Μια γυναίκα γεννά σε ένα πάρκο που η βροχή έχει μετατρέψει σε λασπόνερα. Ένας πατέρας, με τρία παιδιά και την 70χρονη μητέρα του, κοιμάται στην προκυμαία και μοιράζει το λιγοστό ψωμί σε όλους. Τα μωρά είναι άρρωστα και δεν κλαίνε· μόνο κλαψουρίζουν.
Μυτιλήνη, Οκτώβριος 1922. Η θάλασσα έχει φέρει τους πρόσφυγες στην απέναντι ακτή. Μπροστά τους ανοίγεται ένας άλλος αγώνας επιβίωσης.
Η πυρκαγιά της Σμύρνης, που ξέσπασε στις 13 Σεπτεμβρίου 1922 (ν.η.), έγινε η εμβληματική εικόνα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Για όσους επέζησαν, όμως, η επιβίβαση σε ένα πλοίο άνοιγε μια αλυσίδα νέων δοκιμασιών: αναζήτηση τροφής, στέγης, περίθαλψης. Ολόκληρη η καθημερινότητα έπρεπε να ξαναχτιστεί.
Τις εικόνες από τη Μυτιλήνη καταγράφει η Αμερικανίδα γιατρός Μέιμπελ Έλιοτ (Mabel E. Elliott), της οργάνωσης American Women’s Hospitals. Οι επιστολές της περιλαμβάνονται στο βιβλίο της Έσθερ Πολ Λάβτζοϊ Certain Samaritans, που εκδόθηκε το 1927. Είναι μαρτυρίες των ίδιων των πρώτων εβδομάδων της προσφυγιάς, όταν οι ανάγκες μετριούνταν σε ψωμί, κουβέρτες και κρεβάτια.
Στις 3 Οκτωβρίου, η Έλιοτ γράφει για τον πατέρα στην προκυμαία: τα παιδιά του είχαν γεννηθεί στο Ρότσεστερ της Νέας Υόρκης. Ο ίδιος είχε χάσει το αγρόκτημά του κοντά στη Σμύρνη και οι αδελφοί του είχαν εξαφανιστεί. Κάποιες μέρες, της λέει, η οικογένεια δεν είχε τίποτα να φάει.
Στην επιστολή της 9ης Οκτωβρίου, περιγράφει θηλάζουσες μητέρες που είχαν περάσει τρεις και τέσσερις μέρες χωρίς τροφή. Για τα άρρωστα βρέφη γράφει: «Δεν κλαίνε. Μόνο κλαψουρίζουν». Στήνεται σταθμός διανομής γάλακτος και εξασφαλίζεται ένας χώρος όπου θηλάζουσες μητέρες άρρωστων βρεφών έχουν στέγη και λίγη επιπλέον τροφή.
Μέσα στην καταστροφή κινητοποιούνται και οι ίδιοι οι ξεριζωμένοι. Δεκαπέντε πρόσφυγες γιατροί από τη Σμύρνη δηλώνουν συμμετοχή στην περίθαλψη. Γυναίκες με ραπτομηχανές αναλαμβάνουν να ετοιμάσουν στρώματα και σεντόνια για 50 κρεβάτια. Μέχρι τις 9 Οκτωβρίου, η Έλιοτ αναφέρει ότι λειτουργεί νοσοκομείο 100 κλινών, με προτεραιότητα στις επίτοκες. Η προσπάθεια συνεχίζεται μέσα σε τεράστια έλλειψη μέσων.
Μια άλλη μαρτυρία, από το αρχείο του Συλλόγου Μικρασιατών Ανατολικής Φθιώτιδας, δίνει στο «μετά» τη διάρκεια μιας ζωής.
Ο Κωνσταντίνος Κουλακιώτης, γεννημένος στη Σμύρνη το 1914, φεύγει οκτώ χρονών με την οικογένειά του και τις βάρκες τους – ψαράδες από γενιά σε γενιά. Μένουν τρεις μήνες στον Πολιχνίτο της Λέσβου και κατόπιν περνούν στην Αγία Μαρίνα Στυλίδας, όπου έχουν έναν συγγενή.
Στην αρχή, 19 άνθρωποι μένουν σε ένα δωμάτιο. Το 1928 η οικογένεια χτίζει το καινούργιο πατρικό της. Η θάλασσα εξακολουθεί να δίνει δουλειά και ψωμί.
Δεκαετίες αργότερα, στα 79 του, ο Κουλακιώτης κοιτάζει τη θάλασσα από το μπαλκόνι του. Έχει δημιουργήσει οικογένεια και σπίτι στην Ελλάδα. Η παλιά πατρίδα εξακολουθεί να χωρά σε μια παράκληση:
«Ταξίδεψέ με ως τη Σμύρνη μας γιατί ο καημός μου είναι μεγάλος».

















