Ήταν μια μέρα σαν τη σημερινή, 20 χρόνια πριν, όταν έφυγε από τη ζωή ο Νίκος Καζής. Ίσως ο πρώτος μεταπολεμικός ζεν πρεμιέ. Και δη πολυτάλαντος, όπως θα διαβάσετε παρακάτω.
Το όνομά του, σε πρώτη φάση, μπορεί να μην λέει κάτι, αλλά, αν δει κάποιος τη μορφή του, θα θυμηθεί αμέσως τον κακομαθημένο γιο του Διονύση Παπαγιαννόπουλου στο Στουρνάρα 288 ή τον γοητευτικό Πίπη που τραγουδάει στον Ζηλιαρόγατο.
Οι ακόμα πιο ψαγμένοι κινηματογραφικά θα τον θυμούνται από τα Δολάρια και όνειρα (και δη σε διπλό ρόλο), τους Χαμένους αγγέλους και την Αντιγόνη.

Γενικώς, ο Νίκος Καζής είχε μια περίεργη σχέση με το ελληνικό σινεμά. Ειδικά τη δεκαετία του ’60, οι κινηματογραφικές του επιλογές υπήρξαν όχι ιδιαίτερα επιτυχημένες.
Παράλληλα, όμως, οι καλοί ρόλοι ήρθαν στο θέατρο και δη στο Εθνικό Θέατρο, όπου, από ένα σημείο και μετά, καθιερώθηκε και στο αρχαίο δράμα. Λίγο περίεργη διαδρομή για τα δεδομένα της εποχής που έδρασε.

Επίσης, ελάχιστα πράγματα είχαν γίνει γνωστά για την προσωπική του ζωή. Σίγουρα, την περίοδο της πρώτης νιότης του, τα τότε έντυπα δεν είχαν την πρόθεση να γίνουν αδιάκριτα.
Παρ’ όλα αυτά, οι επιτυχίες του στις γυναίκες ήταν φανερές και φυσικά, με αυτό το παρουσιαστικό που διέθετε, απολύτως δικαιολογημένες. Ποιος ήταν λοιπόν ο μεταπολεμικός ζεν πρεμιέ με την περίεργη αλλά αξιόλογη και χαμηλών τόνων καριέρα;

Η βελούδινη φωνή
Γεννήθηκε το 1927, κάτι που σημαίνει ότι έζησε την εφηβεία του μέσα στην Κατοχή. Και σε ηλικία 15 ετών ανεβαίνει πάνω στη σκηνή, όχι όμως ως ηθοποιός αλλά ως τραγουδιστής. Συγκεκριμένα, εμφανιζόταν στα βαριετέ της εποχής, όπως Όασις, Αλκαζάρ και Σίνε-Νιους.
Και όπως έχει φανεί και από τις μετέπειτα κινηματογραφικές δουλειές όπου τραγούδησε, είχε, αν και μικρός σε ηλικία, μια βελούδινη φωνή.
Πολλοί από τους παλιούς ανθρώπους του χώρου υποστηρίζουν ότι θα μπορούσε να κάνει πιθανώς και καριέρα τραγουδιστή. Ο ίδιος όμως, όπως αποδείχτηκε, είχε σε άλλες σκηνές τα όνειρά του. Στο θέατρο.
Σπουδάζει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου μάλιστα το 1947 –σπουδαστής ακόμα– θα κάνει έναν μικρό ρόλο στον σαιξπηρικό Ριχάρδο Β΄. Ως επαγγελματίας ηθοποιός κάνει το ντεμπούτο του το 1948, αλλά εκτός Αθηνών. Συγκεκριμένα, έγινε με το θίασο Μιράντας Μυράτ – Λάμπρου Κωνσταντάρα, στο έργο του Ασημάκη Γιαλαμά Σβήσε το φως, στο θέατρο «Μακεδονικό» της Θεσσαλονίκης.
Η ώρα του κινηματογράφου
Έναν χρόνο πριν, το 1947, κάνει το ντεμπούτο του στο σινεμά με την ταινία Παιδιά της Αθήνας. Και την επόμενη χρονιά περνάει από τη Φίνος Φιλμ. Στην πολύ τολμηρή για την εποχή της ταινία Χαμένοι άγγελοι, υποδύεται τον αγνό νέο, φίλο της πρωταγωνίστριας Σμαρούλας Γιούλη, που όμως τον εποφθαλμιά η «κακιά» Ειρήνη Παπά.

Στη Φίνος Φιλμ ο Νίκος Καζής θα κάνει το 1955 την πιο πετυχημένη του εμπορικά ταινία. Ήταν η Γκόλφω, όπου υποδύθηκε τον Τάσο, δίπλα στην Αντιγόνη Βαλάκου (με την οποία είχαν παίξει μαζί στην ταινία Οι ουρανοί είναι δικοί μας, πάλι στου Φίνου).
Το άστρο του στον κινηματογράφο απογειώθηκε με αυτόν το ρόλο, αλλά βλέποντας τη φιλμογραφία του, θα διαπιστώσει κάποιος ότι έκανε επιλεκτικές δουλειές. Στην ουσία, όλο του το ενδιαφέρον ήταν στο θέατρο, χωρίς όμως να έχει περιοριστεί σε κάποιο είδος.

Ο ωραίος της εποχής
Όπως φαίνεται, ο ίδιος ήταν πολύ φειδωλός με τη δημοσιότητα, παρόλο που διέθετε το παρουσιαστικό για να γίνει εξωφυλλάτος, όπως θα λέγανε μετά.
Από την αρχή της καριέρας του υπήρχε μια φήμη για ένα φλογερό ειδύλλιο με την πολύ μεγαλύτερή του Μαρίκα Κοτοπούλη. Κάτι που δεν έχει επιβεβαιωθεί με τα χρόνια.
Οι φήμες τον θέλουν να έχει κάνει στη ζωή του τρεις γάμους. Ο ένας, δυστυχώς λόγω επικαιρότητας, επανήλθε στη δημοσιότητα, καθώς ο Καζής ήταν ο πρώτος σύζυγος της Ελένης Προκοπίου, που έφυγε πριν από λίγες μέρες.

Ο γάμος τους έγινε το 1963 και έντυπο της εποχής γράφει:
«Ο Νίκος Καζής του Εθνικού Θεάτρου με την χορεύτρια Ελένη Προκοπίου». Ναι, από τη δεκαετία του ’50, ο Καζής ανήκει πλέον στο δυναμικό της πρώτης σκηνής της χώρας. Και ίσως εδώ να είναι η αιτία που δεν ενδιαφέρθηκε για πιο μεγάλα πράγματα στον κινηματογράφο. Πάντως, η τελευταία του ταινία στο σινεμά έγινε το 1966 και λεγόταν Αγάπη που δε σβήνει ο χρόνος. Και έπαιζε μαζί με την Προκοπίου.

Οι μεγάλοι ρόλοι
Αφού συνεργάστηκε με τα μεγάλα ονόματα της εποχής στο ελεύθερο θέατρο, το 1954 μπαίνει στο Εθνικό. Υποδύθηκε τον Γιάννη, τον γιο του ταβερνιάρη, στο κλασικό Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται του Σπύρου Μελά, δίπλα στην Άννα Συνοδινού και τον Χριστόφορο Νέζερ.

Το 1959 ερμηνεύει τον Αίμωνα στην Αντιγόνη, σε σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή, με πρωταγωνίστρια την Άννα Συνοδινού. Τον ίδιο ρόλο θα υποδυθεί λίγα χρόνια αργότερα στον κινηματογράφο, αυτή τη φορά με σκηνοθέτη τον Γιώργο Τζαβέλα και πρωταγωνίστρια την Ειρήνη Παπά.
Και ξεκινάει ένα σερί ρόλων στην αρχαία τραγωδία με σπουδαίους σκηνοθέτες. Το 1964 υποδύεται τον Ίωνα στην ομώνυμη τραγωδία, με σκηνοθέτη τον Τάκη Μουζενίδη.

Και στο Εθνικό παραμένει για πάνω από 20 χρόνια. Το 1975 θα δώσει την τελευταία του ερμηνεία στο Εθνικό, στην Αμερική του Φραντς Κάφκα, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού. Παράλληλα, συνεργάζεται με την Ελληνική Ραδιοφωνία στα αξέχαστα θεατρικά στο ραδιόφωνο.

Και μετά σιωπή. Οι συνάδελφοί του τον θυμούνται να βλέπει παραστάσεις, να είναι πάντα ευγενικός, ενώ υπήρξε θαμώνας του Θεατρικού Μουσείου, όταν ήταν στην οδό Ακαδημίας. Αυτά βέβαια όσον αφορά το θέατρο.
Γιατί εκτός της υποκριτικής, επαγγελματικά υπήρχε στη ζωή του και η άλλη του αγάπη, το τραγούδι. Όχι όμως ως τραγουδιστής, αλλά ως επιχειρηματίας.
Υπήρξε από τους ανθρώπους που «έφτιαξαν» την Πλάκα, την περίοδο του Νέου Κύματος. Και ο ίδιος είχε προωθήσει, δίνοντάς τους χώρο, ονόματα που τότε έκαναν τα πρώτα τους βήματα, όπως ο Νότης Μαυρουδής ή ο Θέμης Ανδρεάδης.
Ο Νίκος Καζής υπήρξε ένας ηθοποιός που δεν ήθελε τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά ήθελε να κάνει αυτό που αγάπησε περισσότερο. Και όταν αυτός ο δρόμος άνοιξε και τον οδήγησε προς το αρχαίο δράμα, τον ακολούθησε και βγήκε κερδισμένος.
Όσο για την υστεροφημία του; Υπάρχουν και οι ταινίες. Λίγες αλλά ουσιαστικές, για να ανακαλύψει κανείς έναν ζεν πρεμιέ μιας άλλης εποχής.

















