Κάθε Νοέμβριο, η Θεσσαλονίκη αλλάζει πρόσωπο. Οι δρόμοι γύρω από την Αριστοτέλους, το Ολύμπιον και το λιμάνι γεμίζουν με ανθρώπους που μιλούν για ταινίες, σκηνοθέτες, εικόνες και ιδέες. Για λίγες ημέρες η πόλη θυμίζει αυτό που θα ήθελε ίσως να είναι όλον τον χρόνο: ένα ανοιχτό παράθυρο προς τον κόσμο. Όμως για να γίνει η Θεσσαλονίκη αληθινό κινηματογραφικό σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ευρώπη και τους γειτονικούς πολιτισμικούς κόσμους, δεν αρκεί να φιλοξενεί απλώς ένα μεγάλο φεστιβάλ. Πρέπει να αποκτήσει ρόλο, ταυτότητα και στρατηγική.
Η γεωγραφία της πόλης τής δίνει ένα μοναδικό πλεονέκτημα. Η Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο μια ελληνική μητρόπολη του βορρά. Είναι ένας τόπος που ακουμπά νοητά στα Βαλκάνια, στη Μεσόγειο, στη Μαύρη Θάλασσα, στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, στη Μέση Ανατολή. Κουβαλά ιστορικά ίχνη συνύπαρξης, εμπορίου, μετακίνησης και πολιτισμικής ανταλλαγής. Αυτή η πολλαπλή ταυτότητα θα μπορούσε να γίνει και η κινηματογραφική της ταυτότητα. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως πραγματικό πεδίο συνάντησης δημιουργών, ιστοριών και κινηματογραφικών γλωσσών που δύσκολα βρίσκουν αλλού τόσο φυσικό σημείο επαφής.
Για να συμβεί αυτό, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης οφείλει να πάψει να αρκείται στον ρόλο του ευπρεπούς παρουσιαστή βραβευμένων ταινιών που έχουν ήδη διαγράψει τη διαδρομή τους σε άλλα μεγάλα φεστιβάλ. Χρειάζεται περισσότερη τόλμη στην ανακάλυψη. Η Θεσσαλονίκη πρέπει να γίνει ο τόπος όπου θα εντοπίζονται πρώτοι οι νέοι σκηνοθέτες από την ευρύτερη περιοχή. Να μη λειτουργεί μόνο ως σταθμός προβολής, αλλά ως εργαστήριο ανάδειξης.
Αυτό σημαίνει επένδυση όχι μόνο στις προβολές, αλλά και στην ανάπτυξη ταινιών. Η Αγορά του Φεστιβάλ μπορεί να γίνει η πραγματική καρδιά του θεσμού, αν ενισχυθεί ακόμη περισσότερο ως χώρος συμπαραγωγών, σεναριακής επεξεργασίας, συναντήσεων δημιουργών και δικτύωσης με ευρωπαϊκά και περιφερειακά ταμεία. Μια πόλη γίνεται κινηματογραφικό σταυροδρόμι όταν δεν δείχνει μόνο ταινίες, αλλά όταν βοηθά να γεννηθούν.
Εξίσου σημαντική είναι η καθαρότητα του καλλιτεχνικού στίγματος. Η ποσότητα δεν αρκεί. Ένα πρόγραμμα με εκατοντάδες τίτλους εντυπωσιάζει, αλλά εύκολα χάνει τον θεατή.
Η Θεσσαλονίκη χρειάζεται πιο καθαρή επιμέλεια, πιο έντονη προσωπικότητα, πιο ευδιάκριτο πυρήνα. Χρειάζεται να πει με σαφήνεια: αυτά είναι τα έργα που πιστεύουμε, αυτές είναι οι κινηματογραφίες που μας ενδιαφέρουν, αυτή είναι η δική μας ματιά στον σύγχρονο κόσμο.
Κρίσιμο είναι και το άνοιγμα προς το ίδιο το κοινό. Δεν μπορεί μια πόλη να ονειρεύεται διεθνή ακτινοβολία, αν οι σημαντικότερες ταινίες της δεν είναι εύκολα προσβάσιμες στους ανθρώπους που ζουν σε αυτήν. Περισσότερες επαναληπτικές προβολές, καλύτερη διασπορά του προγράμματος, συζητήσεις ουσίας με σκηνοθέτες και κριτικούς, κινηματογραφική παιδεία στα πανεπιστήμια και στα σχολεία: όλα αυτά χτίζουν κοινό, και χωρίς κοινό κανένας θεσμός δεν αποκτά πραγματική διάρκεια.
Τέλος, η Θεσσαλονίκη χρειάζεται αυτοπεποίθηση. Όχι να ανταγωνιστεί μηχανικά τις Κάννες ή τη Βενετία, αλλά να καταλάβει τι μπορεί να γίνει η ίδια. Ένα σταυροδρόμι δεν είναι ποτέ απλώς ένα σημείο διέλευσης. Είναι τόπος ανταλλαγής, ζύμωσης και μεταμόρφωσης. Αν η Θεσσαλονίκη επενδύσει στη γεωγραφία της, στην ιστορία της και στη δύναμη του Φεστιβάλ της, μπορεί να γίνει ακριβώς αυτό: ένας τόπος όπου η Ευρώπη δεν συναντά απλώς τους γειτονικούς της κόσμους, αλλά συνομιλεί μαζί τους μέσα από τον κινηματογράφο.

















