώς ο γκάνγκστερ ανέλαβε το οικονομικό σκέλος προκειμένου να επανεκλεγεί. Μόνο που ο Τόμσον, προβλέποντας τη ήττα του, αποφάσισε να αλλάξει τακτική απέναντι στον Καπόνε. Για να απαλλαχθεί διόρισε νέο αστυνομικό διευθυντή με εντολή να τον συλλάβει. Ο Ιταλός μαφιόζος τελευταίος εγκατέλειψε το Σικάγο για λόγους ασφαλείας, και εγκαταστάθηκε στη Φλόριντα.

Μόνο που είχε αφήσει κάποιους «ανοιχτούς λογαριασμούς», και συγκεκριμένα τον Τζορτζ Μόραν, αρχηγό της συμμορίας του βόρειου Σικάγου. Έτσι στις 14 Φεβρουαρίου, άντρες του Καπόνε, μεταμφιεσμένοι σε αστυνομικούς εισέβαλαν σε ένα γκαράζ όπου πήγαινε ο Μόραν. Η εντολή από τον Καπόνε ήταν να τον τρομοκρατήσουν, ή ακόμα και να τον σκοτώσουν.
Στο γκαράζ εκείνη την ώρα βρίσκονταν επτά άτομα, τα οποία νόμισαν ότι επρόκειτο για έφοδο της αστυνομίας. Ο Μόραν βρισκόταν απέναντι και ετοιμαζόταν να διασχίσει το δρόμο, όταν είδε τους άντρες του Καπόνε. Βλέποντάς τους, τράπηκε σε φυγή. Οι έξι άντρες του όμως δεν είχαν την ίδια τύχη, αφού «γαζώθηκαν» από τουλάχιστον 150 σφαίρες. Εκτός από τους έξι που δολοφονήθηκαν, υπήρχε και άλλος ένας, άσχετος με τη συμμορία, φίλος του Μόραν.
Λόγω της ημέρας, δηλαδή του Αγίου Βαλεντίνου, το όλο σκηνικό έμεινε στην ιστορία ως «Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου».
Το κυνηγητό των διωκτικών Αρχών κατά του Καπόνε γίνεται πλέον πιεστικό. Και τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, τον συλλαμβάνουν για παράνομη οπλοφορία. Καταδικάστηκε σε διετή κάθειρξη, αλλά αποφυλακίστηκε εννέα μήνες αργότερα λόγω καλής διαγωγής.
Στην «πένα»
Δεν είναι λίγοι αυτοί που υποστηρίζουν ότι η υπερπροβολή του ήταν κάτι που του στοίχισε. Έδινε την εικόνα του πετυχημένου επιχειρηματία, οικογενειάρχη και πολύ καλοντυμένου – αλλά και τρομερά σπάταλου. Χαρακτηριστικό ήταν ότι αρκετές φορές έκλεινε ένα ολόκληρο θέατρο, προκειμένου να παρακολουθήσει μαζί με τους δικούς του μια παράσταση.
Και όχι μόνο. Θέλοντας να δείξει ότι δεν είναι ο αιματοβαμμένος γκάγκστερ, αλλά ένας παρεξηγημένος αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας, έκανε δωρεές σε ιδρύματα και διοργάνωνε μέχρι και λαϊκά συσσίτια. Ο ίδιος μάλιστα περνούσε από αυτά, μιλούσε με τον κόσμο, ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που έδινε και δουλειές σε ανθρώπους που του ζητούσαν. Μιλάμε για την περίοδο του κραχ, που ο φτωχοποιημένος κόσμος συνεχώς μεγάλωνε.

Τον Αύγουστο του 1931 είχε δώσει μάλιστα και συνέντευξη στον δημοσιογράφο Κορνήλιο Βάντερμπιλτ, στο περιοδικού Liberty: «Άνθρωποι όπως εμείς πρέπει να βάλουμε το χέρι βαθιά στην τσέπη αν θέλουμε να επιβιώσει ο κοσμάκης. Πέρσι τάιζα 350.000 ανθρώπους κάθε μέρα. Ο φετινός χειμώνας θα είναι χειρότερος. Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε απ’ το Κογκρέσο ή τον κύριο Χούβερ [σσ.: Χέρμπερτ Χούβερ, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ]. Πρέπει να συνεισφέρουμε, ώστε να γεμίσουν οι κοιλιές των πεινασμένων και να ζεσταθούν τα κορμιά τους. Ξέρετε ότι η Αμερική βρίσκεται στο χείλος της κοινωνικής επανάστασης; Ο μπολσεβικισμός βρίσκεται προ των πυλών. Δεν πρέπει να του επιτρέψουμε να εισέλθει», είχε πει.
Η τελευταία πράξη
Την ίδια περίοδο με το «κοινωνικό έργο» του, οι Aρχές συνέχιζαν να τον ψάχνουν. Στην αρχή έγινε δίκη για τη σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου. Οι κατηγορίες όμως έπεσαν στο κενό, και ο Καπόνε απλώς κλήθηκε να πληρώσει 5.000 δολάρια για ασέβεια προς το δικαστήριο, αφού δεν παρουσιάστηκε.
Στις 18 Οκτωβρίου του 1931 ο Αλ Καπόνε καταδικάστηκε για φοροδιαφυγή, και στις 24 Νοεμβρίου του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 11 ετών σε ομοσπονδιακή φυλακή.
Ναι, δεν καταδικάστηκε για τα εγκλήματα, αλλά για οικονομικούς λόγους. Για την καταδίκη βοήθησε και ένας πρώην δικηγόρος του, ο Λόρενς Μάτινγκλι. Φυσικά και πάλι προσπάθησε να δωροδοκήσει ακόμα και τις εισαγγελικές Αρχές, αλλά οι προσπάθειες έπεσαν στο κενό.
Αρχικά κρατήθηκε στις φυλακές της Ατλάντας και λίγο αργότερα στο Αλκατράζ. Εκεί του εκδηλώθηκε το βακτήριο της σύφιλης, το οποίο είχε κολλήσει την περίοδο που δούλευε ως μπράβος σε οίκους ανοχής. Όπως λέγεται ντρεπόταν να ζητήσει ιατρική βοήθεια, επιτρέποντας στη νόσο να εξαπλωθεί με την πάροδο των ετών και να του προξενήσει βαρύτατες βλάβες στον εγκέφαλο.

Αποφυλακίστηκε το 1939 έχοντας εκτίσει ποινή 7,5 χρόνων. Λίγο μετά εισήχθη σε νοσοκομείο της Βαλτιμόρης. Ο ίδιος είχε ζητήσει να πάει στην γη των προγόνων του, τη Νάπολη, όμως αυτό δεν έγινε ποτέ. Χρόνο με το χρόνο η υγεία του επιδεινωνόταν. Το 1946 ο γιατρός του κι ένας ψυχίατρος κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η διανοητική του κατάσταση έμοιαζε πλέον με αυτήν ενός 12χρονου παιδιού.
Αποσύρθηκε μαζί με τη σύζυγό του στη Φλόριντα, όπου και έζησε απομονωμένος μέχρι το θάνατό του από εγκεφαλικό και πνευμονία στις 25 Ιανουαρίου 1947.
Πάμε να δούμε Καπόνε;
Όπως ήταν φυσικό, ο κινηματογράφος ενδιαφέρθηκε για την περίπτωση Καπόνε από την αρχή της…δράσης του. Και αν σκεφτεί κάποιος ότι το είδος γκανγκεστερική ταινία μεγαλούργησε τη δεκαετία του 1930, καταλαβαίνει ότι ο πρώτος υπ’ αριθμόν 1 εγκληματίας της Αμερικής ήταν αγαπημένος ήρωας αυτών των ταινιών. Για ευνόητους λόγους στα τότε φιλμ δεν κατονομαζόταν, ακόμα και όταν μπήκε φυλακή.
Αλ Καπόνε, 1959
Ο Ροντ Στάιγκερ υποδύεται τον γκάνγκστερ σε μια ταινία σκηνοθτημένη από τον Ρίτσαρντ Γουίλσον. Η ταινία χαρακτηρίστηκε από τους κριτικούς ως επιδερμική, όμως η ερμηνεία του πρωταγωνιστή υμνήθηκε δεόντως.

Η σφαγή του Αγίου Βαλεντίνου, 1967
Το χρονικό της «Σφαγής του Αγίου Βαλεντίνου» αποτυπώθηκε σε αυτό καταιγιστικό φιλμ του Ρότζερ Κόρμαν με πρωταγωνιστή τον Τζέισον Ρόμπαρτς και τον νεαρό Τζακ Νίκολσον σε έναν μικρό ρόλο.

Καπόνε, ο αυτοκράτορας του Σικάγου, 1975
Σε σκηνοθεσία Στιβ Κάρβερ και με πρωταγωνιστή τον Μπεν Γκαζάρα κυκλοφόρησε μια ταινία λίγο μπερδεμένη που προσπαθούσε να ισορροπήσει στο γκανγκστερικό έπος (ήταν και τα χρόνια που είχαν θριαμβεύσει οι δύο Νονοί) και τη χιουμοριστική προσέγγιση. Χαρακτηριστικό στιγμιότυπο ήταν όταν η Σούζαν Μπάκλι (που υποδυόταν τη σύζυγό του) τον ρωτάει αν περνά όλο του το χρόνο χτυπώντας κόσμο, κι εκείνος απαντά αφοπλιστικά: «τις Κυριακές παίρνω ρεπό».

Στο ρόλο του Νίκι, ενός από τα πρωτοπαλίκαρα του, βρίσκουμε τον νεαρό Σιλβέστερ Σταλόνε, έναν χρόνο πριν από το θρίαμβο και την αναγνώριση του Ρόκι.
Οι αδιάφθοροι, 1987
Για πολλούς η καλύτερη ενσάρκωση του Αλ Καπόνε έγινε σε μια ταινία που το θέμα της ήταν γύρω από αυτόν, αλλά δεν ήταν πρωταγωνιστής.

Οι Αδιάφθοροι του Μπράιαν Ντε Πάλμα είχαν ως θέμα την αστυνομική ομάδα του Έλιοτ Νες που έστειλε τον Καπόνε στη φυλακή για φοροδιαφυγή. Ο Κέβιν Κόστνερ και ο Άντι Γκαρσία γίνονται σταρ, ο Σον Κόνερι γίνεται ο πρώτος μέχρι στιγμής Τζέιμς Μποντ που κερδίζει Όσκαρ (β’ ανδρικού ρόλου επί προκειμένου).
Στο ρόλο του Αλ Καπόνε, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο δίνει ρέστα.
Καπόνε, 2020
Σε κατ’ οίκον περιορισμό και καταπονημένος από την άνοια που του προκάλεσε η χρόνια σύφιλη, ο άλλοτε πανίσχυρος γκάνγκστερ Αλ Καπόνε έρχεται αντιμέτωπος με το προδιαγεγραμμένο τέλος του.

Αν και πρωτότυπο σαν θέμα και παρά τον Τομ Χάρντι στον πρωταγωνιστικό ρόλο, η ταινία δεν γνώρισε επιτυχία, ούτε εισπρακτική ούτε από την κριτική.
Σπύρος Δευτεραίος
















