Πριν από λίγες μέρες, και συγκεκριμένα στις 2 Αυγούστου που «έφυγε» ο σπουδαίος Λάκης Χαλκιάς, ήρθε στην επιφάνεια –για όσους ήθελαν φυσικά να ψάξουν– η οικογένεια των Χαλκιάδων. Αυτή η σπουδαία οικογένεια που για πάνω από 150 χρόνια κρατάει ζωντανή τη μουσική μας παράδοση. Και όχι μόνο την κράτησαν ζωντανή, αλλά την εξέλιξαν.
Με κορυφαίο τον Τάσο Χαλκιά, τον πατέρα του προσφάτως εκλιπόντος τραγουδιστή, ο οποίος κυριολεκτικά αγαπήθηκε και από τους Έλληνες αλλά και από τους μουσικούς του εξωτερικού. Και αυτή την «αγάπη» επαγγελματικά την εισέπραξε με μια συνεργασία επί σκηνής που τάραξε τα δεδομένα της εποχής.
Ο Τάσος Χαλκιάς, όπως και ο γιος του Λάκης, έφυγαν από τη ζωή τον Αύγουστο. Σαν σήμερα, το 1992.
Και οι εμπειρίες, το έργο και η αναγνώριση ξεπερνούν τα στενά όρια μιας συνηθισμένης πορείας και ζωής.
Η οικογενειακή παράδοση και η μοίρα
Ο Τάσος ήταν το μικρότερο παιδί από τα πέντε του μουσικού Πολυχρόνη Χαλκιά. Γεννήθηκε στη Γρανιτσοπούλα Ιωαννίνων το 1914 και μεγάλωσε στο Δεσποτικό, σε ένα σπίτι όπου η μουσική δεν σταματούσε ποτέ.
Τα προβλήματα άρχισαν από την ηλικία των 4 ετών, όταν ο πατέρας του και η αδελφή του Πολυξένη, πέθαναν.
Από την άλλη, ο μικρός Τάσος σε ηλικία 6 ετών σχεδόν έμαθε μόνος του να παίζει – χωρίς να γνωρίζει να διαβάζει παρτιτούρα. Λίγο αργότερα, και συγκεκριμένα όταν τελείωνε το δημοτικό, πέρασε από το σπίτι του ένας τσιγγάνος.
«Είχε ένα κλαρίνο βαμμένο, με κάτι πίσσες επάνω, σχισμένο και με τα κλειδιά γυαλισμένα με γυαλόχαρτο», είχε πει σε συνέντευξή του. Και συνέχισε: «Η μητέρα μου έδωσε, μετά από μεγάλη πίεση μου, έξι γίδια για το πάρει. Και ο τσιγγάνος μάς έδωσε ένα παλιοκλάρινο που δεν έλεγε τίποτα. Ήταν το παιχνίδι μου. Και κάτι περισσότερο, ήτανε ο ερωτάς μου. Το είχα αγκαλιά. Παραμάσχαλα. Έπαιζα χωρίς να παίζω».

Έτσι ξεκίνησε να ασχολείται με το κλαρίνο, και στην πορεία άρχισε να παίρνει μαθήματα από τον ξάδερφό του Μάνθο και τον αδερφό του Μήτσο Χαλκιά. Στα 17 του έκανε την πρώτη επαγγελματική εμφάνιση, ενώ δημιούργησαν με τα αδέλφια του την κομπανία «Τα μαύρα πουλιά».
Από τότε οι επαγγελματικές τους δραστηριότητες μοιράζονταν μεταξύ επαρχίας και πρωτεύουσας. Τα καλοκαίρια κυρίως έπαιζαν στα πανηγύρια της Ηπείρου και το χειμώνα εμφανίζονταν στην Αθήνα, σε μαγαζιά της εποχής. «Με τα αδέλφια μου είμαστε ένα! Ακούγαμε ο ένας τον άλλο, και ιδιαίτερα ακούγαμε τον μεγάλο μας αδελφό, τον Μήτσο, που μας μίλαγε για το νόημα που είχε να μπορείς να κρατήσεις τον ήχο της παράδοσης και να μην τον προδώσεις ποτέ. Όταν πρωτοξεκίνησα είπα μέσα μου: “Τάσο, θα συνεχίσεις πραγματικά την παράδοση!”», είχε πει σε συνέντευξή του.
Η μεγάλη τραγωδία
Ο πόλεμος του ’40 τον βρίσκει παντρεμένο και πατέρα δύο παιδιών. Κλήθηκε στο μέτωπο, όπου και τραυματίστηκε. Αμέσως μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Ιωαννίνων. Τα βάσανά του όμως δεν τελείωσαν εκεί.
Την επόμενη χρονιά, σε γερμανικό βομβαρδισμό σκοτώθηκαν η γυναίκα του Χριστίνα και τα δυο τους παιδιά, ο Μιχάλης και ο Αλέξανδρος.
Για έναν χρόνο βιώνει την απόλυτη τραγωδία. Ο ίδιος, πολλά χρόνια αργότερα, είχε πει ότι κόντεψε να τρελαθεί με αυτή την απώλεια. Συν τη φτώχεια που υπήρχε τότε στη χώρα, όπου φυσικά οι δουλειές ήταν σχεδόν ανύπαρκτες.

Το 1942 επιστρέφει στα Ιωάννινα και κατατάσσεται στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ. Εκεί, στη Βίτσα Ζαγορίου, γνώρισε τη δεύτερή σύζυγο του, Μαρίκα. Έναν χρόνο μετά γεννιέται ο γιος τους Μιχάλης (Λάκης). Μαζί θα αποκτήσουν δύο ακόμα παιδιά, τη Νίκη και τον Χρήστο.
Πολλά χρόνια αργότερα σε συνέντευξή του είχε πει μεταξύ άλλων για την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου: «Ο κόσμος είχε μάθει να “παίζει” με τα όπλα! Γι’ αυτό και ό,τι χρωστάμε σε αυτούς που χάθηκαν, μονάχα με τη λογική και τη θύμηση πληρώνονται. Οπότε μαθαίνω πώς την ανταμώνει ο άνθρωπος, με ενοχλεί. Δεν μου αρέσει η μιζέρια! Μας κάνει να μην είμαστε μονιασμένοι. Αυτοί που γλίτωσαν από τα μπλόκα των Γερμανών, τις εκτελέσεις και τις ταλαιπωρίες. Όλοι πρέπει να θυμόμαστε την “κομπίνα” που μας έφτασε να χαθούμε μεταξύ μας. Να μας πιάσει η τρέλα εκείνη που “έκοβε” ο ένας τον άλλο για το τίποτα. Κοντά στη φτώχεια και τις δυσκολίες, να έχουμε και το μίσος!».

Η επανασύνδεση, οι ηχογραφήσεις και τα ταξίδια
Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 η μπάντα των Χαλκιάδων στήνεται ξανά, και το 1950 περνούν το κατώφλι της Κολούμπια για την πρώτη τους ηχογράφηση.
Την ίδια χρονιά ξεκινούν οι περιοδείες στο εξωτερικό, με πρώτο σταθμό το Κάιρο. Και μετά έχουν σειρά οι ΗΠΑ, όπου έμεινε αρχικά για 1,5 χρόνο. Εκεί έγραψε το κλασικό «Βορειοηπειρώτικο μοιρολόι».
Εκεί συνέβη και το γνωστό περιστατικό με τον Μπένι Γκούτμαν. Ήταν στο κέντρο «Αλί Μπαμπά» στη Νέα Υόρκη, όπου δούλευε το 1962. Εκεί πήγε ο μεγάλος Αμερικάνος τζαζίστας για να γνωρίσει από κοντά τον μουσικό που μπορούσε να του παίξει ένα μοιρολόι για τις ανάγκες της ταινίας Αντί, του Ρίτσαρντ Σεραφιάν.
«Να παίξω, είπα. Αλλά επειδή με πληροφόρησαν πόσο μεγάλος μουσικός ήταν ο άνθρωπος αυτός, πήγα πρώτα στο μπαρ κι έσφιξα δυο-τρία ουίσκι. Ανέβηκα στο πάλκο, πήρα το κλαρίνο, και έπαιξα το μοιρολόι της ξενιτιάς. Μόλις τελείωσα, ήρθε κοντά, ανέβηκε στο πάλκο και με ρώτησε: “Διαβάζεις νότες;”. “Δεν διαβάζω, κύριε” του απάντησα. “Και περνάς στο όργανο αυτό τόσα πράγματα; Αν ήμουν εγώ, χωρίς να διαβάζω, δεν θα τα κατάφερνα ποτέ”, μου λέει».

Το «άνοιγμα» στους νέους
Κατά την επιστροφή του στην Ελλάδα, στους μουσικούς κύκλους ήταν ήδη μεγάλο όνομα και έχαιρε της εκτίμησής τους. Όμως τα χρόνια της χούντας, το δημοτικό τραγούδι οι ίδιοι κύκλοι το αντιμετώπιζαν με καχυποψία, ενίοτε και με απαξίωση.
Ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος, που όπως είχε κάνει και με τη Δόμνα Σαμίου, έκανε με τον Χαλκιά. Μιλάμε για τις μυθικές πλέον εμφανίσεις στο ιστορικό κλαμπ «Κύτταρο».
«Έρχονταν όλοι αυτοί οι… μαλλιάδες οι αξύριστοι, όπως τους έλεγα, και δεν με άφηναν να φύγω από την πίστα! Αυτά τα παιδιά μου έδωσαν τότε ζωή!», είχε πει ο Χαλκιάς σε συνέντευξή του. Εκεί γνωρίζεται με τον έτερο σπουδαίο της ελληνικής μουσικής, τον Γιάννη Μαρκόπουλο, και αρχίζει να ηχογραφεί μαζί του.

Και μπορεί να είχε την εκτίμηση των νέων μουσικών, όμως η επίσημη πολιτεία και όλος ο κύκλος γύρω από τη μουσική, τον αγνοούσε επιδεικτικά. Τρανό παράδειγμα το 1972, που έγραψε τη μουσική για τον Αίαντα του Σοφοκλή που ανέβασε στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος ο σκηνοθέτης Κωστής Μιχαηλίδης.
Δεν έβαλαν στο πρόγραμμα ούτε το όνομά του, αφού τότε δεν επιτρεπόταν να γράφει μουσική σε κρατικό θέατρο κάποιος που δεν γνώριζε ευρωπαϊκή μουσική.
Ακολουθεί μια δεκαετία γεμάτη συνεργασίες και διακρίσεις. Και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Από τις πιο συγκινητικές στιγμέ, ήταν όταν το 1975 τον τίμησε η Πανηπειρωτική Συνομοσπονδία και το 1978 η αδελφότητα του χωριού Φωτεινό με ειδική εκδήλωση που οργάνωσαν οι συγχωριανοί του στην Αθήνα. Παράλληλα δίνει συναυλίες σε Ελλάδα και εξωτερικό και γράφει μουσική μαζί με τον Χρήστο Λεοντή για τις Τρωάδες του Ευριπίδη που ανέβασε το 1980 ο Κάρολος Κουν.
«Έχω δει χαΐρι και προκοπή και μέρες λαμπρές, μπορώ να πω», είχε δηλώσει με συγκίνηση ο Τάσος Χαλκιάς.

Το μεγάλο παράπονο
«Είσαι από εκείνους που μια σωστή Πολιτεία θα έπρεπε να τους έχει στο Εθνικό Μουσείο των ζωντανών! Όλη η ψυχή της πολυβασανισμένης Ρωμιοσύνης βρίσκεται μέσα στο κλαρίνο σου», είχε γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης, ενώ ο Γιάννης Ρίτσος έγραφε το 1985:
«Στον ήχο του κλαρίνου του Τάσου Χαλκιά βογκάει, τινάζεται, χαμογελάει και χορεύει η Ελλάδα – θάλασσες και βουνά της, δεκαπεντασύλλαβα ποτάμια της, αρματολοί και κλέφτες, παλικαράκια στριφτομούστακα στη μάχη και στο τσάμικο, μαυροφορούσες ανταρτομανάδες και κοράσια πλεξουδοστεφάνωτα, πέντε κοτσύφια στον ελαιώνα και, στο βάθος βάθος, πάντα το άγρυπνο, μερακλωμένο αηδόνι».
Και δεν ήταν οι μόνοι. Το 1979, ο καθηγητής μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης Τραν Βαν Κε είχε πει: «Ήμουν βέβαιος, ακούγοντάς τον, ότι είχα μπροστά μου έναν από τους μεγαλύτερους μουσικούς του κόσμου». Ενώ ο Μπενγκτ Χάλνκβιστ, Σουηδός φιλόσοφος και ιστορικός της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, έλεγε: «Ένιωσα με τη ζεστασιά της δύναμής του πως αυτή η μουσική, ερμηνευμένη από τον ασύγκριτο μαέστρο Τάσο Χαλκιά, ποτέ δε θα πεθάνει! Το κλαρίνο γι’ αυτόν είναι κάτι το ιερό, όπως η παράδοση».
Ναι, για όλους τους γνώστες, ο Τάσος Χαλκιάς ήταν σπουδαίος και ξεχωριστός. Όχι όμως για την επίσημη Πολιτεία δεν του απέδωσε ποτέ τιμές που άξιζε. Ο ίδιος δεν έκρυβε τη στεναχώρια του.
Χαρακτηριστικό είναι το ξεχωριστό σκηνικό που έγινε το 1989. Ο Τάσος Χαλκιάς είχε οργανώσει στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Αιγάλεω ένα αφιέρωμα-μνημόσυνο στη μνήμη των μουσικών της δημοτικής παράδοσης.
«Ο παππούλης Τάσος Χαλκιάς μάς βάζει για άλλη μια φορά μπροστά στο πρόβλημα των σχέσεων μας με την παράδοση. Το μερακλωμένο αηδόνι ψάχνει τους παλιούς συντρόφους του και καλεί και εμάς να τους αναζητήσουμε, να τους ξαναβάλουμε στη ζωή μας» είχε γράψει τότε ο συνθέτης Νότης Μαυρουδής στον Ριζοσπάστη.
«Την ώρα που χτυπώ την πόρτα της αιώνιας νύχτας, αισθάνθηκα την ανάγκη να κάνω αυτό το μνημόσυνο για να τιμηθεί η μνήμη όλων των αυθεντικών μουσικών, επώνυμων και ανώνυμων. Η εισφορά τους ήταν τεράστια και πρέπει να αξιολογηθεί από την Πολιτεία, πριν είναι αργά» είχε πει τότε ο Τάσος Χαλκιάς.
Και σύμφωνα με τον γιο του, Λάκη, είχε γυρίσει τότε και του είχε πει: «Γιε μου, σήμερα ήταν η καλύτερη κηδεία που θα μπορούσαν να μου κάνουν! Είδα όλους τους παλιούς μου φίλους. Και να πεθάνω τώρα, δεν έχει καμιά σημασία. Σήμερα θυμήθηκαν και εμένα. Με αναγνώρισαν αυτή, το σινάφι μου, υπάρχει μεγαλύτερη αναγνώριση;».

Ο Τάσος Χαλκιάς έφυγε σαν σήμερα, το 1992. Σύμφωνα με τα ηπειρώτικα παλιά έθιμα, αλλά και με την επιθυμία του, στην τελετή της ταφής του ομάδα από τριάντα κλαρινίστες συναδέλφους του έπαιξαν ένα ηπειρώτικο μοιρολόι πάνω από τον τάφο του.
Μετά το θάνατό του, το κλαρίνο του δωρίστηκε στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων Φοίβου Ανωγειανάκη.
Σπύρος Δευτεραίος

















