Δεν είναι μόνο ένας θρύλος του κινηματογράφου, το απόλυτο σύμβολο του σεξ –χαρακτηρισμός που δεν τροφοδοτήθηκε μόνο από την απαστράπτουσα τολμηρή παρουσία της στη μεγάλη οθόνη και τις θεατρικές σκηνές και από την προσωπική προκλητική της ζωή, τη στάση της έναντι στην πουριτανική Αμερική–, αλλά και μια απ’ τις ελάχιστες προσωπικότητες του Χόλιγουντ που διέθεταν ξεχωριστό, ανυπόταχτο πνεύμα.
Η Μέι Γουέστ συντάραξε με την εμφάνισή της και τον ερωτισμό που εξέπεμπε στο αντρικό κοινό, μεταφέροντας τη φλόγα του βοντβίλ στη μεγάλη οθόνη.
Αλλά έγινε είδωλο και για εκατομμύρια γυναίκες, πολύ μετά την ακμή της, για τη στάση ζωής της, το αθυρόστομο χιούμορ της, και τις περιπέτειές της με τη λογοκρισία που γιγάντωσαν τη φήμη της ως μία αδάμαστη προσωπικότητα, ένα ακατάβλητο ερωτικό πλάσμα.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο Σαλβαντόρ Νταλί, εμπνευσμένος από την ξανθομάλλα σταρ, θα σχεδιάσει τον «Mae West’s Lips Sofa», έναν εμβληματικό κόκκινο καναπέ, εμπνευσμένο από τα αισθησιακά χείλη της. Το αντικείμενο αυτό αποτελεί σταθμό στην ιστορία του μοντέρνου ντιζάιν και του σουρεαλισμού, επηρεάζοντας βαθιά το κίνημα της Pop Art.
Η Μέι Γουέστ μπορεί να γύρισε μόλις 12 ταινίες, αλλά κατάφερε –εκτός από το να καταστεί ένας από τους πιο συναρπαστικούς μύθους του Χόλιγουντ–, να παραμείνει στην ενεργό δράση πάνω από εξήντα χρόνια, καθώς εκτός από ηθοποιός υπήρξε και τραγουδίστρια, σκηνοθέτιδα, σεναριογράφος, κομεντιέν, παραγωγός και με τη φήμη της «πιο επικίνδυνης γυναίκας των ΗΠΑ» που της είχαν προσδώσει οι Αμερικάνοι πουριτανοί – εντός και εκτός της βιομηχανίας του θεάματος.

Η Μαίρη Τζέιν Γουέστ γεννήθηκε στις 17 Αυγούστου του 1893 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, στο σπίτι μιας θείας της που ήταν μαία. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί της Ματίλντ Ντέλκερ και του Πάτρικ «Μπάτλιν Τζακ» Γουέστ, πρώην πυγμάχου που αργότερα εργάστηκε ως ντετέκτιβ.
Η μητέρα της, γνωστή ως «Τίλι» ήταν Γερμανίδα μετανάστρια από τη Βαυαρία, ενώ ο πατέρας της είχε σκοτσέζικη και αγγλική καταγωγή.
Σε ηλικία μόλις πέντε ετών, η Γουέστ θα διασκεδάσει για πρώτη φορά το κοινό, σε μια εκκλησιαστική εκδήλωση και μετά από δυο χρόνια θα αρχίσει να εμφανίζεται σε ερασιτεχνικές παραστάσεις. Με ταλέντο και απίστευτη τσαχπινιά θα κερδίσει αρκετούς διαγωνισμούς, ενώ επαγγελματικά ξεκίνησε στο βοντβίλ το 1907, σε ηλικία 14 ετών και θα γίνει γνωστή με το ψευδώνυμο «Baby Mae».
Έκανε την πρώτη της εμφάνιση σε παράσταση του Μπρόντγουεϊ το 1911, στα 18 της, σε μια επιθεώρηση, που παρά την αποτυχία της, η Γουέστ θα επαινεθεί από τους New York Times. Στη συνέχεια εμφανίστηκε στην ταινία Vera Violetta και αμέσως μετά στο φιλμ A Winsome Widow, υποδυόμενη ένα «μωρό βρικόλακα»!
Έχοντας ως σύμμαχο τη μητέρα της, η Γουέστ θα συνεχίζει να χτίζει την καριέρα της στο βοντβίλ παίζοντας σε διάφορα θέατρα, ενώ θα αρχίσει να γράφει και τα δικά της ριζοσπαστικά θεατρικά έργα, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Τζέιν Μαστ.
Ο πρώτος πρωταγωνιστικός της ρόλος στο Μπρόντγουεϊ θα έρθει με το δικό της έργο Sex, του οποίου ανέλαβε και τη σκηνοθεσία. Παρότι το έργο πήγαινε πολύ καλά στα ταμεία, οι συντηρητικοί κύκλοι και αξιωματούχοι, που είχαν λάβει καταγγελίες από θρησκευτικές οργανώσεις, αντέδρασαν έντονα και στο τέλος την οδήγησαν στο δικαστήριο, απ’ το οποίο καταδικάστηκε σε δέκα μέρες φυλάκιση για τη «διαφθορά των ηθών της νεολαίας».
Εξέτισε την ποινή της φορώντας, όπως είπε η ίδια, τα μεταξωτά εσώρουχά της και όχι τη λινάτσα που φόραγαν οι άλλες κρατούμενες, ενώ βγαίνοντας από τη φυλακή είναι βέβαιη ότι το περιστατικό της φυλάκισής της θα ενίσχυε περαιτέρω την καριέρα της, με τους δημοσιογράφους να την αποκαλούν «κακό κορίτσι».
Παρά τις προσπάθειές της το επόμενο έργο της The Drag, που αφορούσε την ομοφυλοφιλία, δεν θα καταφέρει ποτέ να ανέβει στο Μπρόντγουεϊ, έπειτα από τις έντονες αντιδράσεις των συντηρητικών κύκλων της πόλης. Η Γουέστ, που από τα νιάτα της υποστήριζε τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων, ήταν και υποστηρίκτρια του κινήματος για την απελευθέρωση των γυναικών, αλλά όχι με τη διαδεδομένη έννοια.
Η ατάκα της, μία από τις πολλές που έγραψαν ιστορία, ενδεικτική: «Δεν έχω χρόνο για γκόμενες που θέλουν να κυβερνήσουν τον κόσμο μόνες τους. Χωρίς άντρες ποιος θα σου ανεβάζει το φερμουάρ στο φόρεμα;»

Τα επόμενα χρόνια θα συνεχίσει να γράφει θεατρικά έργα, παραγωγές που προκάλεσαν διαμάχες, προστριβές με τη λογοκρισία, που της χάρισαν πρωτοσέλιδα και αρκετή φήμη. Το 1928 θα πρωταγωνιστήσει στο έργο της Diamond Lil που θα γίνει τεράστια θεατρική επιτυχία και θα αναβιώσει αρκετές φορές στη μακρά σταδιοδρομία της.
Ο εκρηκτικός της χαρακτήρας θα την καταστήσει ως προκλητική ερμηνεύτρια, ενώ το 1932 θα υπογράψει ένα χρυσό συμβόλαιο με την Paramount, ξεκινώντας ουσιαστικά αρκετά αργά τη σύντομη κινηματογραφική της καριέρα στο Χόλιγουντ.
Αν και κοντά στα 40 της, κάτι που κατάφερε να κρύψει τα πρώτα χρόνια, η Γουέστ θα κάνει το ντεμπούτο της στο φιλμ Night After Night με πρωταγωνιστή τον Τζορτζ Ραφτ, κερδίζοντας τις εντυπώσεις, αν και με δευτερεύοντα ρόλο.
Στον επόμενο ρόλο της θα μεταφέρει το χαρακτήρα της από το Diamond Lil, κάνοντας τεράστια αίσθηση δίπλα στον Κάρι Γκραντ, στην ταινία She Done Him Wrong, που στάθηκε τεράστια επιτυχία και προτάθηκε για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας το 1933.
Η ατάκα που λέει κάποια στιγμή στο φιλμ θα μπορούσε από μόνη της να της χαρίσει την κινηματογραφική αθανασία: «Είναι όπλο αυτό στην τσέπη σου ή απλά χαίρεσαι που με βλέπεις;»
Αυτό ήταν. Η Μέι Γουέστ θα γίνει συνώνυμο του ερωτισμού, φαινόμενο της τόλμης και του ατίθασου χαρακτήρα της που δεν κρύφτηκε ποτέ, κομματιάζοντας την αμερικάνικη υποκρισία. Την βοήθησε βεβαίως και το πλούσιο μπούστο της, η γοητεία της, το κορμί που ενέπνευσε ακόμη και το μπουκάλι της Coca-Cola, αλλά και η πληθώρα από απίστευτες ατάκες.
Η Γουέστ, όπως και στην επαγγελματική της πορεία, θα έχει μια άστατη προσωπική ζωή, αν και παντρεύτηκε μόνο μία φορά: το 1911 σε ηλικία 17 χρόνων, τον Φρανκ Γουάλας, έναν ηθοποιό του βοντβίλ που χρυσοπλήρωσε για να πάρει το διαζύγιο. Όπως είχε πει χαρακτηριστικά: «Ο γάμος είναι ένας σπουδαίος θεσμός. Δεν είμαι έτοιμη για έναν θεσμό».
Οι ερωτικές σχέσεις της πάμπολλες, με πιο σημαντική αυτή του ιδιοκτήτη του Cotton Club, Όουντι Μάντεν.

Η Μέι Γουέστ, που η ζωή και το έργο της από μόνα τους, αποτελούν ένα τεράστιο μυθιστορηματικό έργο, πέθανε στις 22 Νοεμβρίου του 1980, από ένα ατύχημα που φανέρωσε ότι είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο, αφήνοντας πίσω της τις ταινίες της και κυρίως την εντελώς ξεχωριστή προσωπικότητα για ένα σύμβολο του σεξ που δεν μπόρεσαν να φιμώσουν ποτέ οι συντηρητικοί και πουριτανικοί κύκλοι της Αμερικής.
Άλλωστε πώς να κλείσεις το στόμα σε μια μεγάλη πρωταγωνίστρια όταν λέει το εξής: «Ξεκίνησα Χιονάτη, αλλά λερώθηκα».

















