Καιρό είχαμε να δούμε τέτοια πανηγύρια. Η επέκταση του μετρό προς την Καλαμαριά είναι αναμφίβολα ένα σημαντικό έργο. Πέντε νέοι σταθμοί –«Νομαρχία», «Καλαμαριά», «Αρετσού», «Νέα Κρήνη» και «Μίκρα»– προστέθηκαν στο υφιστάμενο δίκτυο, βελτιώνοντας τις μετακινήσεις στην ανατολική Θεσσαλονίκη.
Οι Θεσσαλονικείς δικαιούνται να χαρούν. Εκείνο που δεν δικαιολογείται είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η παράδοση μιας αναγκαίας υποδομής ως περίπου ιστορικό κατόρθωμα της εξουσίας.
Από την πρώτη οργανωμένη πρωτοβουλία για το μετρό, το 1986, μέχρι τη λειτουργία της βασικής γραμμής, τον Νοέμβριο του 2024, πέρασαν 38 χρόνια. Έπειτα από μια τέτοια καθυστέρηση, τα εγκαίνια της επέκτασης θα έπρεπε να συνοδεύονται περισσότερο από αυτοκριτική και λιγότερο από πολιτική αυτοδοξασία. Μια κανονική ευρωπαϊκή πόλη δεν πανηγυρίζει επειδή απέκτησε, με καθυστέρηση δεκαετιών, ένα στοιχειώδες μέσο μαζικής μεταφοράς. Το χρησιμοποιεί και σχεδιάζει αμέσως το επόμενο.
Βεβαίως, οι πανηγυρικές τελετές δεν αποτελούν ελληνική ιδιομορφία. Η βασίλισσα Ελισάβετ εγκαινίασε το 2022 τη γραμμή Elizabeth στο Λονδίνο, παρουσία του πρωθυπουργού και του δημάρχου. Ο Εμανουέλ Μακρόν εγκαινίασε το 2024 την επέκταση της γραμμής 14 του παρισινού μετρό, ενώ ανάλογες φιέστες οργανώνονται συστηματικά στην Τουρκία, με την παρουσία του προέδρου Ερντογάν.
Η διαφορά δεν βρίσκεται στην κορδέλα. Βρίσκεται σε όσα υπάρχουν πίσω από αυτήν. Στο Παρίσι, η επέκταση εντάσσεται στο Grand Paris Express, ένα δίκτυο δεκάδων νέων σταθμών που αναδιαμορφώνει ολόκληρη τη μητροπολιτική περιφέρεια.
Στη Θεσσαλονίκη, κάθε μικρό βήμα παρουσιάζεται ως τελικός θρίαμβος, επειδή εξακολουθεί να απουσιάζει ένα συνολικό σχέδιο για την πόλη.
Την ίδια ώρα, η Αθήνα θυμίζει τρύπιο κουμπαρά: όσοι πόροι και αν διατίθενται, χάνονται μέσα σε προβλήματα δεκαετιών. Τα λάθη δεν είναι συγκυριακά αλλά δομικά, αποτέλεσμα ενός μοντέλου που συγκέντρωσε στην πρωτεύουσα πληθυσμό, υπηρεσίες και οικονομική δραστηριότητα χωρίς τις αντίστοιχες υποδομές.
Η Αττική συγκεντρώνει 3,81 εκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή περισσότερο από το ένα τρίτο του μόνιμου πληθυσμού της χώρας. Η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η πανάκριβη κατοικία, η πίεση στις δημόσιες υπηρεσίες και η υποβάθμιση του δημόσιου χώρου συνθέτουν την εικόνα μιας πρωτεύουσας που απορροφά διαρκώς ανθρώπους και δραστηριότητες, χωρίς να μπορεί πλέον να τους εξυπηρετήσει αξιοπρεπώς.
Η κεντρική εξουσία πρέπει να αρχίσει να σχεδιάζει μια πολιτική ουσιαστικής αποκέντρωσης, πρωτίστως για το καλό των ίδιων των κατοίκων της πρωτεύουσας. Η πληθυσμιακή συσσώρευση αυξάνεται ταχύτερα από τις δυνατότητες των υποδομών. Το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας έχει αποτύχει και χρειάζεται να αντικατασταθεί. Καθώς οδεύουμε προς τις εκλογές, είναι καιρός τα κόμματα να προβληματιστούν και να παρουσιάσουν συγκεκριμένες προτάσεις.
Οι συνέπειες της υπερσυγκέντρωσης γίνονται ακόμη εντονότερες όταν το κράτος καλείται να διαχειριστεί σύνθετα κοινωνικά ζητήματα, όπως το Μεταναστευτικό. Η εικόνα που παρουσιάζει κυρίως η Αθήνα είναι ανησυχητική. Οι σκηνές στην πλατεία Κοτζιά προκάλεσαν φόβο και προβληματισμό, αναδεικνύοντας την απουσία μιας συνεκτικής πολιτικής ένταξης, στέγασης, εργασίας και προστασίας του δημόσιου χώρου.
Η ανθρώπινη συμπάθεια δεν αναιρεί την ανάγκη κανόνων. Αντιθέτως, οι σαφείς και δίκαιοι κανόνες προστατεύουν τόσο τους κατοίκους όσο και τους μετανάστες.
Γίνεται πλέον φανερό ότι η Αθήνα δεν αντέχει τη συνέχιση αυτής της πολιτικής. Μία από τις πρώτες διεξόδους είναι η ουσιαστική ενίσχυση της Θεσσαλονίκης, χωρίς να αποκλείονται ανάλογες παρεμβάσεις και σε άλλες πόλεις. Η αποκέντρωση, όμως, δεν επιτυγχάνεται με διοικητικές μετακινήσεις πληθυσμών. Προϋποθέτει θέσεις εργασίας, προσιτή κατοικία, δημόσιες υπηρεσίες και υποδομές που θα επιτρέψουν σε ανθρώπους και επιχειρήσεις να εγκατασταθούν συνειδητά εκτός Αθηνών.
Η Θεσσαλονίκη διαθέτει πανεπιστήμια, λιμάνι διεθνούς ενδιαφέροντος και μια γεωγραφική θέση που τη συνδέει με τη Βουλγαρία, τη Σερβία, τη «Βόρεια Μακεδονία» και τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης. Το λιμάνι επιδιώκει ήδη την ανάπτυξη σιδηροδρομικού εμπορευματικού διαδρόμου προς τα Βαλκάνια.
Αυτό είναι το πραγματικό στοίχημα: προαστιακός σιδηρόδρομος, σύνδεση του μετρό με το αεροδρόμιο, επέκτασή του προς τις δυτικές συνοικίες, αναβάθμιση της βιομηχανικής ζώνης, προσιτή κατοικία, έρευνα, καινοτομία και σύγχρονες δημόσιες υπηρεσίες.
Η Θεσσαλονίκη δεν χρειάζεται άλλες φιέστες. Χρειάζεται να πάψει να αντιμετωπίζεται ως σκηνικό εγκαινίων και να γίνει, επιτέλους, η δεύτερη πραγματική μητρόπολη της χώρας και ένα σύγχρονο βαλκανικό και ευρωπαϊκό κέντρο. Το απαιτεί η ιστορία της την οποία δεν μπορούν να παραβλέπουν στο κέντρο αλλά, κυρίως, η προοπτική που μπορεί να προσφέρει στη χώρα.

















