Στις 16 Αυγούστου 1922 άρχισε η μεγάλη έξοδος των Ελλήνων από την Κιουτάχεια. Ενώ το μικρασιατικό μέτωπο κατέρρεε, οικογένειες ολόκληρες εγκατέλειπαν πεζή την πόλη, παίρνοντας μαζί τους ελάχιστα πράγματα και αφήνοντας πίσω σπίτια, καταστήματα, εκκλησίες, σχολεία και μια ζωή αιώνων.
Όταν η πομπή των προσφύγων απομακρύνθηκε, ένας Έλληνας παρέμεινε στην πόλη. Ήταν ο Αθανάσιος Κεχαγιάογλου, ο οποίος χρόνια αργότερα, ως κάτοικος Ξάνθης, αφηγήθηκε στον Σάββα Εφραιμίδη όσα έζησε μετά την εκκένωση.
Η μαρτυρία του δημοσιεύτηκε το 1960 στο βιβλίο Ιστορία-Λαογραφία του Κοτυαίου (Κιουτάχειας), πόλεως της Κεντρικής Μ. Ασίας. Μέσα από την αφήγησή του αποτυπώνεται η εικόνα μιας πόλης που είχε χάσει μέσα σε λίγες ώρες τον ελληνικό πληθυσμό της και παραδιδόταν στη λεηλασία.
«Μου δήλωσαν ότι ήμουν αιχμάλωτός τους»
Ο Αθανάσιος Κεχαγιάογλου τοποθετεί την πρώτη εικόνα του στην επομένη της εκκένωσης. Σε έναν στενό δρόμο, ανάμεσα στους κήπους των οικογενειών Οτζάκογλου και Εφραιμίδου, συνάντησε περίπου 50 ιππείς του κεμαλικού στρατού.
«Κατάλαβαν ότι είμαι Έλληνας παραμείνας, μου δήλωσαν δε ότι είμαι αιχμάλωτός τους».
Προσπαθώντας να προστατεύσει τη ζωή του, έπιασε κουβέντα με έναν Τούρκο επιλοχία. Όταν αντιλήφθηκε ότι και εκείνος ενδιαφερόταν για τις περιουσίες που είχαν μείνει πίσω, του υποσχέθηκε ότι θα τον οδηγήσει σε πλούσια ελληνικά σπίτια.
Στο σπίτι του δημογέροντα Γεωργίου Χαριτωνίδου βρήκαν χωρικούς να έχουν ήδη αρχίσει τη διαρπαγή. Έπιπλα, χαλιά, κιλίμια, στρώματα, παπλώματα και μαγειρικά σκεύη είχαν μεταφερθεί έξω από το κτήριο.
Παρόμοια ήταν η κατάσταση στη συνοικία Κιόσκι Μαχαλεσί, όπου, σύμφωνα με την αφήγηση, πλήθη ανθρώπων μάλωναν μεταξύ τους για τα αντικείμενα που έβγαζαν από τα εγκαταλειμμένα ελληνικά αρχοντικά.
Η καταστροφή της εκκλησίας
Από τα σπίτια, ο Αθανάσιος Κεχαγιάογλου και ο επιλοχίας κατευθύνθηκαν προς την εκκλησία, από την οποία ακούγονταν φωνές. Η εικόνα που περιγράφει είναι εκείνη μιας συστηματικής καταστροφής:
«Το πλακόστρωτο δάπεδο ήταν γεμάτο κρυσταλλικά πρίσματα των πολυελαίων, θρυμματισμένα, από θραύσματα ιερών εικόνων και κανδηλιών. Το τέμπλο είχαν ξεγυμνώσει από τις εικόνες, τις οποίες κατακομμάτιαζαν με μπαλτάδες».
Στο προαύλιο είχαν ανάψει φωτιές, στις οποίες έριχναν τα κομμάτια των εικόνων. Η λεηλασία είχε επεκταθεί στα δωμάτια κοντά στο καμπαναριό, στο κτήριο της Μητρόπολης και στην αστική σχολή.
«Παντού ενδείξεις λεηλασίας και διαρπαγής», συνοψίζει ο μάρτυρας.
Η αφήγηση για τις τέσσερις Ελληνίδες
Στη μαρτυρία περιλαμβάνεται και ένα περιστατικό το οποίο ο Αθανάσιος Κεχαγιάογλου δεν παρουσιάζει ως προσωπικό αυτόπτη μάρτυρα, αλλά ως πληροφορία που μετέφερε ένας νεαρός μουσουλμάνος.
Σύμφωνα με εκείνη τη διήγηση, άνδρες του Τσέτε Μεχμέτ και νεαροί οπαδοί του είχαν αρπάξει τέσσερις Ελληνίδες και τις είχαν οδηγήσει στους ελληνικούς αμπελώνες. Εκεί τις κακοποίησαν και απαίτησαν να αλλαξοπιστήσουν, προκειμένου να τους χαρίσουν τη ζωή.
Κατά την ίδια αφήγηση, όταν εκείνες αρνήθηκαν, οι δράστες τις χρησιμοποίησαν ως στόχους και τις πυροβόλησαν.
Η διάκριση ανάμεσα σε όσα είδε ο ίδιος και σε όσα πληροφορήθηκε από τρίτους είναι ουσιώδης. Δεν μειώνει τη σκληρότητα της καταγραφής, αποσαφηνίζει όμως τη φύση της ιστορικής πηγής.
Ο Έλληνας αξιωματικός που αρνήθηκε να σκύψει
Άλλο περιστατικό, το οποίο ο Αθανάσιος Κεχαγιάογλου δηλώνει ότι παρακολούθησε ο ίδιος, εκτυλίχθηκε στην αγορά της πόλης, μπροστά από τα φαρμακεία των Ν. Παπαδόπουλου και Ι. Καραμανίδου.
Μια ομάδα Ελλήνων αξιωματικών οδηγήθηκε με συνοδεία μπροστά σε συγκεντρωμένο πλήθος. Παιδιά κρατούσαν κούφια αυγά και σάπιες ντομάτες, ενώ στη μέση του δρόμου είχε απλωθεί μια μεγάλη τουρκική σημαία.
Ο επικεφαλής των αιχμαλώτων διατάχθηκε να σκύψει και να περάσει κάτω από αυτήν. Αρνήθηκε.
«Δεν είναι αιχμάλωτος αλλά παραδοθείς αντίπαλος», φέρεται να απάντησε, απαιτώντας να αντιμετωπιστεί με την αξιοπρέπεια που όφειλε να αναγνωριστεί σε έναν αξιωματικό.
Τότε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ένας άνδρας με το όνομα Μουσταφά Τσαούς τον χτύπησε και τον εξύβρισε. Στη συνέχεια οι αιχμάλωτοι υποχρεώθηκαν να ζητωκραυγάσουν υπέρ του Κεμάλ, ενώ το συγκεντρωμένο πλήθος συνέχιζε τις αποδοκιμασίες.
Η μαρτυρία του Αθανασίου Κεχαγιάογλου καταγράφηκε σχεδόν τέσσερις δεκαετίες μετά τα γεγονότα. Δεν αποτελεί σύγχρονο ημερολόγιο, αλλά μια αναδρομική προσωπική αφήγηση, στην οποία συνυπάρχουν άμεσες εμπειρίες και πληροφορίες τρίτων.
Διασώζει ωστόσο τη φωνή ενός ανθρώπου που έμεινε στην Κιουτάχεια μετά την αναχώρηση των συμπατριωτών του και είδε την ελληνική πόλη που γνώριζε να εξαφανίζεται μαζί με τους ανθρώπους της.

















