Συνήθως, όταν αναφέρεται το όνομά του, πολλοί –ειδικά οι νεότεροι– δεν τον θυμούνται. Όταν, όμως, η συζήτηση φτάνει στο Εξπρές του μεσονυχτίου, θυμούνται αμέσως τον πρωταγωνιστή του. Πρακτικά, ο Μπραντ Ντέιβις ταυτίστηκε με μια σπουδαία –και κλασική πλέον– ταινία, ενώ οι περισσότερες από τις υπόλοιπες δουλειές του δεν είχαν ανάλογη απήχηση.
Το θέμα δεν είναι ότι δεν συνέχισε την πορεία του με εξίσου επιτυχημένες ταινίες. Το τραγικό είναι πως ο Μπραντ Ντέιβις πέθανε στα 41 του, έχοντας ζήσει μέσα στο φόβο και τις προκαταλήψεις μιας πολύ σκληρής εποχής.
Όπως αποκάλυψε αργότερα η σύζυγός του, αυτοκτόνησε ενώ η υγεία του είχε επιδεινωθεί λόγω του AIDS. Μιλάμε για το 1991, όταν η ασθένεια παρέμενε ταμπού και, πέρα από τον κοινωνικό αποκλεισμό, υπήρχε και ο φόβος της απώλειας της δουλειάς.
Όμως και η ζωή του, ήδη από τα παιδικά του χρόνια, υπήρξε βασανιστική. Παρά τις επιτυχίες και την οικογένεια που δημιούργησε, ζούσε έναν διαρκή εφιάλτη. Πολλές από τις δυσκολίες που αντιμετώπισε έγιναν ευρύτερα γνωστές μετά το θάνατό του, μέσα από τις αποκαλύψεις της συζύγου του.
Γιατί ο Μπραντ Ντέιβις, όπως αποδείχθηκε, έζησε μια σύντομη ζωή μέσα στο φόβο.

Το «εξπρές» της επιτυχίας
Όλα ξεκίνησαν το 1970, όταν ο Αμερικανός Μπίλι Χέιζ συνελήφθη στην Τουρκία, επιχειρώντας να μεταφέρει χασίς έξω από τη χώρα. Η σύλληψη έγινε στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης, καθώς ο Χέιζ ετοιμαζόταν να επιστρέψει στην πατρίδα του. Η αρχική ποινή που του επιβλήθηκε ήταν τέσσερα χρόνια και δύο μήνες για κατοχή ναρκωτικών.
Εδώ να σημειωθεί ότι οι ΗΠΑ είχαν ζητήσει τη μεταφορά του σε αμερικανική φυλακή, αλλά οι τουρκικές Αρχές αρνήθηκαν. Ο Χέιζ οδηγήθηκε στις φυλακές Σαγμαλτζιλάρ της Κωνσταντινούπολης. Όπως είχε πει: «Ένιωσα τον ουρανό να πέφτει στο κεφάλι μου».
Η αρχική ποινή ανατράπηκε και ο Χέιζ καταδικάστηκε για λαθρεμπόριο ναρκωτικών σε ισόβια κάθειρξη, η οποία το 1975 μειώθηκε στα 30 χρόνια. Ήταν μια εξαιρετικά βαριά ποινή και πολλοί πίστευαν ότι, στο πρόσωπο του νεαρού Αμερικανού, οι τουρκικές Αρχές είχαν βρει ένα εξιλαστήριο θύμα για να δείξουν στη Δύση πόσο αυστηρή ήταν η νομοθεσία τους. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο Χέιζ βίωσε την απόλυτη κόλαση και πήρε την απόφαση να αποδράσει.
Η απόδρασή του έγινε το 1975, από τις φυλακές του νησιού Ιμραλί, στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Σύμφωνα με την αφήγησή του, είχε δωροδοκήσει γιατρό των φυλακών για να πετύχει τη μεταγωγή του εκεί, θεωρώντας ότι θα ήταν ευκολότερο να δραπετεύσει. Κατάφερε να φύγει από το νησί με μια βάρκα και να φτάσει στις απέναντι ακτές.
Τις πρώτες ημέρες μετά την απόδρασή του κρύφτηκε, έβαψε τα μαλλιά του μαύρα για να μην τον αναγνωρίσουν και κατευθύνθηκε προς τα ελληνικά σύνορα. Πέρασε κολυμπώντας τον ποταμό Έβρο και συνελήφθη από τις ελληνικές Αρχές.
Τον μετέφεραν στη Θεσσαλονίκη και αργότερα απελάθηκε στη Φρανκφούρτη. Από εκεί συνέχισε το ταξίδι του και έφτασε επιτέλους στην πατρίδα του. Εκεί έγραψε, μαζί με τον Γουίλιαμ Χόφερ, το αυτοβιογραφικό βιβλίο Το εξπρές του μεσονυχτίου. Ο τίτλος, στη γλώσσα των φυλακών, παραπέμπει στην απόδραση.
Το βιβλίο έγινε μπεστ σέλερ και κίνησε το ενδιαφέρον των κινηματογραφικών παραγωγών για τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη. Τη σεναριακή διασκευή ανέλαβε ο νεαρός τότε Όλιβερ Στόουν, πριν καθιερωθεί ως σκηνοθέτης, και τη σκηνοθεσία ο Βρετανός Άλαν Πάρκερ.
Στην κινηματογραφική μεταφορά έγιναν αρκετές αλλαγές σε σχέση με την πραγματική ιστορία. Για τον πρωταγωνιστικό ρόλο ακούγονταν τα ονόματα των νεαρών τότε Ρίτσαρντ Γκιρ και Τζον Τραβόλτα. Τελικά, τον ρόλο κέρδισε ο Μπραντ Ντέιβις, που λίγο νωρίτερα είχε γίνει γνωστός για την ερμηνεία του στη σπουδαία σειρά Ρίζες, η οποία είχε προβληθεί και στη χώρα μας.
Η ταινία γνώρισε τεράστια επιτυχία και κέρδισε δύο Όσκαρ: διασκευασμένου σεναρίου και πρωτότυπης μουσικής, για την κλασική πλέον σύνθεση του Τζόρτζιο Μόροντερ. Αρχικά, ο Πάρκερ είχε χρησιμοποιήσει μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου στο πρώτο μοντάζ. Τελικά, ύστερα από πρόταση της εταιρείας παραγωγής, τη μουσική ανέλαβε ο Μόροντερ.

Το πέρασμα στην Ευρώπη
Οι παραγωγοί ήθελαν να κάνουν τα εξωτερικά γυρίσματα στην Κωνσταντινούπολη, όμως οι τουρκικές Αρχές δεν επέτρεψαν τα γυρίσματα της ταινίας στη χώρα. Γι’ αυτό και το μεγαλύτερο μέρος της γυρίστηκε στη Μάλτα.
Ορισμένα πλάνα της Κωνσταντινούπολης τραβήχτηκαν αργότερα από δεύτερο συνεργείο, με πρόσχημα τα γυρίσματα διαφημιστικού. Στην ταινία συμμετείχαν και δύο Έλληνες ηθοποιοί: ο Μιχάλης Γιαννάτος και ο Ζανίνο.
Η ταινία, όπως είπαμε, γνώρισε τεράστια επιτυχία, παρά τις αντιδράσεις. Ιδιαίτερα έντονες ήταν, όπως αναμενόταν, εκείνες από την Τουρκία, όπου η προβολή της ήταν απαγορευμένη μέχρι το 1992, όταν τελικά μεταδόθηκε από ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό.
Το 2004 ο Όλιβερ Στόουν ζήτησε συγγνώμη για την υπερβολικά δραματοποιημένη εικόνα της Τουρκίας στο σενάριό του. Αλλά και ο ίδιος ο Χέιζ επέκρινε τη μονοδιάστατα αρνητική απεικόνιση των Τούρκων και τις βίαιες σκηνές που δεν ανταποκρίνονταν στα όσα είχε ζήσει.
Ο Μπραντ Ντέιβις, πάντως, ήταν από τους κερδισμένους του φιλμ. Άρχισε να φιγουράρει στις λίστες με τους πιο ελπιδοφόρους ηθοποιούς, δίπλα στη Μέριλ Στριπ, αλλά και στους αλήστου μνήμης καταλόγους με τους πιο σέξι άνδρες του Χόλιγουντ.
Ο ίδιος πρόβαλλε το στιλ του αντιστάρ, που ήταν τότε της μόδας –μιλάμε για το 1978–, αλλά και την εικόνα ενός νέου ηθοποιού που αγαπούσε τη γυμναστική και την υγιεινή ζωή. Επίσης, αν και δεν είχε κλείσει τα 30, ήταν ήδη παντρεμένος με την υπεύθυνη κάστινγκ Σούζαν Μπλούστεϊν, από το 1976. Το 1983 απέκτησαν ένα παιδί, τον μετέπειτα ηθοποιό και μουσικό Άλεξ Μπλου Ντέιβις.
Ο Μπραντ Ντέιβις, γεννημένος στις 6 Νοεμβρίου 1949, πριν ασχοληθεί με τον κινηματογράφο είχε ήδη αποκτήσει εμπειρία σε μικρές θεατρικές σκηνές. Ήταν, λοιπόν, ένας ηθοποιός αξιώσεων. Όμως τι γίνεται μετά από μια τόσο μεγάλη επιτυχία;
Η επόμενη κινηματογραφική του δουλειά ήταν το Ένας μικρός κύκλος από φίλους, που απέτυχε εμπορικά και δεν επανέλαβε την επιτυχία του Εξπρές του μεσονυχτίου.

Και τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση. Δέχθηκε την πρόταση του Γερμανού σκηνοθέτη Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ να πρωταγωνιστήσει στο Κερέλ ο ναύτης, την κινηματογραφική μεταφορά του τολμηρού μυθιστορήματος του Ζαν Ζενέ Ο καβγατζής της Βρέστης, που γυρίστηκε στο Βερολίνο.
Λίγο μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων, ο Φασμπίντερ πέθανε σε ηλικία μόλις 37 ετών. Η ταινία προβλήθηκε μετά το θάνατό του και ο Μπραντ Ντέιβις επέστρεψε στις ΗΠΑ. Συνέχισε να εργάζεται στην τηλεόραση και στο θέατρο, χωρίς όμως να γνωρίσει ξανά αντίστοιχη κινηματογραφική επιτυχία.
Η δεκαετία του φόβου
Όταν έγινε γνωστό το AIDS, η Αμερική, αλλά και ολόκληρος ο πλανήτης, μπήκε σε ένα καθεστώς φόβου.
Ειδικά μετά τους πρώτους θανάτους γνωστών προσώπων, όπως ο Ροκ Χάτσον και ο Κλάους Νόμι, η άγνοια και οι προκαταλήψεις τροφοδοτούσαν συχνά την υστερία.
Ο Ντέιβις διαγνώστηκε θετικός στον HIV το 1985. Έκρυβε, όμως, τη διάγνωσή του, φοβούμενος τόσο τον κοινωνικό αποκλεισμό όσο και την ανεργία. Και, δυστυχώς, αυτό δεν ήταν το μόνο βάρος που κουβαλούσε.

Σύμφωνα με όσα αποκάλυψε αργότερα η σύζυγός του, από μικρή ηλικία είχε υποστεί σωματική κακοποίηση από τον πατέρα του και σεξουαλική κακοποίηση από τη μητέρα του. Εκείνος και ο μικρότερος αδελφός του, επίσης ηθοποιός, Τζιν, μεγάλωσαν σε ένα δύσκολο οικογενειακό περιβάλλον, σημαδεμένο και από το αλκοόλ.
Μία από τις τελευταίες αξιομνημόνευτες κινηματογραφικές εμφανίσεις του Μπραντ Ντέιβις ήταν σε μια κωμωδία ενός επίσης Γερμανού σκηνοθέτη, του Πέρσι Άντλον. Μιλάμε για το φιλμ του 1989 Η Ρόζαλι πάει για ψώνια, όπου ο Ντέιβις ενσάρκωσε έναν Αμερικανό πιλότο που είχε παντρευτεί μια πληθωρική Γερμανίδα, η οποία είχε στήσει μια απίθανη επιχείρηση απάτης με πιστωτικές κάρτες.
Ο «ηθοποιός με το ωραιότερο στέρνο», όπως τον είχαν χαρακτηρίσει κάποια έντυπα την περίοδο του Εξπρές του μεσονυχτίου, ουσιαστικά έκανε πλάκα με την προ δεκαετίας περσόνα του. Στα τελευταία χρόνια της ζωής του όμως, θα ένιωθε και την ανάγκη να μιλήσει για όσα έκρυβε.
Η τελευταία πράξη
Λίγο πριν από το τέλος της ζωής του, ο ηθοποιός ήθελε να μιλήσει δημόσια για την κατάσταση της υγείας του. Η επιδείνωσή της όμως δεν του το επέτρεψε. Η σύζυγός του δημοσιοποίησε τη διάγνωση μετά το θάνατό του, θέλοντας να συμβάλει στην αλλαγή της στάσης τόσο των ανθρώπων της κινηματογραφικής βιομηχανίας όσο και του κοινού απέναντι στους ανθρώπους με AIDS.
Ο Ντέιβις είχε αντιμετωπίσει προβλήματα εξάρτησης από το αλκοόλ και τις ουσίες, αλλά είχε καταφέρει να απεξαρτηθεί το 1981. Ο φόβος ωστόσο παρέμενε.
Σε μια εποχή κατά την οποία η άγνοια και οι προκαταλήψεις τροφοδοτούσαν δημοσιεύματα για την ερωτική ζωή των διάσημων, η κατάσταση μπορούσε να γίνει ασφυκτική. Ο ίδιος ήταν αμφιφυλόφιλος και φοβόταν τις συνέπειες της δημοσιοποίησης της ασθένειάς του. Στα τελευταία του κείμενα ήθελε να καταγράψει αυτήν ακριβώς την εμπειρία: τη ζωή με τον HIV και την ανάγκη να παραμένει η διάγνωση κρυφή, προκειμένου να συνεχίσει να εργάζεται.
Στις 8 Σεπτεμβρίου 1991 ο Μπραντ Ντέιβις έβαλε τέλος στη ζωή του, όπως αποκάλυψε αργότερα η σύζυγός του. Ήταν 41 ετών.
«Ο άντρας μου φοβόταν και το μόνο που ήθελε ήταν να είναι ικανός να φέρει φαγητό στο σπίτι μας», είχε πει σε συνέντευξή της η χήρα του ηθοποιού. Η ίδια συνέχισε την ακτιβιστική της δράση και το 1997 εξέδωσε, μαζί με τη Χίλαρι ντε Βρις, τη βιογραφία του με τίτλο Μετά τα μεσάνυχτα: Η ζωή και ο θάνατος του Μπραντ Ντέιβις.


















