Σε χαρτί γραφής καντριγέ, με μπλε μελάνι και αριθμό πρωτοκόλλου 152, οι εκπρόσωποι της Αργυρούπολης του Πόντου –και ενώ η πιο σκληρή φάση της Γενοκτονίας είχε ξεκινήσει– αποτύπωσαν μέσα σε λίγες σελίδες έναν χάρτη καταστροφής: χωριά λεηλατημένα, κάτοικοι δολοφονημένοι, ένας ιερέας αποκεφαλισμένος και οικογένειες που δέχονταν νέες επιθέσεις μόλις επέστρεφαν από την εξορία.
Η αναφορά φέρει ημερομηνία 2 Οκτωβρίου 1919 και απευθύνεται στον Λίντον Σ. Κρόφορντ, εκπρόσωπο της Μεγάλης Βρετανίας στην Τραπεζούντα.
Οι συντάκτες της δεν ζητούσαν απλώς να ενημερώσουν τις συμμαχικές δυνάμεις. Ζητούσαν άμεση προστασία για τον ελληνικό πληθυσμό της Χαλδίας, ο οποίος, όπως έγραφαν, βρισκόταν υπό καθεστώς φόβου και διωγμού.
Το χειρόγραφο σώζεται στο Πολιτικό Αρχείο του Πόντου της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και διατίθεται ψηφιακά από τη Βιβλιοθήκη και το Κέντρο Πληροφόρησης του ΑΠΘ.
Η «περιληπτική έκθεση» των εγκλημάτων
Το κείμενο τιτλοφορείται «Περιληπτική έκθεσις των διαπραχθέντων φόνων και λεηλασιών» και αναφέρεται σε όσα είχαν συμβεί στην επαρχία της Χαλδίας από την Ανακωχή έως τη στιγμή της σύνταξής του.
Οι εκπρόσωποι της Αργυρούπολης υπενθύμιζαν στον Βρετανό αξιωματούχο ότι του είχαν ήδη εκθέσει προφορικά τα γεγονότα. Αυτήν τη φορά, όμως, κατέθεταν γραπτώς έναν κατάλογο με συγκεκριμένα χωριά και αριθμούς θυμάτων.
• Λερή: Μια ένοπλη ομάδα λεηλάτησε τμήμα αποτελούμενο από δέκα χωριά. Οκτώ Έλληνες σκοτώθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι κάτοικοι διασκορπίστηκαν και πολλοί αποδεκατίστηκαν από τις κακουχίες.
• Καρμούντ: Οι επιτιθέμενοι σκότωσαν τον ιερέα του χωριού, αποκόπτοντας το κεφάλι του, καθώς και μία γυναίκα.
• Τερμιρτζή-κιοϊ: Το χωριό δέχθηκε τρεις επιθέσεις και ένας κάτοικος σκοτώθηκε.
• Μονή Αγίου Γεωργίου Χαλιναρά: Το μοναστήρι λεηλατήθηκε δύο φορές.
• Άτρα, Τεκκέ και Ψωμάντων: Στην Άτρα σκοτώθηκε ένας Έλληνας. Στο τουρκικό χωριό Τεκκέ δολοφονήθηκαν πέντε Έλληνες που περνούσαν από την περιοχή, ενώ στο Ψωμάντων δύο άνθρωποι σκοτώθηκαν μέσα στον μύλο.
• Σταυρίν: Ένας αξιωματικός τραυμάτισε τον ιερέα και τον φύλακα του χωριού.
• Ίμερα, Κρώμνη και Μούζενα: Στην Ίμερα σκοτώθηκε ένας κάτοικος, στην Κρώμνη δύο και στη Μούζενα τέσσερις.
Ανάμεσα στις επιμέρους καταγραφές, οι συντάκτες παρεμβάλλουν μία φράση που συμπυκνώνει την έκταση της καταστροφής:
«Τα ερημωθέντα και καταστραφέντα χωρία […] είναι αναρίθμητα».
Οι επιθέσεις σε όσους επέστρεφαν
Ιδιαίτερη θέση στην αναφορά έχουν οι κάτοικοι που προσπαθούσαν να επιστρέψουν στις εστίες τους και να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους.
Στην Αυλίανα, οι κάτοικοι επιχείρησαν να εγκατασταθούν και πάλι στο χωριό τους. Δέχθηκαν όμως τρεις επιθέσεις από ένοπλες ομάδες. Σύμφωνα με την έκθεση, η οθωμανική διοίκηση έδωσε πολλές υποσχέσεις, αλλά «ουδέν έπραξε».
Ακόμα βαρύτερη ήταν η περίπτωση της Ζύμωνας, στην περιοχή των Χεριάνων. Οικογένειες που επέστρεφαν από την εξορία τους στη Σεβάστεια προσπάθησαν να κατοικήσουν ξανά στο χωριό. Μια ένοπλη ομάδα επιτέθηκε παρουσία χωροφύλακα, σκότωσε δύο κατοίκους και άρπαξε όλα τα τρόφιμά τους.
Το έγγραφο χρησιμοποιεί τη φράση «ατιμάσασα δύο παρθένους», καταγράφοντας με τη γλώσσα της εποχής σεξουαλική βία σε βάρος δύο νεαρών γυναικών.
Από την πρόσθεση μόνο των συγκεκριμένων περιπτώσεων που απαριθμούνται, προκύπτουν τουλάχιστον 28 νεκροί. Ο αριθμός δεν αποτελεί συνολικό απολογισμό των διώξεων στη Χαλδία, αλλά το άθροισμα των θυμάτων που αναφέρονται ονομαστικά ανά χωριό στην ίδια την έκθεση.
Η καταγγελία κατά της οθωμανικής διοίκησης
Οι συντάκτες δεν απέδιδαν τη βία αποκλειστικά στη δράση μεμονωμένων συμμοριών. Κατηγορούσαν ευθέως την οθωμανική διοίκηση ότι, με το πρόσχημα της αντιμετώπισης εθνικών οργανώσεων, εξόπλιζε τον τουρκικό πληθυσμό και υπέθαλπε «τους καθ’ ημών φόνους και διαρπαγάς».
Στην περίπτωση της Ζύμωνας, μάλιστα, υπογράμμιζαν ότι η επίθεση πραγματοποιήθηκε παρουσία χωροφύλακα. Η λεπτομέρεια αυτή ενίσχυε τον κεντρικό ισχυρισμό της αναφοράς: ότι οι ελληνικοί πληθυσμοί δεν μπορούσαν να περιμένουν ουσιαστική προστασία από τις τοπικές αρχές.
Γι’ αυτό και η επιστολή δεν απευθυνόταν στην οθωμανική διοίκηση, αλλά στον εκπρόσωπο μιας από τις νικήτριες δυνάμεις του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου.
«Καταφεύγοντες εις την κραταιάν αιγίδα»
Στο τέλος της έκθεσης, οι εκπρόσωποι της Αργυρούπολης επικαλούνται την προηγούμενη στάση της Μεγάλης Βρετανίας και των Συμμάχων και ζητούν από τον Κρόφορντ να ενημερώσει άμεσα την κυβέρνησή του.
«Καταφεύγοντες εις την κραταιάν αιγίδα της Μ. Βρετανίας», γράφουν, ζητούσαν «την άμεσον προστασίαν» του ελληνικού πληθυσμού, τον οποίο χαρακτήριζαν «καταδυναστευόμενον» και «έντρομον».
Το κείμενο υπογράφεται από τον πρόεδρο και τους συμβούλους των εκπροσώπων της Αργυρούπολης. Το σωζόμενο χειρόγραφο αποτελεί ενυπόγραφο ακριβές αντίγραφο, το οποίο πιστοποίησε ο γραμματέας Σ. Μητρόπουλος.
Πρόκειται για μία σύγχρονη των γεγονότων καταγγελία και η ιδιαίτερη αξία της βρίσκεται στην ακριβή χρονολόγηση, στην ονομαστική καταγραφή των χωριών και στο γεγονός ότι αποτυπώνει το αίτημα των κατοίκων της Χαλδίας την ώρα που οι επιθέσεις και οι απόπειρες επιστροφής βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη.

















