Το υποθαλάσσιο καλώδιο Ελλάδας-Κύπρου έχει γίνει κάτι περισσότερο από ενεργειακό έργο. Είναι δοκιμή για το αν η Ελλάδα μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά της, χωρίς μια πρακτική ενημέρωση της Τουρκίας να μετατραπεί σε άτυπη υποχρέωση να ζητά τη συγκατάθεσή της. Πίσω από αυτή τη διαφορά διακρίνεται ένα σημαντικό ερώτημα: ποιος θα καθορίζει τι μπορεί να γίνει στο χώρο ανάμεσα στο Αιγαίο, την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο;
Η επανέναρξη των ερευνών έχει ιδιαίτερο βάρος μετά τα γεγονότα κοντά στην Κάσο, τον Ιούλιο του 2024, όταν τουρκικά πολεμικά πλοία εμφανίστηκαν στην περιοχή και οι εργασίες ερευνητικού σκάφους διακόπηκαν.
Η Άγκυρα επαναλαμβάνει τώρα ότι δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές όπου διεκδικεί δικαιώματα πρέπει να «συντονίζονται εκ των προτέρων» μαζί της. Η απαίτηση αφορά συγκεκριμένες εργασίες. Διεκδικεί όμως λόγο πάνω στη δυνατότητα άλλων κρατών –συγκεκριμένα της Ελλάδας–, να ενεργούν σε αυτές τις περιοχές.
Το άρθρο 79 της Σύμβασης του ΟΗΕ αναγνωρίζει σε όλα τα κράτη δικαίωμα πόντισης υποθαλάσσιων καλωδίων στην υφαλοκρηπίδα. Για τη χάραξη αγωγών προβλέπει συναίνεση του παράκτιου κράτους, ενώ η θαλάσσια επιστημονική έρευνα υπάγεται σε διαφορετικές διατάξεις. Η εξίσωση καλωδίων, αγωγών και ερευνών υπό μια γενική απαίτηση «προηγούμενου συντονισμού» υπηρετεί την τουρκική επιδίωξη να αντιμετωπίζεται η Άγκυρα ως αναγκαίος συνομιλητής πριν από κάθε κίνηση.
Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή η υπό εξέταση επιστολή της Meridiam προς τις χώρες της περιοχής – την οποία είχαμε προβλέψει. Η γνωστοποίηση στοιχείων για τη διαδρομή, τα πλοία και την ασφάλεια των εργασιών πρέπει να γίνει σαφές ότι γίνεται για ενημέρωση, δεν πρόκειται για αίτημα έγκρισης.
Ο υποστράτηγος ε.α. Αχιλλέας Ταουξής σε άρθρο του στις «Ανιχνεύσεις» προσφέρει ένα χρήσιμο στρατηγικό πλαίσιο προβληματισμού. Υποστηρίζει ότι η ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο οργανώνεται ολοένα και περισσότερο μέσα από δίκτυα συνεργασίας, ανταλλαγής πληροφοριών και συντονισμένης δράσης. Χρησιμοποιεί το παιχνίδι «Go» ως αναλογία: οι κινήσεις ενός παίκτη αποκτούν σημασία επειδή περιορίζουν τις διαθέσιμες κινήσεις του άλλου.
Κατά την εκτίμησή του, η Τουρκία επιχειρεί να τοποθετηθεί εγκαίρως, πριν παγιωθούν συνδέσεις Ελλάδας και Κύπρου με άλλα περιφερειακά σχήματα ασφάλειας.
Αυτή η ανάγνωση φωτίζει και την υπόθεση του καλωδίου. Η Άγκυρα δεν αμφισβητεί μόνο μια νομική ερμηνεία. Επιχειρεί να επηρεάσει ποιος σχεδιάζει, ποιος κινείται και ποιος συνδέεται με ποιον. Εάν κάθε έρευνα ή ενεργειακή διασύνδεση εξαρτάται στην πράξη από τη δική της ανοχή, αποκτά επιρροή στο χώρο ακόμη και χωρίς να έχει επιλυθεί υπέρ της καμία διαφορά οριοθέτησης.
Η κυβέρνηση οφείλει επομένως να απαντήσει καθαρά: ποιος θα στείλει την ενημέρωση, τι ακριβώς θα αναφέρει και πότε θα συνεχιστούν οι έρευνες; Κυρίως, πώς θα διασφαλίσει ότι το καλώδιο θα ολοκληρωθεί με ελληνική δυνατότητα απόφασης ακέραιη;
Το ζήτημα δεν είναι να κερδηθεί μια διπλωματική διατύπωση ενώ χάνεται βήμα προς βήμα η ελευθερία δράσης. Μια χώρα γίνεται χώρα υπό περιορισμόν όταν, πριν ακόμη αποφασίσει η ίδια τι θα κάνει, έχει μάθει να υπολογίζει ποιος άλλος θα της επιτρέψει να το πράξει.

















