Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «τούτο το έπος εστίν Ρωμανού».
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
Προοίμιο
Του Τιμίου Σου Σταυρού το ξύλο το σεβάσμιο, Χριστέ μου και Θεέ μου, τώρα καθώς προσπέφτουμε όλοι και προσκυνούμε,
θερμά Σε ικετεύουμε, Εσένα, Κύριε, που σ’ Αυτό απάνω Σε σταυρώσαν,
να λευτερώσεις, αν το θες, το γένος των ανθρώπων από τον κάθε κίνδυνο.
Και βάζουμε μεσίτρια γι’ αυτό τη Θεοτόκο· χάρη σ’ Αυτήν και μέσω Αυτής, άλλωστε, ο Αδάμ ήταν που ξαναγύρισε και πάλι
στον Παράδεισο.
Οίκοι
α’. Δώρο που χάριζε ζωή ήταν για εμάς το δέντρο, αυτό το τρισμακάριστο,
που είχε φυτέψει ο Ύψιστος εκεί, μες στου Παράδεισου, καταμεσής, τον κήπο.
Και το έβαλε ο Θεός εκεί, ώστε αναπόφευκτα ο Αδάμ καθώς θα το ζυγώσει,
να εξασφαλίσει μια ζωή αιώνια, ατελείωτη, και να ’χει αθανασία.
Αλλά αυτός δεν φρόντισε να κάνει μια προσπάθεια, να ψάξει, να γνωρίσει, τι είδους ήταν η ζωή που το δεντρί χαρίζει.
Κι έτσι ξεστράτισε απ’ αυτήν και δάγκασε το δόλωμα της φάκας του θανάτου.
Από την άλλη ο ληστής, βλέποντας τούτο της Εδέμ το θαυμαστό Φυτό,
πόσο ωραία και λαμπρά μεταφυτεύθηκε εκεί στου Γολγοθά το λόφο,
κατάλαβε πολύ καλά τι είδους ήταν η ζωή που έκρυβε τούτο μέσα του, και είπε στον εαυτό του:
«Αυτό είναι που κάποτε, παλιά, ο προπάτορας μου έχασε
»στον Παράδεισο».
β’. Γιατί όταν ο κατάδικος ήτανε πάνω στο σταυρό ψηλά κει καρφωμένος,
έκανε μία καθαρή ομολογία πίστης κι έτσι απολυτρώθηκε από την αμαρτία·
τότε καθάρισε η καρδιά και της ψυχής τα μάτια ανοίξανε
και είδανε την τόση ευτυχία που υπάρχει μέσα στην Εδέμ.
Κι εκεί στο κέντρο της Εδέμ έβλεπε ν’ αστραποβολά πιστό ομοίωμα του Σταυρού
που ήταν παραδίπλα του, στον Γολγοθά στημένος.
Γιατί ετούτο που έβλεπε είναι το Δένδρο της Ζωής·
με όλους είναι ταιριαστό, κατάλληλο να δώσει στον πάσα έναν θνητό ζωή, χωρίς να λογαριάζει τα μέτρα τα πνευματικά που έχει εκείνος φτάσει.
Έβλεπε και στα δυο Φυτά ‒στο πάνω και στο κάτω‒ να λάμπει εξίσου η Ζωή, ίδια της και στα δύο
και αναστέναζε ο ληστής για τον Αδάμ που έκανε κάποτε το ολίσθημα κι έχασε τούτη τη Ζωή κάποτε
στον Παράδεισο.
γ’. Κι όπως βρισκόταν στο σταυρό απάνω καρφωμένος, μέσα του υπήρχε μια χαρά ανάμικτη με λύπη.
Απ’ τη μια ήταν η Ζωή που έβλεπε ν’ αναβλύζει από το ξύλο του Σταυρού κι είχε χαρά μεγάλη,
μα έβλεπε απ’ την άλλη, άρρωστος να ’ναι ο Αδάμ και τον συμπόναγε βαθιά και έπασχε μαζί του,
τόσο που ξέχναγε, θαρρείς, τον πόνο τον δικό του και τις πληγές που τ’ άνοιξαν εκεί που τον καρφώσαν.
Αλλά ο Χριστός που γνώριζε τι είχε στο μυαλό του, αυτός, που πριν λιγάκι, ευθέως ομολόγησε την πίστη του σ’ Εκείνον,
γύρισε και του μίλησε κι αυτά τα λόγια του είπε: «Μη βαριαναστενάζεις για τον προπάτορα Αδάμ,
»γιατί είμαι δεύτερος Αδάμ εγώ αληθινός
»και ήλθα ηθελημένα, ώστε τον πρώτο τον Αδάμ, το πλάσμα μου, να σώσω.
»Βλέπεις, εγώ του χάρισα την πλήρη ευτυχία, ταυτόχρονα, βεβαίως, και με το Δένδρο της Ζωής,
»αλλά αυτός αντέδρασε τότε και αποστάτησε και τότε πήρε πάνω του αβάσταχτη κατάρα, ενώ ήταν
»στον Παράδεισο.
δ’. »Λοιπόν, εγώ ως φιλάνθρωπος, για χάρη του από ψηλά κατέβηκα εδώ κάτω,
»για να λυτρώσω, έτσι, το γένος του για τα καλά, ως εύσπλαχνος που είμαι.
»Και πήρα την κατάρα ολάκερη απάνω μου· καταραμένος έγινα,
»για να ελευθερώσω απ’ την κατάρα τον Αδάμ και όλους τους απόγονους του ‒ το γένος των ανθρώπων.
»Μέσω ενός δένδρου έγινε και βρήκε δρόμο για να μπει το πνεύμα της παράβασης μες στο μυαλό και στην καρδιά εκείνου, του προπάτορα, του πρώτου των ανθρώπων.
»Αιτία ήταν το δεντρί· κι έτσι μπορεί να πει κανείς πως από ένα ξύλο, εκδιώχτηκε ως παράνομος μέσα από τον Παράδεισο.
»Από την άλλη, τώρα, γυρίζει στον Παράδεισο πάλι από ένα ξύλο, από τον ξύλινο Σταυρό που είναι το Ξύλο της Ζωής.
»Εμπρός, λοιπόν, πάνε κι εσύ πρώτος να μπεις μαζί του τώρα μες στον Παράδεισο!
»Μες στον λειμώνα της τρυφής εκεί καθώς θα είσαι, προσκάλεσε όλους τους θνητούς να έρθουν να σας βρούνε και να τους καλοδέχεσαι όσους θε να προσέλθουν.
»Γιατί είναι η μέρα σήμερα που τρισευτυχισμένος, μαζί μου πρόκειται να μπεις για πάντα
»στον Παράδεισο.
ε’. »Τότε που ο Πρωτόπλαστος κακήν κακώς εδιώχθη έξω από τον Παράδεισο,
»τα Χερουβίμ προστάχτηκαν τον δρόμο να φυλάνε που οδηγεί μέσα σ’ αυτόν.
»Εσύ, όμως, πάρε τώρα ευθύς στους ώμους
»το Σταυρό μου· κι έτσι, μ’ αυτόν, στα γρήγορα έλα προς την Εδέμ.
»Γιατί αν σε δει πως πας να μπεις χωρίς να έχεις μαζί σου το επίσημο αποδεικτικό της διαταγής που χορηγεί την άδεια εισόδου,
»η πύρινη ρομφαία, που είναι εκεί στην είσοδο πάντα και την φυλάει, θα σε χτυπήσει στη στιγμή και θα σε κατακάψει.
»Κρατώντας το Σταυρό μου, που ως σύμβολο θ’ αποτελεί με κάθε επισημότητα το διαβατήριό σου,
»βάδιζε, πήγαινε, ληστή και στάσου μπρος στα Χερουβίμ.
»Της Ζωής τούτο το σύμβολο αυτά θ’ αναγνωρίσουν και θα σου δώσουν να κρατάς στα χέρια σου
»εξουσία, για να ανοίγεις διάπλατα την Πύλη και να μπαίνουν αυτοί που είναι φίλοι μου, ευθεία
στον Παράδεισο».
ς’. Τα άκουσε, τα δέχτηκε αυτά τα λόγια ο ληστής και σήκωσε στους ώμους του
της Χάριτος το γνώρισμα, σύμφωνα με τη συμβουλή που του είπε ο Πανοικτίρμων.
Δοξολογώντας βάδιζε, το δώρο τούτο ‒το Σταυρό‒ υμνώντας στην πορεία
κι έψελνε ασταμάτητα έναν καινούργιο ύμνο που ήταν δικής του σύνθεσης κι έλεγε αυτά τα λόγια:
«Εσύ, των άκαρπων ψυχών το καρποφόρο μπόλι, εσύ που αλέτρι έγινες
»και καθαρίζεις του βροτού το πιο ωραίο χωράφι ‒που είναι ο νους του, η διάνοια‒,
»εσύ είσαι η ρίζα η καλή της νέας και παντοτινής ζωής που η ανάσταση μού δίνει.
»Εσύ είσαι εκείνο το ραβδί, ρόπαλο που χτυπάει, πέφτοντας πάνω στον εχθρό του Αδάμ και τον τσακίζει.
»Εσύ τις πόρτες άνοιξες της τέλειας ευτυχίας που ήταν ως τώρα σφαλιστές και κλειδαμπαρωμένες ‒για όλους μας‒ απ’ τη στιγμή
»που έκανε αμαρτία, τότε που παραστράτησε, ο Αδάμ μες
»στον Παράδεισο.

















