Είκοσι χρόνια παρουσίας στη Μελβούρνη συμπλήρωσε φέτος η Μέριμνα Ποντίων Κυριών Ωκεανίας, η μη κερδοσκοπική οργάνωση που δραστηριοποιείται στην κοινωνική προσφορά και στη διατήρηση και προβολή της ποντιακής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η επέτειος τιμήθηκε με εκδήλωση στις 12 Ιουλίου στο Ascot Vale, παρουσία μελών, εθελοντών και εκπροσώπων της ευρύτερης κοινότητας.
Η ιδρύτρια και διευθύντρια της οργάνωσης, Λίτσα Αθανασιάδη, αναφέρθηκε στη συμβολή όσων στήριξαν τη Μέριμνα στα είκοσι χρόνια λειτουργίας της στην Αυστραλία, ενώ στην εκδήλωση μίλησε και η υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων Πέννυ Τσομπανοπούλου. Μεταξύ των παρευρισκομένων ήταν και η δημοτική σύμβουλος Σαμάνθα ΜάκΙντος, εκπρόσωπος της Κεντρικής Περιφέρειας του Μπάλαρατ και πρώην δήμαρχος της πόλης, αναδεικνύοντας με την παρουσία της τους δεσμούς που έχουν αναπτυχθεί γύρω από τη διατήρηση της ποντιακής ιστορικής μνήμης.

Από την Τραπεζούντα στη Μελβούρνη
Η ιστορία της Μέριμνας στην Αυστραλία αρχίζει το 2006, όταν μια ομάδα γυναικών στη Μελβούρνη προχώρησε στη δημιουργία της σημερινής οργάνωσης. Η ίδια η Μέριμνα Ποντίων Κυριών, ωστόσο, τοποθετεί τις ιστορικές της καταβολές πολύ νωρίτερα, στην Τραπεζούντα του Πόντου το 1904. Σύμφωνα με το ιστορικό που παρουσίασε η οργάνωση με αφορμή την επέτειο, αρχικά η Μέριμνα δημιουργήθηκε από γυναίκες με στόχο την εκπαίδευση στις υφαντικές τέχνες και την εξασφάλιση εργασίας για νέες γυναίκες.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, εξελίχθηκε σε χώρο στήριξης γυναικών και, αργότερα, προσφύγων και ορφανών που επέζησαν από τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου.
Η οργάνωση της Μελβούρνης επιχειρεί να συνεχίσει αυτή την παράδοση σε ένα διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον, συνδυάζοντας τη βοήθεια προς ανθρώπους που βρίσκονται σε ανάγκη με δράσεις γύρω από την ιστορία, τον πολιτισμό, τις τέχνες και την ακαδημαϊκή μελέτη του ποντιακού ελληνισμού.
Ένα «τσούλ’» για είκοσι χρόνια δράσης
Ίσως το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της επετείου ήταν ένα υφαντό έργο που δημιουργήθηκε ως οπτική αποτύπωση της εικοσάχρονης διαδρομής της οργάνωσης. Το έργο, δημιούργημα της γραμματέως και Δημιουργικής Παραγωγού της Μέριμνας, Ευθυμίας Κρανίτη, βασίστηκε σε ένα παλαιότερο τσούλ’ που ανήκε στην αείμνηστη Βαρβάρα Καλαϊδοπούλου.
Το τσούλ’ –η ποντιακή εκδοχή της ελληνικής κουρελούς– υφαίνεται από λωρίδες παλιών υφασμάτων.
Στο επετειακό έργο, οι οριζόντιες λωρίδες λειτουργούν σαν ένα είδος χρονογραμμής: Κάθε σειρά παραπέμπει σε ένα έτος δράσης, σε ένα πρόγραμμα ή μια ζωή που άγγιξε και άλλαξε η οργάνωση.

Στην αριστερή πλευρά του υφαντού, λευκές κλωστές μένουν σκόπιμα χαλαρές και διασχίζουν σημεία όπου η ύφανση μοιάζει να έχει διακοπεί.
Η εικόνα χρησιμοποιείται ως σύμβολο της ίδιας της έννοιας της «μέριμνας»: της προσπάθειας να γεφυρώνονται κενά και να ενώνονται όσα κινδυνεύουν να αποκοπούν – μια υπενθύμιση ότι η φροντίδα δεν είναι στιγμιαία πράξη αλλά συνεχής σύνδεση.
Το έργο προσφέρθηκε στη Χριστίνα Δεσποτάρη, επίτιμο μέλος της Μέριμνας Ποντίων Κυριών Ωκεανίας και μέλος της Επιτροπής Μνήμης George Devine Treloar, ως αναγνώριση της υποστήριξής της στις δράσεις της οργάνωσης.
Η μεταφορά της ύφανσης διατρέχει και το επετειακό κείμενο που συνόδευσε το έργο
Σε αυτό, η φιλανθρωπία περιγράφεται όχι ως μια μεγάλη, μεμονωμένη πράξη, αλλά ως μια επίμονη διαδικασία δημιουργίας ενός «δικτύου ασφαλείας» για τους άλλους, «μία κλωστή τη φορά».
Μετά από είκοσι χρόνια στη Μελβούρνη, αυτή είναι ίσως και η εικόνα που επιλέγει η Μέριμνα για να συνοψίσει τη διαδρομή της: όχι ένα έργο ολοκληρωμένο και κλειστό, αλλά ένα υφαντό που εξακολουθεί να μεγαλώνει, νήμα το νήμα.

















