Στην επιβεβαίωση του αξιόχρεου της Ελλάδας στη βαθμίδα «BBB» με σταθερές προοπτικές προχώρησε ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch. Σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου, η θετική αυτή αξιολόγηση αντανακλά το υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα και την αναβαθμισμένη διακυβέρνηση της χώρας συγκριτικά με τον μέσο όρο των χωρών της ίδιας κατηγορίας. Τα στοιχεία αυτά αντισταθμίζουν το πολύ υψηλό –αν και ταχέως μειούμενο– δημόσιο χρέος, τις διαρκείς εξωτερικές ανισορροπίες, καθώς και τους διαρθρωτικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη.
Ο Fitch υπογραμμίζει ως βασικά δυνατά σημεία το αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής που διασφαλίζεται από τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ευρωζώνη, τα ισχυρά δημοσιονομικά αποτελέσματα, τη συνετή οικονομική διαχείριση και την ανθεκτική ανάπτυξη, παράγοντες που επιταχύνουν τη μείωση του χρέους.
Χαμηλοί κίνδυνοι χρηματοδότησης
Το δημόσιο χρέος παραμένει ο βασικός περιοριστικός παράγοντας για την ελληνική οικονομία, ωστόσο η ταχεία υποχώρησή του στηρίζει τη βιωσιμότητά του. Από το 146,1% του ΑΕΠ το 2025, προβλέπεται να υποχωρήσει στο 124,6% το 2028, χάρη στα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα, την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ και τις πρόωρες αποπληρωμές δανείων.
Ο οίκος εκτιμά ότι έως τα τέλη του 2026 η Ελλάδα δεν θα κατέχει πλέον τον υψηλότερο δείκτη χρέους προς ΑΕΠ στην Ευρωζώνη, καθώς θα διαμορφωθεί χαμηλότερα από αυτόν της Ιταλίας, παρά το γεγονός ότι παραμένει αισθητά πάνω από τον μέσο όρο της βαθμίδας «BBB» (56,9%).
Την ίδια στιγμή, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης θεωρούνται περιορισμένοι. Η χώρα επωφελείται από τη μακρά μέση διάρκεια χρέους (19 έτη), το χαμηλό έμμεσο επιτόκιο (περίπου 1,5%), τα σταθερά επιτόκια και ένα σημαντικό ταμειακό μαξιλάρι που προβλέπεται να ανέλθει στο 12% του ΑΕΠ το 2026.
Δημοσιονομικά πλεονάσματα
Ο Fitch προβλέπει πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης 0,6% του ΑΕΠ για το 2026 (έναντι προβλεπόμενου μέσου ελλείμματος 3,1% στις χώρες «BBB») και πρωτογενές πλεόνασμα 3,6%. Η αύξηση των εσόδων συνεχίζει να υπερβαίνει τις δαπάνες, ωθούμενη από τα ισχυρά φορολογικά έσοδα και τη βελτιωμένη φορολογική συμμόρφωση.
Η προσήλωση στη δημοσιονομική σύνεση αντιμετωπίζεται ως μόνιμο πλεονέκτημα, το οποίο ενισχύεται από τον εγχώριο δημοσιονομικό κανόνα του 2025 και το ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η πιθανή χαλάρωση της δημοσιονομικής στάσης το 2027 αξιολογείται απλώς ως μετριασμός των υπερβολικά καλών επιδόσεων και όχι ως κάμψη της πειθαρχίας.
Η οικονομική ανάπτυξη προβλέπεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 2% την περίοδο 2026-2028, υπεραποδίδοντας σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με κύριο μοχλό την εγχώρια ζήτηση, τις ιδιωτικές επενδύσεις και τους πόρους του «Next Generation EU».
Ωστόσο, παραμένουν παλαιές διαρθρωτικές αδυναμίες. Το πραγματικό ΑΕΠ και το κατά κεφαλήν εισόδημα διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με την προ κρίσης περίοδο και τον μέσο όρο της ΕΕ αντίστοιχα, ενώ στην αγορά εργασίας καταγράφονται ελλείψεις δεξιοτήτων.
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών εκτιμάται στο 6,5% του ΑΕΠ το 2026, αποτελώντας βασικό σημείο ευαλωτότητας λόγω των χαμηλών εγχώριων αποταμιεύσεων, των εισαγωγών και της υψηλής ενεργειακής εξάρτησης. Παρά τα ισχυρά τουριστικά έσοδα και τις άμεσες ξένες επενδύσεις, οι εξωτερικοί δείκτες επιβαρύνονται.
Στον τραπεζικό τομέα, οι κίνδυνοι για το Δημόσιο κρίνονται υπο έλεγχο. Οι ελληνικές τράπεζες εμφανίζουν ικανοποιητική κερδοφορία, ρευστότητα και κεφαλαιοποίηση, αν και διατηρούνται αδυναμίες όπως η εξάρτηση από τις πιστώσεις αναβαλλόμενου φόρου.
Τέλος, στον τομέα της διακυβέρνησης (ESG), η Ελλάδα κατατάσσεται στο 63,2% του δείκτη WBGI, γεγονός που αντανακλά την ομαλότητα των πολιτικών μεταβάσεων, το εδραιωμένο κράτος δικαίου και ένα μέτριο επίπεδο θεσμικής ικανότητας και διαφθοράς.
• Με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

















