Στις 4 Ιουλίου 1921 οι ελληνικές δυνάμεις εισήλθαν στην Κιουτάχεια, μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Φρυγίας και της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας, περίπου 250 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Κωνσταντινούπολης. Η κατάληψή της αποτέλεσε μία από τις τελευταίες μεγάλες επιτυχίες του ελληνικού στρατού κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία, πριν από τη μάχη του Σαγγάριου και τη σταδιακή ανατροπή της στρατιωτικής κατάστασης στο μέτωπο.
Η εικόνα ωστόσο που αντίκρισαν οι Έλληνες στρατιώτες απείχε πολύ από εκείνη μιας ακμάζουσας μικρασιατικής πόλης.
Η χριστιανική κοινότητα είχε ήδη υποστεί βαρύ πλήγμα κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου και των διωγμών που εξαπέλυσαν οι οθωμανικές Αρχές εναντίον των μειονοτικών πληθυσμών της αυτοκρατορίας. Οι περισσότεροι άνδρες είχαν εκτοπιστεί ή είχαν σταλεί στα περιβόητα τάγματα εργασίας, ενώ μεγάλο μέρος του ελληνορθόδοξου και αρμενικού πληθυσμού είχε οδηγηθεί στη Συρία.
Στην πόλη είχαν απομείνει κυρίως γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι. Ορισμένοι άνδρες είχαν καταφέρει να διαφύγουν στα γύρω βουνά για να αποφύγουν τον εκτοπισμό, ενώ άλλοι βρίσκονταν κρατούμενοι στις φυλακές.
Ακόμη και η οικονομική ζωή της Κιουτάχειας είχε σχεδόν παραλύσει. Το εμπόριο και η παραγωγή υπολειτουργούσαν, ενώ πολλοί νεαροί μουσουλμάνοι κάτοικοι είχαν ήδη εγκαταλείψει την πόλη για να ενταχθούν στις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ.
Το ιστορικό πλαίσιο
Από τις αρχές Ιουνίου 1920 ο ελληνικός στρατός προέλαυνε έξω από τη ζώνη ελέγχου της Σμύρνης. Τον Οκτώβριο του 1920 ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχασε τις εκλογές και η νέα κυβέρνηση του Δημητρίου Γούναρη επανάφερε τον βασιλιά Κωνσταντίνο.
Μέχρι τον Οκτώβριο του 1920 οι ελληνικές δυνάμεις είχαν καταλάβει την Πάνορμο και τα Μουδανιά και έως το τέλος του ίδιου μήνα τη γραμμή Νικομήδεια-Προύσα-Ουσάκ.
Οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν και με την αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας και μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου οι τουρκικές δυνάμεις είχαν απωθηθεί προς το Εσκίσεχιρ. Το Αφιόν Καραχισάρ καταλήφθηκε στις 30 Ιουνίου 1921, η Κιουτάχεια στις 4 Ιουλίου και το Εσκίσεχιρ στις 8 Ιουλίου, έπειτα από σθεναρή αντίσταση των κεμαλικών δυνάμεων.
Η ελληνική ηγεσία αποφάσισε την προέλαση του ελληνικού στρατού με αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της Άγκυρας. Την 1 Αυγούστου 120.000 άνδρες διέσχιζαν την Αλμυρή Έρημο και στις 8 Αυγούστου πέρασαν τον Σαγγάριο.
Οι τουρκόφωνοι Ρωμιοί
Η Κιουτάχεια ήταν μία από τις πολλές πόλεις της Μικράς Ασίας όπου η γλώσσα δεν αποτελούσε πάντοτε καθοριστικό στοιχείο της ταυτότητας. Η πλειονότητα των Ελληνορθόδοξων κατοίκων ήταν τουρκόφωνοι και ελάχιστοι μιλούσαν ελληνικά.
Παρά τη γλωσσική αυτή ιδιαιτερότητα, οι κάτοικοι διατηρούσαν ισχυρή εκκλησιαστική και κοινοτική συνείδηση, αποτελώντας τμήμα του πολύμορφου μικρασιατικού Ελληνισμού. Η περίπτωση της Κιουτάχειας υπενθυμίζει ότι στη Μικρά Ασία η ορθόδοξη πίστη και η συμμετοχή στην κοινότητα λειτουργούσαν συχνά ως βασικά στοιχεία αυτοπροσδιορισμού.
Η πόλη που μάγεψε τους Έλληνες στρατιώτες
Παρά τις πληγές του πολέμου, η Κιουτάχεια εξακολουθούσε να προκαλεί δέος.
Οι Έλληνες στρατιώτες έμειναν έκθαμβοι από την αρχιτεκτονική της και κυρίως από τον πολύχρωμο διάκοσμο που συναντούσαν παντού: στις προσόψεις των κτηρίων, στις δημόσιες βρύσες, στα σπίτια και στα εργαστήρια.
Η πόλη ήταν το σπουδαιότερο κέντρο κεραμικής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά το Ιζνίκ και είχε αποκτήσει διεθνή φήμη για τις περίφημες «πορσελάνες της Κιουτάχειας» – αν και στην πραγματικότητα δεν επρόκειτο για πορσελάνη, αλλά για αντικείμενα από λευκό σκληρό πηλό με λαμπερή εφυάλωση.
Η παράδοση της κεραμικής είχε αναπτυχθεί χάρη στα πλούσια κοιτάσματα καολίνη και άλλων ορυκτών της περιοχής. Από τον 15ο αιώνα η Κιουτάχεια είχε αναδειχθεί σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα, ενώ ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι ορισμένα από τα πρώιμα οθωμανικά κεραμικά που παλαιότερα αποδίδονταν στο Ιζνίκ ενδέχεται να έχουν παραχθεί εκεί.
Μια τέχνη που ένωσε τρεις λαούς
Πίσω από αυτή τη σπουδαία παράδοση βρίσκονταν κυρίως Αρμένιοι τεχνίτες, αλλά και Ρωμιοί και μουσουλμάνοι δημιουργοί, οι οποίοι συνδιαμόρφωσαν μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές σχολές της Ανατολής.
Ιδιαίτερα από τον 18ο αιώνα και έπειτα, οι Αρμένιοι κεραμίστες κυριάρχησαν στην παραγωγή και έδωσαν νέα πνοή στην τέχνη της Κιουτάχειας.
Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων, αρκετοί τεχνίτες εγκαταστάθηκαν στην Ιερουσαλήμ, όπου δημιούργησαν τη φημισμένη αρμενική σχολή κεραμικής της Αγίας Πόλης, διατηρώντας ζωντανή την παράδοση της γενέτειράς τους.

Τα κεραμικά της Κιουτάχειας κοσμούσαν παλάτια σουλτάνων, μεγάλα τεμένη, εκκλησίες, μοναστήρια της Μέσης Ανατολής και του Αγίου Όρους, ενώ πολλά από αυτά βρίσκονται σήμερα σε σημαντικές συλλογές μουσείων στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Στην Κιουτάχεια αποφασίστηκε η πορεία προς την Άγκυρα
Η σημασία της πόλης δεν ήταν μόνο πολιτιστική αλλά και στρατηγική. Η ελληνική στρατιά εγκατέστησε εκεί το στρατηγείο της, ενώ στην πόλη έφτασε και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Στις 15 και 16 Ιουλίου 1921 πραγματοποιήθηκαν τα δύο περίφημα πολεμικά συμβούλια, στα οποία συμμετείχαν η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία της χώρας.
Εκεί ελήφθη η ιστορική απόφαση να συνεχιστεί η προέλαση προς την Άγκυρα, με στόχο τη συντριβή των κεμαλικών δυνάμεων και τον τερματισμό του πολέμου.
Η απόφαση αυτή εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έντονης ιστορικής συζήτησης, καθώς πολλοί ιστορικοί θεωρούν ότι στην Κιουτάχεια χαράχθηκε η πορεία προς την πιο φιλόδοξη αλλά και πιο επικίνδυνη φάση της Μικρασιατικής Εκστρατείας.
Το σπάνιο φιλμ
Το 2022, για πρώτη φορά, το Αρχείο της ΕΡΤ παρουσίασε αποσπάσματα από ένα σπάνιο και ιστορικό φιλμ της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού – χρειάστηκαν μήνες για να γίνει η αποκατάστασή του.
Δείχνει την προετοιμασία και τις επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού στη Μικρά Ασία το 1920 και το 1921. Βλέπουμε περιοχές του Σαγγάριου, της Κιουτάχειας και του Εσκίσεχιρ από τις αρχές Ιουνίου του 1920 μέχρι και τις αρχές Αυγούστου του 1921.
«Το φιλμ περιλαμβάνει τη στιγμή που οι επιτυχίες βρίσκονται στην κορύφωσή τους. Μετά την εκστρατεία στον Σαγγάριο θα αρχίσει να κάμπτεται και το επιχειρησιακό και το ηθικό δυναμικό της στρατιάς», είχε τονίσει ο υπεύθυνος Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη Τάσος Σακελλαρόπουλος.
















