Το Ισραήλ βρίσκεται μπροστά σε μια επικίνδυνη στρατηγική αντίφαση. Ενώ αναλώνει τεράστιο στρατιωτικό, πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο στην προσπάθεια μόνιμης υποταγής ή εκδίωξης των Παλαιστινίων, ο πραγματικός περιφερειακός ανταγωνιστής του ενισχύεται. Δεν είναι μια αποκλεισμένη και κατεστραμμένη Γάζα. Είναι η Τουρκία.
Η Άγκυρα διαθέτει πληθυσμό, οικονομία, ισχυρές ένοπλες δυνάμεις, ανεπτυγμένη αμυντική βιομηχανία και στρατιωτική παρουσία από τη Συρία και το Ιράκ μέχρι το Κατάρ, τη Σομαλία και τη Λιβύη.
Παράλληλα καλλιεργεί σχέσεις με το Πακιστάν, τις μοναρχίες του Κόλπου και τη νέα συριακή ηγεσία. Δεν οικοδομεί απλώς διμερείς συνεργασίες· επιχειρεί να διαμορφώσει μια ευρύτερη αρχιτεκτονική ισχύος, μέσα στην οποία διεκδικεί ηγετικό ρόλο.
Το επεισόδιο της αεροπορικής βάσης Αμπού αλ-Ντουχούρ αποκάλυψε πόσο κοντά έχουν φτάσει Ισραήλ και Τουρκία σε μια απευθείας σύγκρουση. Ο Αμερικανός πρεσβευτής στην Άγκυρα και ειδικός απεσταλμένος για τη Συρία, Τομ Μπάρακ, προειδοποίησε ότι τα τουρκικά μαχητικά θα μπορούσαν να είχαν απογειωθεί, εάν η Άγκυρα θεωρούσε ότι δεχόταν επίθεση. Η Ουάσινγκτον προωθεί πλέον ειδικό μηχανισμό αποτροπής σύγκρουσης μεταξύ Τουρκίας, Ισραήλ και Συρίας. Το μήνυμα είναι σαφές: οι ΗΠΑ δεν σκοπεύουν να δώσουν στο Ισραήλ ελευθερία κινήσεων εναντίον τουρκικών συμφερόντων.
Ο Μπάρακ δεν είναι απλώς ένας ουδέτερος διαιτητής. Αντιμετωπίζει την Τουρκία ως απαραίτητη δύναμη για τη νέα τάξη στη Συρία. Και ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί τον Ερντογάν συνομιλητή με βαρύτητα, τον οποίο δεν επιθυμεί να χάσει για χάρη κάθε ισραηλινής επιδίωξης. Αυτό δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει το Ισραήλ. Σημαίνει όμως ότι η παραδοσιακή ισραηλινή επιρροή στην Ουάσινγκτον δεν είναι πλέον απόλυτη.
Η μεταβολή φαίνεται και στην αμερικανική κοινωνία. Έρευνα του Pew έδειξε ότι το 60% των Αμερικανών έχει πλέον αρνητική άποψη για το Ισραήλ, ενώ το 59% εκφράζει μικρή ή καμία εμπιστοσύνη στον Νετανιάχου. Δεν αποδεικνύεται ότι το ισραηλινό λόμπι έχασε θεσμικά τη δύναμή του· είναι όμως προφανές ότι συρρικνώνεται η κοινωνική βάση πάνω στην οποία στηριζόταν.
Αντί το Ισραήλ να ανασυντάξει τις συμμαχίες του και να αντιμετωπίσει τη διαμορφούμενη τουρκική ισχύ, η κυβέρνησή του κατασκευάζει αγχόνες για Παλαιστινίους. Ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ μιλά για καθημερινές δολοφονίες και αρνείται ακόμη και την ανθρώπινη υπόσταση του αντιπάλου. Πρόκειται όχι μόνο για ηθική κατάρρευση, αλλά και για στρατηγική αυτοκτονία: διεθνής απομόνωση, απώλεια νομιμοποίησης και συσπείρωση ολόκληρης της περιοχής εναντίον του Ισραήλ.
Η εξόντωση ή η εκδίωξη των Παλαιστινίων δεν θα κάνει το Ισραήλ ασφαλέστερο. Θα το καταστήσει πιο απομονωμένο ακριβώς τη στιγμή που η Τουρκία σχηματίζει δίκτυα ισχύος γύρω του.
Η Παλαιστίνη απαιτεί πολιτική λύση. Η Τουρκία απαιτεί στρατηγική αντιμετώπιση, περιφερειακές συμμαχίες και ψυχρό ρεαλισμό. Εάν το Ισραήλ εξακολουθήσει να συγχέει αυτά τα δύο ζητήματα, κινδυνεύει να κερδίσει τα ερείπια της Γάζας και να χάσει τη Μέση Ανατολή.

















