Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού». Διαβάστε το Μέρος Α’ και το Μέρος Β’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
ιγ’. Τα λόγια τούτα σκέφτομαι κι αμέσως συμμαζεύομαι. Τι φίμωτρο μού βάζουνε μαζί και χαλινάρι!
Δεν βρίσκω τίποτα να πω. Τι να Του απαντήσω;
Αν απαντήσω στον Χριστό: «Ήθελες και σταυρώθηκες,
»κανένας δεν σ’ ανάγκασε, δεν ήτανε ανάγκη», ετούτο πρόκειται να πει και να μ’ αποστομώσει:
«Και βέβαια το ήθελα, για χάρη, όμως, τίνος; Μονάχα για τη χάρη σου έγινε ό,τι έγινε, άνθρωπε, να το ξέρεις!
»Εσύ ήσουνα που χρώσταγες. Εγώ, όπως γνωρίζεις, δεν σου χρωστούσα τίποτα».
Σκέψου επιχειρήματα, ψυχή μου, σκέψου λόγια, ώστε εκεί μπρος στον Θεό
να απολογηθούμε, μήπως μ’ αυτά μπορέσουμε δικαίωση να βρούμε.
Νά, όμως, που δεν βρίσκουμε· δεν βρίσκουμε ούτε ένα! Αλλά, όμως, κάτι βρίσκουμε, καθώς απεγνωσμένα έτσι αναλογιζόμαστε. Καρδιά συντετριμμένη είναι αυτό βρίσκουμε, κι έτσι μετανιωμένοι
ας λέμε όλοι στον Χριστό κι αυτό να Του φωνάζουμε: «Εσύ, που θέλεις όλοι να σωθούν, άνοιξε τώρα και σ’ εμάς που είμαστε εδώ απέξω φωνάζοντας:
»“Ανοίξτε μας!”».
ιδ’. Ψυχή μου σκέψου το καλά, κοίτα να καταλάβεις τι είχε στο μυαλό Του τότε ο μέγας ο Κριτής
και τι ακριβώς σκεφτότανε, όταν στους μαθητές Του είπε και τους συμβούλεψε, αφήνοντας τα λόγια αυτά ως παρακαταθήκη:
«Απ’ τις καρδιές σας μη χαθεί», είπε,
«η προσδοκία, της Παρουσίας μου, ποτέ. Γιατί μαζί σας θα ’μαι,
»μέχρι οι γενιές του κόσμου αυτού να ’ρθει η στιγμή να εκλείψουν.
»Και τότε, Παντοδύναμος, θα έρθω από τους ουρανούς, θα εμφανιστώ και πάλι».
Γιατί, λοιπόν, κοπιάζουμε; Γιατί, ενώ μοχθήσαμε,
δεν βάλαμε στην τσέπη μας δεκάρα τσακιστή;
Και να ’ταν άδεια η τσέπη μας! Μακάρι να ’ταν έτσι. Γεμάτες είναι οι τσέπες μας, αλλά από αμαρτίες. Μα τούτο δεν εμπόδισε τον νου μας, έστω κι έτσι, ελεύθερα να πάει σ’ αυτό που πρέπει να ειπωθεί και με φωνή μεγάλη να λέει το:
«Ανοίξτε μας!».
ιε’. Άνοιξε, Κύριε, άνοιξε, τώρα της ευσπλαχνίας Σου την πόρτα και για μένα,
πριν έρθει η ώρα κι η στιγμή να φύγω από τη ζωή.
Γιατί να φύγω απ’ εδώ πρέπει, και να ’ρθω τώρα κοντά Σου
και για όλα όσα έχω κάνει στη ζωή, να δώσω απολογία. Για όσα λόγια εκστόμισα,
για όλα μου τα έργα και για όσους κρύβω λογισμούς μες στης καρδιάς τα βάθη.
Γιατί, κι ο πιο ανεπαίσθητος του γογγυσμού ο ψίθυρος, θα φτάσει ως στα αυτιά Σου και μυστικός δεν γίνεται να μείνει από Σένα.
«Εσύ έπλασες τα μέσα μου, εσύ και τα ορίζεις», ψάλλει, κραυγάζει ο Δαυίδ και
λέει και το άλλο, πως «μέσα στο βιβλίο αυτό που έχεις εκεί πάνω, τα πάντα καταγράφηκαν, όλα είναι γραμμένα».
Σ’ αυτό, καθώς διαβάζεις τα γράμματα που γράφουνε χαρτί και καλαμάρι, όσα κακά χρεώνομαι,
κοίτα να βάλεις ένα «Χ» πάνω, να τα διαγράψεις, με τον Σταυρό Σου, Κύριε. Γιατί ο Σταυρός είναι για εμέ στήριγμα, ελπίδα, καύχημα, καθώς απ’ έξω στέκομαι, Σου λέω και φωνάζω εκείνο το:
«Ανοίξτε μας!».
ις’. Ναι, αδελφοί μου, αυτά ακριβώς πρέπει να πούμε όλοι στον Κύριο και Πλάστη μας,
όσο ακόμα εδώ στη γη ζούμε και αναπνέουμε.
Πριν πέσει πάνω μας η οργή, στα ξαφνικά, όπως έρχονται σε κάθε ετοιμόγεννη του τοκετού οι πόνοι.
Χειρότεροι ήταν απ’ εμάς νομίζετε οι αμαρτωλοί κάτω εκεί στην Τύρο;
Γιά μήπως στ’ όρος Κάρμηλο; Χειρότεροι κι εκείνοι;
Έτσι ακριβώς μας πρέπει κι εμείς να πάμε στο χαμό, αν τώρα δεν συνέλθουμε.
Και μόνο όσα πάθανε κει στην Πτολεμαΐδα, αρκούν για να ελέγξουν
και τη σκληροκαρδία μας και την απείθειά μας.
Η ώρα είναι τώρα, για να μετανοήσουμε βλέποντας όσα έγιναν,
ώστε να αποφύγουμε όσα μας μέλλει να ’ρθουν, όταν θλιμμένοι θα είμαστε απ’ έξω και θα λέμε φωνάζοντας:
«Ανοίξτε μας!».
ιζ’. Τόσο πολύ έχει πωρωθεί, πράγματι, το μυαλό μας. Ακούσαμε τι συμφορές χτυπήσανε
τους άλλους και δεν κοιτάξαμε ποσώς εμείς να διορθωθούμε.
Κανείς δεν έβαλε μυαλό και τον Θεό δεν βρέθηκε ούτε ένας να εκζητήσει.
Όλοι παραστρατήσαμε και εξαχρειωθήκαμε. Οι Νινευίτες κάποτε, με μια φορά που ακούσανε πώς τους προειδοποίησε και κήρυξε ο Προφήτης, έδειξαν μεταμέλεια.
Εμείς ούτε από λόγια πήραμε, ούτε όμως και στις απειλές δώσαμε σημασία.
Με κλάματα, με δάκρυα έκανε ο Εζεκίας κάποτε τους Ασσύριους να φύγουν όπως-όπως,
αφού έτσι τα κατάφερε και σήκωσε εναντίον τους τη θεία δικαιοσύνη.
Νά που μας αιχμαλώτισαν τώρα, λοιπόν, οι Ασσύριοι ‒ κι επίσης πριν από αυτούς και οι Ισμαηλίτες!
Μα εμείς ούτε που κλάψαμε ούτε και που φωνάξαμε απ’ την απελπισία εκείνο το:
«Ανοίξτε μας!».
ιη’. Ύψιστε Δέσποτα, Εσύ, που όλους θα μας κρίνεις, μην περιμένεις από εμάς τίποτα απολύτως.
Ανάγκη δεν έχεις καμιά απ’ τ’ αγαθά μας έργα.
Γιατί, ο κάθε άνθρωπος έχει ροπή προς το κακό·
με σκέψη και με θέλημα εκεί ο καθένας γέρνει.
Γι’ αυτό, λοιπόν, Σωτήρα μας, τις μέρες μας πάνω στη γη, κατά το θέλημά Σου κυβέρνησέ τις όλες τους, ώστε έτσι να περάσουν.
Μην περιμένεις από εμάς σε Εσέ να επιστρέψουμε· δεν έρχεται η μετάνοια, επιστροφή δεν έχει.
Κι αν γίνει κι έρθει κάποτε, για λίγο αυτή κρατάει· δεν μένει, βλέπεις, σταθερή για τα καλά αυτή μέσα μας.
Όπως ο σπόρος που έπεσε στις πέτρες, όπως το ’πες.
Ή, όπως το χορτάρι που του έλαχε και φύτρωσε επάνω σε μια στέγη και μόλις πάει ν’ αναπτυχθεί, ξεραίνεται και πέφτει.
Αλλ’ άπλωσε επάνω μας το έλεός Σου Κύριε, και με τους οικτιρμούς Σου σκέπαζε πάντοτε κι εμάς και όλους όσους λένε φωνάζοντας:
«Ανοίξτε μας!».

















