Το καλοκαίρι του 1915, η οσμή του θανάτου σκέπασε τις χαράδρες της ανατολικής Μικράς Ασίας (Δυτικής Αρμενίας). Η Τέισι Άτκινσον θα μπορούσε να σωπάσει αλλά αρνήθηκε. Πίσω από τους τοίχους της αμερικανικής αποστολής στο Χαρπούτ, η 45χρονη τότε Αμερικανίδα ιεραπόστολος κατέγραφε με τρεμάμενα χέρια τις εικόνες μίας από τις στυγερότερες γενοκτονίες της ανθρωπότητας, της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Ήξερε ότι αν οι οθωμανικές Αρχές ανακάλυπταν τις σημειώσεις της, η ποινή θα ήταν θάνατος. Ήξερε όμως και ότι αν δεν έγραφε, η αλήθεια θα θαβόταν για πάντα μαζί με τα άταφα σώματα των θυμάτων.

Από τη Νεμπράσκα στο Χαρπούτ
Γεννημένη στις 3 Ιουλίου 1870 στο Σέιλεμ της Νεμπράσκα, από οικογένεια με σκοτσέζικη και ιρλανδική καταγωγή, η Τέισι Αντέλια Γουίλκσον μεγάλωσε στο Κάνσας. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Park College και το Πανεπιστήμιο Pacific στο Όρεγκον το 1899, εργάστηκε ως δασκάλα δημοτικού.
Στα τριάντα της χρόνια, κατά τη διάρκεια θεραπείας για έναν καλοήθη όγκο στο στήθος σε νοσοκομείο του Σαν Φρανσίσκο, γνώρισε τον μέλλοντα σύζυγό της, γιατρό δρ Χέρμπερτ Χένρι Άτκινσον.
Παντρεύτηκαν το 1901 και σύντομα αφοσιώθηκαν στο ιεραποστολικό έργο, φτάνοντας στο Χαρπούτ (Χαρπέρτ) το 1902.

Εκτός από μια προσωρινή επιστροφή στις ΗΠΑ το 1908 για τη συγκέντρωση πόρων με σκοπό την ανέγερση νέου νοσοκομείου –μετά την οποία επέστρεψαν το 1909– η Άτκινσον έζησε στην περιοχή μέχρι το 1917, όταν οι ΗΠΑ εισήλθαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το ημερολόγιο της φρίκης
Το κύρος του γιατρού συζύγου της επέτρεψε στην Τέισι να αποκτήσει άμεση εικόνα για τις παρασκηνιακές κινήσεις της τοπικής οθωμανικής διοίκησης. Αυτά που αντίκρισε από την άνοιξη του 1915 ξεπερνούσαν κάθε ανθρώπινο νου.
Στις σημειώσεις της περιγράφει ατελείωτες φάλαγγες εκτοπισμένων Αρμενίων που σπρώχνονταν βίαια από ένοπλους χωροφύλακες. Τα σπίτια τους σφραγίζονταν, ενώ γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι φορτώνονταν σε κάρα ή εξαναγκάζονταν σε εξαντλητικές πορείες θανάτου. «Οι άνδρες τους σκοτώθηκαν όλοι ή βρίσκονται στη φυλακή, και όλα τα κορίτσια τους αρπάχτηκαν», σημείωνε χαρακτηριστικά.
Από το χωριό Χουλακούεχ οι αναφορές ήταν ταυτόσημες: οι άνδρες εκτελούνταν επί τόπου, τα νεαρά κορίτσια απαγάγονταν και οι γυναίκες ληστεύονταν και εγκαταλείπονταν στην τύχη τους.
Ένα νεαρό αγόρι που κατάφερε να ξεφύγει από τη χαράδρα του Μπακίρ Μαντέν περιέγραψε στην Άτκινσον πώς οι εκτελεστές αποκεφάλιζαν τους προκρίτους και πώς η ίδια η μητέρα του γυμνώθηκε, ληστεύθηκε και πυροβολήθηκε μπροστά στα μάτια του.

creativecommons.org/licenses/by/3.0)
«Η χαράδρα μυρίζει τόσο φρικτά που μόλις και μετά βίας μπορεί να περάσει κανείς πλέον», έγραφε η Αμερικανίδα, σημειώνοντας την απόκοσμη απουσία των γυπών από τον ουρανό, καθώς όλα τα όρνεα είχαν συγκεντρωθεί στο έδαφος για να κατασπαράξουν τα άταφα πτώματα.
Η Τέισι Άτκινσον διαπίστωσε γρήγορα ότι η εξόντωση των Αρμενίων δεν ήταν αποτέλεσμα αυθόρμητων ταραχών, αλλά ένα απόλυτα οργανωμένο και ψυχρά εκτελεσμένο σχέδιο.
Όπως σημείωσε στις 10 Ιουλίου 1915: «Όλοι γνωρίζουμε ότι μια τόσο ξεκάθαρη, καλά σχεδιασμένη και εκτελεσμένη δουλειά δεν είναι η μέθοδος του Τούρκου. Ο Γερμανός, ο Τούρκος και ο διάβολος έκαναν μια τριπλή συμμαχία που δεν έχει το ταίρι της στον κόσμο για την εν ψυχρώ διαβολικότητά της».
Ωστόσο, η ίδια δεν περιορίστηκε στη δημοσιογραφική καταγραφή. Μαζί με τον σύζυγό της μετέτρεψαν την αμερικανική αποστολή σε καταφύγιο. Χρησιμοποίησε τις επαφές της με αξιωματούχους για να γλιτώσει ανθρώπους, ενώ έφτασε στο σημείο να διοχετεύσει κρυφά ξυράφια μέσα στις φυλακές ώστε οι Αρμένιοι κρατούμενοι να μπορέσουν να κόψουν τα δεσμά τους και να αποδράσουν.
Η αλήθεια κρυμμένη σ’ ένα σφραγισμένο μπαούλο
Όταν το 1917 η Άτκινσον αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Οθωμανική Αυτοκρατορία, η εξαγωγή γραπτών κειμένων απαγορευόταν αυστηρά από το καθεστώς. Για να σώσει την αλήθεια, σφράγισε το ημερολόγιο μέσα σε ένα μπαούλο και το άφησε πίσω της στο Χαρπούτ.
Το μπαούλο έφτασε στα χέρια της στις Ηνωμένες Πολιτείες εννέα χρόνια αργότερα, το 1926, ανέπαφο.
Η Τέισι Άτκινσον έζησε το υπόλοιπο της ζωής της μαζί με τα τρία της παιδιά, τον Χένρι, την Αλίκη και τη Χάριετ και απεβίωσε την 1η Δεκεμβρίου 1937.

Το ημερολόγιό της εκδόθηκε για πρώτη φορά το 2000 (με επανέκδοση το 2016) υπό τον τίτλο που η ίδια είχε επιλέξει: The German, the Turk and the Devil Made a Triple Alliance. Σήμερα αποτελεί ένα από τα πλέον αδιάψευστα ιστορικά ντοκουμέντα και μια πολύτιμη γραπτή μαρτυρία για τις θηριωδίες που υπέστη ο αρμενικός λαός.

















