Η πολεμική αεροπορία του Ισραήλ, τις πρώτες πρωινές ώρες της 18ης Αυγούστου 2026 πραγματοποίησε μια επίθεση στην αεροπορική βάση Αμπού αλ Ντουχούρ της Ιντλίμπ, σε απόσταση 70 χλμ από τα σύνορα με την Τουρκία, από την οποία είχαν αποχωρήσει λίγες ώρες πριν τα μέλη αντιπροσωπείας των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, ενώ τις προηγούμενες ημέρες, με βάση ισραηλινά δημοσιεύματα, είχαν μεταφερθεί στη βάση από την Τουρκία ραντάρ, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και εξοπλισμός για την ανασυγκρότηση της αεροπορικής βάσης.
Η επίθεση του Ισραήλ δεν ήταν ιδιαίτερης σφοδρότητας. Σύμφωνα με δορυφορικές φωτογραφίες, ο διάδρομος προσγείωσης δέχτηκε τέσσερις βόμβες σχετικά μικρής ισχύος και οι κρατήρες είναι εύκολα επισκευάσιμοι. Όσον αφορά τα πλήγματα στις αποθήκες, δεν έγινε γνωστό αν κατέστρεψαν τα ραντάρ, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τον λοιπό εξοπλισμό που είχε στείλει η Τουρκία.
Με άλλα λόγια, η αεροπορική επίθεση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια επιχείρηση-μήνυμα «προειδοποίησης και καθορισμού ορίων» παρά ως μια κλασική επιχείρηση καταστροφής.
Να δούμε όμως το χρονολόγιο της επίθεσης:
- 14 Αυγούστου: Το πρακτορείο ειδήσεων Reuters ανέφερε ότι στις 14 Αυγούστου, ο επικεφαλής της ισραηλινής Μοσάντ Ρόμαν Γκοφάρ, μίλησε τηλεφωνικά με τον Σύρο υπουργό Εξωτερικών Σεϊμπάνι, προειδοποιώντας ότι δεν ήθελαν να δουν τουρκική στρατιωτική παρουσία στη Συρία.
- 15 Αυγούστου: Ο Σεϊμπάνι έφτασε στην Τουρκία στις 15 Αυγούστου, χωρίς να γίνει γνωστό με ποιους συναντήθηκε. Επειδή διαθέτει τουρκικό διαβατήριο και διατηρεί στενές σχέσεις –ευγενικά το λέμε– με τη ΜΙΤ και το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών, είναι απίθανο να μην μετέφερε τις προειδοποιήσεις του επικεφαλής της Μοσάντ στην τουρκική πλευρά.
- 16 Αυγούστου: Την ημέρα αυτή ο Σεϊμπάνι συναντήθηκε με τον Μπαράκ στην Κωνσταντινούπολη, φροντίζοντας η αμερικανική πλευρά να δημοσιοποιήσει ή να επιτρέψει να δημοσιοποιηθεί και σχετική φωτογραφία της συνάντησής τους.
- 16 Αυγούστου: Το ίδιο βράδυ, ο Ερντογάν δήλωσε στο Al Jazeera: «Δεν θέλουμε πόλεμο, αλλά δεν θα διστάσουμε να μπούμε σε πόλεμο, αν προκληθούμε».
- 17 Αυγούστου: Στις 17 Αυγούστου, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλτ Τραμπ επαίνεσε δημοσίως τη Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν.
- 17 Αυγούστου: Το ίδιο βράδυ, ο Ερντογάν συνομίλησε τηλεφωνικά με τον Τραμπ και έστειλε το μήνυμα: «Σταματήστε το Ισραήλ», έχοντας κατά νου, προφανώς, τις προειδοποιήσεις που του είχε στείλει το Ισραήλ.
- 18 Αυγούστου: Λίγες ώρες αργότερα, τις 02:15, στις 18 Αυγούστου, το Ισραήλ επιτέθηκε στη στην αεροπορική βάση Αμπού αλ Ντουχούρ, στη ΒΔ Συρία.
Τις επόμενες ώρες και ημέρες ακολούθησαν δηλώσεις από όλες τις πλευρές, ΗΠΑ, Ισραήλ, Συρία και Τουρκία, από τις οποίες εξάγεται το συμπέρασμα ότι η Τουρκία απέφυγε να «σηκώσει το γάντι» γιατί φοβάται, ενώ η ισραηλινή πλευρά, με δηλώσεις του πρωθυπουργού Νετανιάχου, του υπουργού Αμύνης Ισραέλ Κατς και του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων, αντιστράτηγου Εγιάλ Ζαμίρ, με τις οποίες το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο προς την Τουρκία, να μην εγκαταστήσει δυνάμεις, αεροσκάφη και εξοπλισμό σε αεροπορικές βάσεις της Συρίας.
Να σημειωθεί ότι μετά από σφοδρές αεροπορικές επιθέσεις της ισραηλινής αεροπορίας μεταξύ 21 και 25 Μαρτίου 2025 στις αεροπορικές βάσεις της Παλμύρας και T4 (Χομς), το διάστημα που είχαν επισκεφθεί τις βάσεις αυτές Τούρκοι αξιωματικοί για να εξετάσουν το θέμα των επισκευών τους και της εγκατάστασης εκεί προσωπικού, αεροσκαφών και εξοπλισμού, ακολούθησαν συνομιλίες μεταξύ Ισραήλ-Τουρκίας στο Μπακού, μετά από πρωτοβουλία του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο διατηρεί άριστες σχέσεις και με τις δύο χώρες.
Εκεί είχε επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας για τη δημιουργία μιας «γραμμής αποκλιμάκωσης» που θα χώριζε εγκάρσια τη Συρία στα δύο, με επίκεντρο την πόλη Χάμα. Σύμφωνα με αυτή τη συμφωνία, η Τουρκία και το Ισραήλ δεν θα διέσχιζαν αυτή τη γραμμή. Δηλαδή, το Ισραήλ δεν θα εκινείτο βορείως και η Τουρκία νοτίως της γραμμής αυτής, που στην ουσία χωρίζει τη Συρία στη μέση.
Η δήλωση του Πρέσβη των ΗΠΑ στην Άγκυρα Τομ Μπαράκ, ότι η Τουρκία δεν ενημερώθηκε και, ως εκ τούτου, η Τουρκία είχε το δικαίωμα να λάβει αντίμετρα και να απογειώσει τα αεροσκάφη της, βασίζεται σε αυτήν την παραβίαση του πρωτοκόλλου, κάτι που διαψεύδει ηχηρά ο πρωθυπουργός Νετανιάχου, ο οποίος δήλωσε ξεκάθαρα ότι η Τουρκία ενημερώθηκε και δεν συνετάγη, αφήνοντας να εννοηθεί ότι με τον βομβαρδισμό κατάλαβε το περιεχόμενο του μηνύματος.
Πάντως, υπάρχει και μια άλλη παράμετρος, που θέλει τον Αχμέντ αλ Σάραα να μην είναι και τόσο δυσαρεστημένος με τον ισραηλινό βομβαρδισμό και το μήνυμα που δόθηκε προς τον Ερντογάν, αφού φέρεται ενοχλημένος από τις κινήσεις που κάνει η Άγκυρα, που έχουν ως στόχο στην ουσία να καθυποτάξουν τη χώρα του.
Η κατάσταση στις σχέσεις Ισραήλ-Τουρκίας εκτραχύνθηκε με την έκδοση ερυθράς αγγελίας σύλληψης κατά του Νετανιάχου, με τον υπουργό Δικαιοσύνης Ακίν Γκιουρλέκ και απόλυτο ενεργούμενο του Ερντογάν, να δηλώνει σχετικά:
«Στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας σχετικά με την επίθεση σε διεθνή ύδατα εναντίον των ακτιβιστών του Στολίσκου Küresel Sumud και σύμφωνα με τα εντάλματα σύλληψης που εκδόθηκαν στις 14 Ιουλίου 2026 κατά του Μπενιαμίν Νετανιάχου και του Αφέκ Μόσκοβιτς για “γενοκτονία”, το υπουργείο Δικαιοσύνης ζήτησε από το υπουργείο Εσωτερικών να εκδώσει ερυθρές αγγελίες με σκοπό τη διεθνή σύλληψή τους».
Η κατάσταση εκτραχύνεται, με τις ΗΠΑ να παρακολουθούν την κατάσταση με ανησυχία, δεδομένου ότι πρόκειται περί δύο συμμάχων χωρών. Το ζήτημα τελικά εξαρτάται από το εάν η κυβέρνηση Τραμπ στις ΗΠΑ μπορεί να ασκήσει την επιρροή της στην κυβέρνηση Νετανιάχου στο Ισραήλ και του Ερντογάν στην Τουρκία, για να προληφθούν τα χειρότερα.

















