Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ζ’. Έφθασε! Έφθασε, λοιπόν, του θερισμού η ώρα. Και είναι της συντέλειας του κόσμου το δρεπάνι,
έτοιμο για συγκομιδή, καλά ακονισμένο.
Ανομβρία, ξηρασία, των σεισμών σκληρός καιρός, σαν ένας καύσωνας σφοδρός
παντού στη γη ξεχύνεται. Κατέφθασαν οι θεριστές, γοργόχεροι, σπουδαίοι· έτοιμοι είναι για δουλειά
εξοπλισμένοι άρτια με φοβερά εργαλεία
και αναμένουν εντολές. Ό,τι θελήσει το Καλό το Αφεντικό θα κάνουν, που είναι της γης ο Κτήτορας, ο Μέγας Γεωργός.
Ψυχή μου, τι θα κάνουμε; Έτσι όπως καταντήσαμε, γεμάτοι με ζιζάνια,
από τα στάχυα τα καλά εμάς θα μας χωρίσουνε
πριν να τα δεματιάσουν· ως άχρηστα μες τη φωτιά έπειτα θα μας κάψουν.
Έλα, λοιπόν, ας κάνουμε γρήγορα ό,τι μπορούμε, ίσα που προλαβαίνουμε! Με δάκρυα και με θρήνους τα παρακάλια ας πιάσουμε φωνάζοντας:
«Ανοίξτε μας!».
η’. Τι φοβεροί, τι δύσκολοι που είναι οι καιροί μας! Ψυχή μου τι αναμένουμε, τι καρτερούμε ακόμα;
Η μέρα που θ’ αποδοθεί δικαιοσύνη, ήρθε.
Άναψε, πύρωσε απ’ εμάς, η οργή που έρχεται για εμάς.
Και ποιος την υποδαύλισε, αν όχι εμείς οι ίδιοι; Και η φωτιά που έρχεται στο μέλλον να μας κάψει, από εμάς προέρχεται.
Γιατί εκεί που θα ’μαστε, καυσόξυλα δεν θα ’χει
και φρύγανα δεν φαίνεται να υπάρχουνε επίσης. Η ανταμοιβή των έργων μας θα θρέφει μόνο τη φωτιά, θ’ ανάβει το καμίνι.
Και η κακία του καθενός θα είναι σαν τη Βάτο:
Θ’ ανάβει και θα καίγεται, δίχως να κατακαίγεται,
συνέχεια θ’ ανάβει και δεν θα αναλώνεται, για ν’ απομείνει στάχτη.
Εκτός και αν προφτάσουνε κάποιους και τους γλιτώσουν τα δάκρυα που χύσανε, εδώ, σ’ αυτόν τον κόσμο, καθώς βροντοφωνάζανε με θλίψη και με πόνο και λέγανε:
«Ανοίξτε μας!».
θ’. Η νύχτα πάνω σε νυχτιά ερχόταν δίχως μέρα, κι απ’ την πηχτή την καταχνιά, πέφταμε στο σκοτάδι· κι αυτός ο ζόφος τύλιξε στα ξαφνικά τους πάντες.
Κι είμαστε τώρα όλοι, όπως παλιά οι Αιγύπτιοι τότε που χτυπηθήκαν και ζούμε άχαρη ζωή
μες στην ομίχλη των «πληγών», μέσα σε θύελλα σεισμών,
και σαν φυλακισμένοι, ολόγυρα περίκλειστοι απ’ του πολέμου το πυκνό, το ζοφερό σκοτάδι. Και η οργή που φαίνεται να έχει πέσει πάνω μας, σ’ αυτά δεν εξαντλείται.
Η θάλασσα η Ερυθρά, όλους μας περιμένει· εύκολα θα μας καταπιεί και ο βυθός της μια χαρά όλους θα μας χωρέσει.
Εκεί είναι η Γέεννα, εκεί και περιμένει κι αν τύχει και μας καταπιεί δεν θα ’ναι αυτό προσωρινό· δεν θα ’ναι κάτι πρόσκαιρο, για πάντα τούτο θα ’ναι.
Γιατί, ο Σωτήρας μας Ιησούς, είναι πολύ οργισμένος.
Ενώ έχει κάνει θαύματα, τόσα και άλλα τόσα, δεν έχει γίνει πιστευτός.
Γι’ αυτό, λοιπόν, απέναντι στις τόσες αδικίες που κάνουνε οι άπιστοι, επέτρεψε με μάστιγες,
με συμφορές μεγάλες να υπάρξει ανταπόδοση, ώστε ‒έστω κι έτσι‒ τελικά, μήπως συνετισθούμε, μήπως μεταπεισθούμε κι αρχίσουμε να λέμε φωνάζοντας:
«Ανοίξτε μας!».
ι’. Όσοι λοιπόν ξεφύγαμε από τον Φαραώ ‒τον νοητό τον Φαραώ, βεβαίως, εννοούμε‒ και την πικρή του την σκλαβιά,
μία για πάντα, οριστικά, ας τον αποστραφούμε.
Είμαστε τώρα του Θεού, εμείς, ο νέος Ισραήλ.
Πίσω ξανά στην Αίγυπτο να πάμε δεν μας πρέπει. Και δεν μιλάμε, φυσικά, στην κυριολεξία, γι’ αυτήν τη χώρα που ο Χριστός κάποτε είχε πάει.
Μιλάμε, μάλλον, για αυτήν που τον Μωυσή δεν πίστευε.
Έτσι, μιλώντας για Αίγυπτο, αυτό που εννοούμε είναι την ανυπάκουη και τη σκληρή καρδιά.
Είναι εκείνη η καρδιά που τρέμει από το φόβο της αν τύχει και δοκιμαστεί κάποτε απ’ τη θλίψη.
Αυτή, η ίδια η καρδιά που σαν η θλίψη φύγει, αντί να μαλακώσει, γίνεται ακόμα πιο σκληρή.
Τέτοια ήταν η καρδιά μας· κι ότι είναι τέτοια ακόμα
φαίνεται από τους καρπούς που δίνει αυτή στην πράξη. Γιατί, μονάχα σαν βρεθεί ο καθείς μας στην ανάγκη, τότε θυμάται για να πει φωνάζοντας:
«Ανοίξτε μας!».
ια’. Κρέμεται η καταστροφή πάνω από τα κεφάλια μας, μα η καρδιά δεν φαίνεται διόλου να συγκινείται.
Πονά το σώμα δυνατά, μα ο νους δεν το αισθάνεται.
Οι μάστιγες μας πλήττουνε όλους ανεξαιρέτως, μα ένας μας δεν βρίσκεται
θερμά να ικετεύσει Εκείνον που τις μάστιγες ορίζει κι επιτρέπει. Ενάντια στον δικό μας τον ασυγκίνητο εσμό, σηκώνει ο Χριστός σεισμό,
τον αναζωπυρώνει και τον κρατάει στο χέρι Του, σαν να ’τανε δερμάτινο λουρί να μας χτυπήσει. Κι έχει τον ίδιο ζήλο
ο Κύριος σαν τότε που έφτιαξε το φραγγέλιο στου Σολομώντα τον Ναό.
Κι εμείς παλιμπαιδίζουμε· γίνηκαν τα μυαλά μας σαν των νηπίων τα μυαλά.
Φαΐ, ποτό, παιχνίδι, και μέχρι εκεί ‒τελειώσαμε‒, μονάχα αυτό μας νοιάζει.
Στις αγορές καθόμαστε και λέμε μεταξύ μας:
«Ακόμα και αν έρχεται η Κρίση, τι να γίνει; Όσο το προλαβαίνουμε, τώρα, ας το γλεντήσουμε. Εάν και όταν έρθει, τότε θα αρχίσουμε κι εμείς φωνάζοντας να λέμε εκείνο το:
»“Ανοίξτε μας!”».
ιβ’. Τα λόγια τους, ψυχή μου, πέτα τα κάτω, ρίξε τα ως άχρηστα στο χώμα
και των αμετανόητων αυτές τις σκέψεις τις κακές να τις τσαλαπατήσεις.
Γιατί η Κρίση θε να ’ρθεί, καθώς είναι γραμμένο.
Και δεν θα ανακατευτεί στις κρίσεις ο Πατέρας, μην και τυχόν βρεθεί κανείς και πει
ότι μεροληπτεί από οίκτο στα παιδιά του. Αλλά θα κρίνει ο Υιός· κι εκεί, την ίδια ώρα, θα δείχνει, βέβαια, σε όλους μας,
όσα παθήματα για εμάς ο Ίδιος Του έχει πάθει,
φωνάζοντάς μας: «Δείτε με! Δείτε λοιπόν, τι τράβηξα. Μήπως σας το χρωστούσα;
»Σας έδειξε ποτέ κανείς τόσο μεγάλη αγάπη όπως σας έδειξα εγώ;
»Έδωσα τη ζωή μου για να σωθούν οι φίλοι μου!
»Κι εκεί που με σκοτώνανε, εγώ είχα το νου μου τους μαθητές μου για εσάς κληρονομιά ν’ αφήσω.
»Και τα κλειδιά εμπιστεύτηκα στον Πέτρο και του είπα: “Βάστα τα τώρα εσύ αυτά και έχε τα για εκείνους που θα παρακαλάνε φωνάζοντας:
»‘“Ανοίξτε μας!’”».

















