Στις 13 Αυγούστου 1936, στη Λιβαδειά, γεννήθηκε ένα παιδί σε μια οικογένεια μουσικών της ελληνικής Ρομά κοινότητας. Ο πατέρας του, Ευάγγελος Χατζής, έπαιζε σαντούρι, ενώ ο παππούς του, Κώστας Καραγιάννης, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους δημοτικούς κλαρινίστες της εποχής του. Η μουσική ήταν λοιπόν εκεί, γύρω του, από την αρχή. Όμως η ζωή δεν του χαρίστηκε.
Στα 16 του χρόνια τραγουδούσε μαζί με τον πατέρα του σε γάμους, βαφτίσια και πανηγύρια. Η μουσική μπήκε νωρίς στη ζωή του, αλλά η ανάγκη ήταν εκείνη που καθόρισε τα πρώτα του βήματα. Η φτώχεια δεν του επέτρεψε να ακολουθήσει το δρόμο των σπουδών που ονειρευόταν.
«Στο Γυμνάσιο έδωσα εξετάσεις και πέρασα στη Σιβιτανίδειο. Ήθελα να σπουδάσω, αλλά ήμουνα πολύ φτωχός. Έτσι λοιπόν αναγκάστηκα να δουλέψω. Δούλεψα σε πρέσα, δούλεψα στα σκουπίδια στον Άγιο Ιερόθεο και μετά δούλεψα υπηρέτης, σε ένα σπίτι στην πλατεία Κάνιγγος» είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή του στην Καθημερινή.

Κι όμως, εκεί όπου η ζωή του στένευε, άνοιξε ένας άλλος δρόμος. Στο μικρό δώμα που του είχαν παραχωρήσει για να κοιμάται, χωρούσε μόλις ένα κρεβάτι. Γύρω του, όμως, υπήρχαν βιβλία. Και ο νεαρός Χατζής άρχισε να διαβάζει με πάθος, αναζητώντας μέσα στις σελίδες όσα δεν μπορούσε να βρει στη ζωή.
«Και τι δεν διάβασα! Ελληνική Επανάσταση, Γαλλική Επανάσταση, Χίτλερ… Αυτό που κατάλαβα διαβάζοντας είναι ότι δεν υπάρχει σύστημα, πολιτικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό ή άλλο, που να μην είναι προδομένο».
Ίσως εκεί, ανάμεσα στα βιβλία και στις σκληρές εμπειρίες της καθημερινότητας, να γεννήθηκε και η ανάγκη του να μιλήσει. Να πει μέσα από τα τραγούδια του όσα έβλεπε, όσα τον πλήγωναν, όσα θεωρούσε άδικα.
Δεν ξεκίνησε με το όνειρο να γίνει καλλιτέχνης. Προερχόταν, βέβαια, από μια οικογένεια που γνώριζε καλά τη μουσική. «Ο πατέρας μου έπαιζε σαντούρι και υπηρετούσε τη δημοτική μουσική. Ο παππούς μου ήταν ο Καραγιάννης, από τους κορυφαίους κλαρινίστες. Υπήρχε επίσης η ευρωπαϊκή μουσική, για τα ξανθά μαλλιά, τα μαύρα μάτια κτλ. Δεν υπήρχε όμως τραγούδι για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Άρχισα λοιπόν να γράφω».
Στα μέσα της δεκαετίας του 1950 άρχισε να εμφανίζεται σε αναψυκτήρια και καμπαρέ, τραγουδώντας κυρίως τζαζ και λατινοαμερικάνικα τραγούδια. Δεν ήταν εύκολο να γίνει αποδεκτός. Του έλεγαν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ότι δεν κάνει για τραγουδιστής. Εκείνος, όμως, δεν εγκατέλειψε.
Βρήκε τον δικό του τρόπο να επιβιώσει. Για ένα διάστημα εμφανιζόταν με διαφορετικές ταυτότητες, πότε ως Βραζιλιάνος, πότε ως Μαροκινός ή Ισπανός, χρησιμοποιώντας ονόματα όπως Μπρούνο, Χιτάνο ή Τσιγγένε Βάκο.
Η εμφάνισή του τού επέτρεπε να περνά απαρατήρητος μέσα από τις προκαταλήψεις της εποχής και να κάνει αυτό που αγαπούσε: να τραγουδά.
Το 1957 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Και το 1961 ήρθε η στιγμή που θα άλλαζε τη ζωή του. Στην πρώτη ιστορική μπουάτ της Αθήνας, τον «Τιπούκειτο» της Πλάκας, ο Κώστας Χατζής βρήκε το κοινό που αναζητούσε. Η ιδιαίτερη φωνή του, η κιθάρα και ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο έλεγε τα τραγούδια άρχισαν να τον κάνουν γνωστό.
Την ίδια περίοδο έκανε τα πρώτα του βήματα και στον κινηματογράφο, καθώς εμφανίστηκε στην ταινία Φτωχαδάκια και λεφτάδες, όπου ερμήνευσε το «Αν σ’ αρνηθώ, αγάπη μου». Ήταν ακόμη ένας νεαρός καλλιτέχνης, όμως ήδη φαινόταν πως δεν θα ακολουθούσε τον συνηθισμένο δρόμο.
Το 1963 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο, ενώ τα επόμενα χρόνια η πορεία του άρχισε να γίνεται όλο και πιο δυνατή. Ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μίμης Πλέσσας, ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Γιάννης Μαρκόπουλος και ο Σταύρος Ξαρχάκος θα συναντούσαν τον ιδιαίτερο ερμηνευτή και κιθαριστή και θα του εμπιστεύονταν τραγούδια τους.
Ο Χατζής, όμως, δεν υπήρξε ποτέ ένας καλλιτέχνης που χωρούσε εύκολα σε μια ταμπέλα. Ήταν πολύ ιδιαίτερος για να περιοριστεί σε ένα μόνο μουσικό ρεύμα. Μπαλάντα, λαϊκό τραγούδι, τζαζ, στοιχεία από τη μουσική παράδοση των Ρομά, κοινωνική διαμαρτυρία και βαθύς λυρισμός συνυπήρχαν στη δική του ξεχωριστή μουσική γλώσσα.
Για τον Μάνο Χατζιδάκι, έναν από τους ανθρώπους που θαύμαζε ιδιαίτερα, μιλούσε με ξεχωριστό σεβασμό.
«Από όλους τους συνθέτες που γνώρισα, εκείνος που μου έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ο Χατζιδάκις. Είχε ανδρισμό. Μη με παρεξηγήσεις, ανδρισμός μπορεί να υπάρχει και στη γυναίκα. […] Ήταν ευθύς».
Στα τέλη της δεκαετίας του ’60, όμως, η πορεία του διακόπηκε. Ο Κώστας Χατζής σταμάτησε τις εμφανίσεις του και για ένα διάστημα απομακρύνθηκε από τη σκηνή. Οι λεπτομέρειες εκείνης της περιόδου παραμένουν –όπως ο ίδιος έχει αφήσει να εννοηθεί– για μια άλλη αφήγηση, ίσως για την αυτοβιογραφία του. Ήταν, πάντως, μια δύσκολη στροφή στην πορεία του. Η επιστροφή του θα τον έβρισκε πιο ώριμο και ακόμη πιο αποφασισμένο να υπηρετήσει τη δική του μουσική αλήθεια.
Και τότε ήρθε η μεγάλη συνάντηση με τη Μαρινέλλα. Η συνεργασία τους στον «Σκορπιό» της Πλάκας και, στη συνέχεια, το θρυλικό άλμπουμ Ρεσιτάλ του 1976 αποτέλεσαν μια από τις σημαντικότερες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Οι δυο τους δεν ήταν απλώς και μόνο δύο μεγάλοι καλλιτέχνες που βρέθηκαν στην ίδια σκηνή. Ήταν δύο διαφορετικοί κόσμοι που συναντήθηκαν και δημιούργησαν κάτι καινούργιο και μοναδικό.
Ο Χατζής είχε γράψει τραγούδια που η Μαρινέλλα είχε τραγουδήσει, όμως η πραγματική τους σύμπραξη χρειάστηκε χρόνο. Για έναν ολόκληρο χρόνο συναντιούνταν τρεις φορές την εβδομάδα και εκείνος τής έδειχνε πώς ήθελε να ερμηνεύσει τα τραγούδια του.
Το Ρεσιτάλ έγινε τεράστια επιτυχία και οι πωλήσεις έφτασαν περίπου το μισό εκατομμύριο αντίτυπα.
Τραγούδια όπως το «Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει», το «Η αγάπη όλα τα υπομένει», το «Σ’ αγαπώ» και τόσα άλλα πέρασαν από γενιά σε γενιά και έγιναν κομμάτια της συλλογικής μνήμης.
Η καριέρα του είχε πλέον ανοίξει τα φτερά της. Η φήμη του ταξίδεψε πέρα από τα ελληνικά σύνορα και έφτασε μέχρι την Αμερική. Στις 15 Νοεμβρίου 1979, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζίμι Κάρτερ τον προσκάλεσε στον Λευκό Οίκο, προκειμένου να τον γνωρίσει και να τον συγχαρεί για το έργο του.
Ήταν μια στιγμή σχεδόν συμβολική. Ένας άνθρωπος που είχε δουλέψει στα σκουπίδια, που είχε κοιμηθεί σε ένα μικρό δωμάτιο στην Αθήνα και που κάποτε έψαχνε τρόπους ακόμη και για να του επιτρέψουν να τραγουδά, βρισκόταν τώρα στον Λευκό Οίκο.
Χρόνια αργότερα, μιλώντας για εκείνη τη συνάντηση στην εκπομπή «The 2Night Show» με τον Γρηγόρη Αρναούτογλου, ο Κώστας Χατζής έδωσε τη δική του, χαρακτηριστική οπτική για το τι θα μπορούσε να σημαίνει εκείνη η στιγμή για τη διεθνή καριέρα του.
«Είμαι ένας άνθρωπος έξυπνος. Όταν είπες για τον Κάρτερ… οι Αμερικάνοι ξέρουν πότε πηγαίνεις και τουαλέτα… Όταν πήγα, ήμουν ο μόνος σκούρος που μπήκε στον Λευκό Οίκο, άρα αν θα άφηνα τις τηλεοράσεις και όλα αυτά, την άλλη μέρα θα ήμουν παγκόσμιος τραγουδιστής».

Ο ίδιος, όμως, είχε επιλέξει διαφορετικά. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν για να ανοίξει ο δρόμος του στο εξωτερικό, δεν θέλησε να εγκαταλείψει την Ελλάδα και το κοινό που τον είχε στηρίξει από τα πρώτα του βήματα. «Έγιναν πολλές προσπάθειες να βγω στο εξωτερικό αλλά δεν ήθελα. Να είσαι σε ένα αεροπλάνο και να κερδίζεις λεφτά… Ποιος με έβγαλε εμένα και με δέχτηκε; Αυτός που λέγεται Έλληνας, ο ελληνικός λαός. Να άφηνα όλους αυτούς τους ανθρώπους και να κερδίσω λεφτά;»
Ήταν μια επιλογή που έμοιαζε να ταιριάζει απόλυτα στον άνθρωπο που υπήρξε σε όλη του τη διαδρομή. Για τον Κώστα Χατζή, η επιτυχία δεν ήταν ποτέ μόνο υπόθεση χρημάτων ή διεθνούς αναγνώρισης. Ήταν πάνω απ’ όλα η σχέση με εκείνους που άκουσαν τα τραγούδια του και τα έκαναν δικά τους.
«Εγώ και με χαλιά μπορούσα να κερδίσω λεφτά και να πουλήσω κουβέρτες. Είμαι πρίγκιπας αλλά για να κάνω τον απλό πούλαγα και μια κουβέρτα».
Ο Χατζής, ωστόσο, δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε.
Η καταγωγή του υπήρξε πάντοτε κομμάτι της ταυτότητάς του. Δεν την έκρυψε και δεν την αποσιώπησε. Αντίθετα, μίλησε πολλές φορές ανοιχτά για την ιστορία των Ρομά και για τη θέση τους μέσα στην κοινωνία και την ιστορία της μουσικής. «Και αν μου φέρθηκαν όπως μου φέρθηκαν επειδή ήμουν ο γύφτος, δεν με πείραξε. Σάμπως ξέρουν από πού ήρθαμε; Ήρθαμε από τις Ινδίες. Και γιατί ήρθαμε; Τι προσφέραμε; Ρώτησέ τους τι έχουν προσφέρει οι Τσιγγάνοι».
Για τον ίδιο, η μουσική των Ρομά δεν ήταν απλώς ένα στοιχείο της προσωπικής του κληρονομιάς. Ήταν ένας ολόκληρος πολιτισμός που ταξίδεψε, αφομοίωσε ήχους και άφησε το αποτύπωμά του σε διαφορετικούς λαούς. «Όπου πήγαν, υιοθέτησαν τη μουσική κάθε χώρας και την έκαναν δική τους» έχει πει ο ίδιος.
Ίσως γι’ αυτό και η δική του μουσική δεν υπήρξε ποτέ κλεισμένη σε σύνορα. Ο Κώστας Χατζής πήρε στοιχεία από διαφορετικούς κόσμους και τα ένωσε με τρόπο προσωπικό. Έκανε την κιθάρα του να μιλά για την αγάπη, τη μοναξιά, την κοινωνία, την ειρήνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Κι όμως, ακόμη και στην κορυφή της διαδρομής του, υπήρχαν πόρτες που παρέμεναν κλειστές. Για πολλά χρόνια δεν του είχε δοθεί η ευκαιρία να εμφανιστεί στο Ηρώδειο.
«Επί 68 χρόνια δεν μου έδιναν το Ηρώδειο», έχει πει, αναφερόμενος στις δυσκολίες που αντιμετώπισε στην καλλιτεχνική του διαδρομή.
Δεν μίλησε όμως ποτέ με πικρία για τη θέση που του έδωσε η ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Ίσως επειδή γνώριζε πως η πραγματική του δύναμη βρισκόταν αλλού. Στους ανθρώπους που τον άκουγαν. Στους ανθρώπους που τον περίμεναν στις μπουάτ. Σε εκείνους που γέμιζαν τις αίθουσες χωρίς διαφήμιση, μόνο και μόνο επειδή ήθελαν να ακούσουν τη φωνή του και την κιθάρα του.
Και όταν σήμερα, σε ηλικία 90 ετών, ανεβαίνει στη σκηνή, κάτι από εκείνο το παιδί της Λιβαδειάς εξακολουθεί να υπάρχει. Το παιδί που μεγάλωσε μέσα στη μουσική, που γνώρισε τη φτώχεια, που διάβασε βιβλία σε ένα μικρό δωμάτιο και που αποφάσισε να γράψει τραγούδια για όσα δεν μπορούσε να πει αλλιώς.
«Ναι, με συγκινεί ακόμα να τραγουδάω. Γιατί έχω εικόνες. Πάρα πολλές. Τραγουδάω και βλέπω εικόνες».
Είναι ίσως αυτή η φράση που περιγράφει καλύτερα από κάθε βιογραφία τον Κώστα Χατζή. Γιατί τα τραγούδια του δεν υπήρξαν ποτέ απλώς μελωδίες. Ήταν εικόνες μιας ζωής. Εικόνες από τη φτώχεια και την επιβίωση, από τους δρόμους της Αθήνας, από τις μπουάτ της Πλάκας, από τις μεγάλες σκηνές, από τις συνεργασίες με σπουδαίους καλλιτέχνες, από την Αμερική και τον Λευκό Οίκο, αλλά και από εκείνες τις πιο προσωπικές στιγμές που δεν καταγράφηκαν ποτέ σε δίσκους.
Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει η οικογένεια. Τα έξι παιδιά που απέκτησε από τους δύο γάμους του, ο γιος του Αλέξανδρος που ακολούθησε τα μουσικά του βήματα και η Αντωνία Χατζίδη, η γυναίκα με την οποία μοιράστηκε ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής του. Τα τελευταία χρόνια, στο πλευρό του συχνά βλέπουμε και τη μικρότερη κόρη του από τον δεύτερο γάμο του, τη Δανιέλα η οποία ακολουθεί με το ίδιο πάθος τα βήματά του στον καλλιτεχνικό χώρο.

Η οικογένεια είναι, τελικά, εκεί όπου ο ίδιος θέλει να επιστρέφει η μνήμη του. Όταν τον ρωτούν πώς θέλει να τον θυμούνται, η απάντησή του είναι αποκαλυπτική.
«Γιατί να με θυμάστε; Εμένα με ενδιαφέρει να με θυμούνται οι φίλοι μου, η οικογένειά μου και οι συνεργάτες».
Ίσως αυτή να είναι και η πιο όμορφη πλευρά του ανθρώπου πίσω από τον καλλιτέχνη. Γιατί ο Κώστας Χατζής δεν μετρά τη ζωή του με βραβεία και τίτλους. Την μετρά με ανθρώπους.
Αυτός είναι ο Κώστας Χατζής στα 90 του. Ο άνθρωπος που βρήκε τη δική του θέση ανάμεσα στους μεγάλους και που δεν έπαψε ποτέ να τραγουδά για τον άνθρωπο. Όπως έχει πει: «Τραγουδάω για τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα ανθρώπινα καθήκοντα, καταγγέλλοντας την πολιτεία με σεβασμό».
Και ίσως τελικά τα τραγούδια να μην αλλάζουν τον κόσμο. Ούτε ο ίδιος πιστεύει πια πως μπορούν να το κάνουν. «Τόσα τραγούδια είπαμε, τι άλλαξε; Δεν αλλάζει ο κόσμος με τραγούδια».

Μπορούν όμως να αφήσουν ένα ίχνος. Να κρατήσουν ζωντανή μια εποχή. Να θυμίσουν σε έναν άνθρωπο ότι κάποτε κάποιος τραγούδησε και για εκείνον. Να γίνουν παρηγοριά, συντροφιά, μνήμη. Ενενήντα χρόνια μετά τη γέννησή του, ο Κώστας Χατζής εξακολουθεί να κάθεται με την κιθάρα του απέναντι στο κοινό. Και όταν τα δάχτυλά του αγγίζουν τις χορδές, η φωνή του, βαθιά, τραχιά και γλυκιά μαζί, συνεχίζει να αφηγείται μια ολόκληρη ζωή.
Μια ζωή που ξεκίνησε δύσκολα, ταξίδεψε μακριά και τελικά βρήκε την πιο μεγάλη της ευτυχία όχι στα φώτα, αλλά στους ανθρώπους που αγάπησε.
Κι αν κάποτε η Ιστορία χρειαστεί να γράψει δυο λόγια και για εκείνον, ίσως δεν χρειαστεί να ψάξει πολύ. Θα βρει τα τραγούδια του. Θα βρει την κιθάρα του. Θα βρει μια φωνή που δεν προσπάθησε ποτέ να γίνει τέλεια, αλλά προτίμησε να γίνει αληθινή. Και θα βρει έναν άνθρωπο που, ακόμη και στα 90 του χρόνια, όταν τραγουδά, εξακολουθεί να βλέπει εικόνες.

















