Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «τούτο το έπος εστίν Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ζ’. »Ω, Ξύλο τρισμακάριστο! Χάρισες την πραγματική ζωή, που είναι στ’ αλήθεια ακέραια και ολοκληρωμένη,
»όχι μονάχα σε εμέ μα σ’ όλους τους ανθρώπους που έχουνε τη Χάρη Σου.
»Εσύ είσαι εκείνο το ραβδί που το κρατάν και πάνε
»εκείνοι οι αμαρτωλοί που σ’ έχουνε για στήριγμα, γιατί σε αγαπούνε. Τους παίρνεις απ’ το χέρι Εσύ και στη ζωή τους οδηγείς!
»Κι ακόμα, αποδείχτηκε πως είσαι λιχνιστήρι που στο αλώνι εργάζεσαι
»με τέχνη απαράμιλλη και τα σπαρτά σκορπίζεις, για να χωρίζει απ’ τη μια τ’ άχυρο και να πάει για κάψιμο μες στη φωτιά
»κι από την άλλη ο καρπός που πάει στις αποθήκες.
»Γίνηκες ο ζυγός Εσύ που έζεψες και δάμασες τους φοβερούς Εβραίους.
»Κι έγινες για το σκάφος της Εκκλησίας του Χριστού, της ιερής κι αγίας,
»θείο πηδάλιο που οδηγεί αλάνθαστα τους δίκαιους και τους πιστούς ευθεία
»στον Παράδεισο.
η’. »Περίσταση κατάλληλη βρήκα καθώς πηγαίνω για να ομολογήσω Εσέ ως ευεργέτη μας
»και θα Σε ανυμνήσω Τίμιο Ξύλο που βαστάς στ’ αλήθεια τη ζωή μας.
»Σύμβολο είσαι επίσημο Εσύ ορθοπραξίας, τάξης και αρμονίας,
»μέσα σε κάθε σπιτικό· και της ευσέβειας των πιστών άριστος Είσαι φύλακας.
»Θείος βωμός ασύγκριτος έγινες και πανώριο θυσιαστήριο ιερό
»που δέχεσαι το Άχραντο το αίμα της Θυσίας.
»Σαν δόρυ είσαι φοβερό που αλάνθαστα χτυπάει και αχρηστεύει την ισχύ των πονηρών δαιμόνων.
»Για όπλο έχουν τα πρόβατα μόνο τα κέρατά τους. Έτσι, στο ποίμνιο του Χριστού τα αρνιά του εσένα έχουνε πάνω στην κεφαλή τους· κέρας εσύ αμόλυντο, κέρας εσύ αγιασμένο!
»Εκεί, στο λείψανο του Αδάμ, άγγιξες το κρανίο και με χαρά το γέμισες.
»Με πίστη ακλόνητη σ’ Εσέ κι εγώ, λοιπόν, αναχωρώ γρήγορα για να πάω ευθεία
»στον Παράδεισο.
θ’. »Μα νά που βλέπω ήδη μπροστά μου να ξανοίγεται ο τόπος ο αγιασμένος που ’χε ο Προπάτοράς μου κάποτε για πατρίδα του.
»Βρήκα λοιπόν τον τόπο όπου το φως στήνει χορό και όπου το σκοτάδι δεν το μπορεί, δεν δύναται, ποτέ να εισχωρήσει.
»Μα αν απ’ έξω φαίνεται έτσι, ποιος θε να ξέρει
»πόσο μεγάλος, πράγματι, θα είναι μέσα ο πλούτος των αγαθών τόσης χαράς, τόσης ευδαιμονίας;
»Μάτι ποτέ δεν έχει δει, αυτί δεν έχει ακούσει,
»μήτε καρδιά δεν ένιωσε καλά για να γνωρίσει, όσα έχει ο Κύριος για δώρο ετοιμάσει
»για όσους είναι φίλοι Του. Αυτοί είναι που ακολούθησαν πιστά τη διδαχή Του κι έχουν μαζί Του σταυρωθεί και Τον ακολουθούνε σηκώνοντας κι αυτοί σταυρό.
»Για όλους αυτούς, πρώτος εγώ παράδειγμα έχω γίνει· γι’ αυτούς τον δρόμο της Ζωής πρώτος τον έχω ανοίξει.
»Στα χέρια μου έχω του Σταυρού το σύμβολο και πάω, για να εξασφαλίσω πως θα ’χω Αληθινή Ζωή.
»Γιατί, όποιος έχει στην καρδιά μ’ αγάπη φυλαγμένη ετούτη την επίσημη σφραγίδα του Κυρίου, μόνο αυτός περνάει και μπαίνει
»στον Παράδεισο.
ι’. »Στην πύλη υπάρχει πύρινη ρομφαία που την φυλάει· μα εγώ την φοβάμαι,
»καθώς κρατώ στα χέρια μου ετούτη την επίσημη σφραγίδα του Σταυρού και προχωράω θαρρετά».
Και με αυτά τα λόγια, πλησίασε
στον Παράδεισο κι εκεί, μπροστά στη πύλη, με θάρρος εμφανίστηκε μπροστά στα Χερουβίμ
κι είπε με δυνατή φωνή: «Φρουρός πιο αξιόπιστος, άγρυπνος και αλάνθαστος και τέτοιος κλειδοκράτορας τυφλής εμπιστοσύνης άλλος δεν είναι σαν εσέ!
»Άγιο πλάσμα Χερουβίμ, που πρόσωπα έχεις τέσσερα και μάτια έχεις χίλια,
»ήρθα, μπροστά σου στέκομαι με τη σφραγίδα του Χριστού στα χέρια και σ’ την δείχνω,
»σταλμένος σήμερα απ’ Αυτόν απ’ του Ισραήλ τα μέρη.
»Εξέτασε και μόνος σου το έγγραφο το επίσημο που έχω και σου δείχνω· αν είναι εντάξει το χαρτί, να παραδώσεις θα ήθελα σ’ εμέ τώρα τον κλήρο
»που ήταν του πατέρα μου από τα αρχαία χρόνια. Είχε την κυριότητα και ζούσε εκεί μέσα κι ήταν πολύ χαρούμενος και τρισευτυχισμένος που ήταν
»στον Παράδεισο.
ια’. »Πάρε, λοιπόν, τα έγγραφα που ’χουν σφραγίδα γνήσια και θείους χαρακτήρες
»κι υπογραφή φαρδιά-πλατιά του Πανοικτίρμονα Θεού και Βασιλέα των όλων».
Μ’ αυτά τα λόγια έδωσε ‒μ’ ανυπομονησία‒ να εξεταστεί
το διάταγμα του Βασιλέως Χριστού.
Κι όπως τα πήρε να τα δει το Χερουβίμ αμέσως τα γράμματα αναγνώρισε·
ήταν γραμμένα με αίμα και ‒πορφυρά‒ στραφτάλιζαν από τη Θεία Χάρη.
Χαιρόταν μέσα του βαθιά, έτσι ωραία που ’βρισκε να είναι συνταγμένο.
Γιατί, όπως το πήρε και άρχισε το διάβασμα, βρήκε τα λόγια του γραπτού γεμάτα με σοφία·
κι ύστερα, πίσω απ’ τις γραμμές ένιωσε και τη δύναμη που είχανε τα λόγια προς τον ληστή που έλεγαν: «Σήμερα είναι που θα μπεις, πετώντας από τη χαρά, μαζί μου
»στον Παράδεισο.
ιβ’. »Έλα, ληστή, να πάρεις αυτά που απ’ τον πατέρα σου νομίμως δικαιούσαι»
απάντησαν τα Χερουβίμ· κι ύστερα ένα του είπε: «τη διαταγή αναγνώρισα
»και, όντως, ο συντάκτης είναι ο μέγας Βασιλεύς.
»Ιδού, λοιπόν, τους θησαυρούς του θείου Παραδείσου τώρα κι εγώ στα χέρια σου άμεσα παραδίδω.
»Πάρε λοιπόν τον κλήρο σου, αυτό που δικαιούσαι απ’ την αρχαία πατρίδα σου.
»Τα πατρικά σου κτήματα, που ’ναι μια γη αιώνια κι άφθαρτη, σου ανήκουν.
»Ήταν κατασχεμένα, αλλά έλυσε το πρόβλημα τώρα πια ο Σταυρός
»που κράταγες στα χέρια σου και που, πριν από λίγο, μου έδειξες και πέρασες.
»Με τον Σταυρό συνδέονται κι είναι επάνω του άρρηκτα δεμένα αυτά τα δύο: η δέηση που έκανες εσύ προς τον Χριστό
»κι η απόφαση του Δικαστή που σου χαρίζει οριστικά, στέρεα κι αμετάκλητα, το κλήρο που σου ανήκει και πάλι
»στον Παράδεισο.

















