Στις 12 Δεκεμβρίου 1921, ένα εσωτερικό σημείωμα του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών συνόδευε μια έκθεση για τις εκτοπίσεις Ελλήνων και Αρμενίων στη βόρεια Μικρά Ασία. Την είχε παραδώσει εκείνο το πρωί η Γκέρτρουντ Άντονι (Gertrude Anthony), εργαζόμενη της Near East Relief.
Το σημείωμα διευκρίνιζε ότι η ίδια είχε ήδη καταθέσει αντίγραφο στον Αμερικανό ύπατο αρμοστή στην Κωνσταντινούπολη, ναύαρχο Μαρκ Μπρίστολ. Εκείνος όμως, δεν το είχε διαβιβάσει στο υπουργείο.
Αυτή η σύντομη υπηρεσιακή καταγραφή φωτίζει μια δεύτερη διαδρομή της μαρτυρίας: από τον τόπο των διώξεων στα γραφεία όπου μπορούσε να ληφθεί μια απόφαση. Για την Γκέρτρουντ Άντονι, η καταγραφή των γεγονότων δεν αρκούσε. Χρειαζόταν και ένας παραλήπτης που θα τα διάβαζε.
Από την τάξη στην ανθρωπιστική αποστολή
Πριν βρεθεί ανάμεσα σε πρόσφυγες και ορφανά, η Γκέρτρουντ Άντονι δίδασκε φυσικές επιστήμες σε σχολείο του Μπέρκλεϊ, στην Καλιφόρνια.
Το 1919 ταξίδεψε στην Εγγύς Ανατολή με την αδελφή της, Έιμι, που ήταν νοσηλεύτρια. Και οι δύο ήταν ανιψιές της Σούζαν Μπ. Άντονι, μιας από τις σημαντικότερες μορφές του αμερικανικού κινήματος για το δικαίωμα ψήφου των γυναικών.

Οι αδελφές ανέλαβαν διαφορετικές αποστολές. Η Γκέρτρουντ εργάστηκε αρχικά στο Ερεβάν, ενώ η Έιμι στην Κωνσταντινούπολη. Η καθημερινότητά τους περιλάμβανε τη φροντίδα παιδιών και ανθρώπων που είχαν επιζήσει από διώξεις, πείνα και ξεριζωμό.
Αυτή ήταν και η θέση από την οποία η Γκέρτρουντ θα παρατηρούσε όσα συνέβαιναν στον Πόντο.
Η επιστροφή στη Μερζιφούντα
Η έκθεσή της προς τον ναύαρχο Μπρίστολ φέρει ημερομηνία 1 Νοεμβρίου 1921.
Στις πρώτες σελίδες εξηγεί ότι, μετά την απομάκρυνση Αμερικανών από τη Μερζιφούντα με κυβερνητική διαταγή τον Μάρτιο, είχε παραμείνει στη Σαμψούντα μαζί με συναδέλφους της. Περίμεναν άδεια για να επιστρέψουν στο εσωτερικό.
Η άδεια εξασφαλίστηκε στις αρχές Ιουνίου και η Άντονι επέστρεψε στη Μερζιφούντα στις 13 του μήνα. Κατά την παραμονή της στη Σαμψούντα έφταναν πληροφορίες για καταστροφές ελληνικών χωριών και διώξεις στην παράκτια ζώνη.
Η αφήγησή της συνδέει έτσι την πόλη του εσωτερικού με τη Σαμψούντα και τους ελληνικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.
Στη Μερζιφούντα, οι εγκαταστάσεις της Near East Relief στο Κολέγιο Ανατόλια βρίσκονταν μέσα σε έναν κόσμο που διαλυόταν. Η έκθεση καταγράφει τη βία του Ιουλίου: φόνους, εμπρησμούς, λεηλασίες και εκτοπίσεις.
Στο υλικό περιλαμβάνονται οι επιθέσεις των ενόπλων του Οσμάν Αγά –του γνωστού Τοπάλ Οσμάν–, και οι διώξεις που έβαζαν στο στόχαστρο Έλληνες και Αρμένιους.
Μια προσεκτικά διατυπωμένη μαρτυρία
Στη συνοδευτική επιστολή προς το αμερικανικό υπουργείο, η Γκέρτρουντ Άντονι διευκρινίζει πώς είχε συντάξει την έκθεση. Διαχωρίζει όσα γνώριζε από προσωπική εμπειρία από πληροφορίες που της μεταφέρθηκαν και τις οποίες θεωρούσε αξιόπιστες. Εξηγεί επίσης ότι διορθώνει το προηγούμενο αντίγραφο: ορισμένες προσθήκες και η λανθασμένη θέση λέξεων μπορούσαν να δώσουν την εντύπωση πως μία εβδομάδα σφαγών είχε διαρκέσει δύο.
Η επισήμανση έχει ιδιαίτερη σημασία. Η συντάκτρια επιμένει στην ακρίβεια ακόμη και όταν περιγράφει γεγονότα που προκαλούν φρίκη.
Θέλει να είναι σαφές τι συνέβη, πότε συνέβη και από πού προέρχεται κάθε πληροφορία. Ο αναγνώστης μπορεί έτσι να παρακολουθήσει μαζί με την καταγγελία και τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε η μαρτυρία.
Στην επιστολή της προς τον ναύαρχο Μπρίστολ ζητούσε να μην δημοσιοποιηθούν οι δηλώσεις της, επειδή φοβόταν ότι η γνωστοποίησή τους θα οδηγούσε σε νέους περιορισμούς ή ακόμη και στη διακοπή της ανθρωπιστικής εργασίας στο εσωτερικό.
Η προστασία των ανθρώπων που παρέμεναν εκεί συνυπήρχε με την ανάγκη να ενημερωθούν οι αμερικανικές Αρχές.
Το έγγραφο φτάνει στον προορισμό του
Το σημείωμα της 12ης Δεκεμβρίου δείχνει ότι η έκθεση είχε πλέον φτάσει στην αρμόδια υπηρεσία στην Ουάσινγκτον.
Ο συντάκτης του παρουσίαζε τις διώξεις ως συνέχιση της πολιτικής εξόντωσης των Νεοτούρκων από τις εθνικιστικές δυνάμεις. Μετέφερε επίσης την εκτίμηση της Άντονι και συναδέλφων της ότι μια παρέμβαση της αμερικανικής κυβέρνησης θα μπορούσε να σώσει χιλιάδες ζωές.
Το ίδιο έγγραφο τεκμηριώνει τη μη διαβίβαση από τον Μαρκ Μπρίστολ. Δεν εξηγεί τους λόγους της.
Η Γκέρτρουντ Άντονι επέστρεψε στην περιοχή το 1922. Το φθινόπωρο συμμετείχε στην απομάκρυνση περίπου 500 προσφύγων και ορφανών από τη Μερζιφούντα προς τη Σαμψούντα. Η διαδρομή έγινε με 56 άμαξες και διήρκεσε τρεις ημέρες. Η γυναίκα που είχε περιγράψει τον κίνδυνο συνέχισε να εργάζεται για να βγουν άνθρωποι από αυτόν.

Σήμερα, η έκθεση φυλάσσεται στα Εθνικά Αρχεία των ΗΠΑ. Το προσωπικό της αρχείο στη Βιβλιοθήκη Μπάνκροφτ του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας περιλαμβάνει επιστολές, υπηρεσιακές αναφορές, φωτογραφίες και αλληλογραφία με πρώην μαθητές της από τη δεκαετία του 1960.

















