Η αιφνιδιαστική επίσκεψη του επικεφαλής της τουρκικής ΜΙΤ Ιμπραήμ Καλίν στην Αθήνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή συνέπεσε με νέα άνοδο της έντασης. Ο Καλίν συναντήθηκε με τον διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη, ενώ δημοσιεύματα τον έφεραν να έχει περάσει και από το Μέγαρο Μαξίμου.
Οι επίσημα γνωστές συζητήσεις αφορούσαν τη νοτιοανατολική Μεσόγειο, τη Συρία, τη Λιβύη και την ένταση Τουρκίας-Ισραήλ. Δεν ανακοινώθηκε κάποια διαπραγμάτευση επί των ελληνοτουρκικών διαφορών.
Η φιλοκυβερνητική Yeni Şafak παρουσίασε την επίσκεψη ως μεταφορά προειδοποίησης ότι η Τουρκία δεν θα δεχθεί «τετελεσμένα» στο Αιγαίο. Αντίθετα, ελληνικές πληροφορίες εμφάνισαν τον Καλίν να επιχειρεί αποκλιμάκωση. Η απόκλιση δείχνει ότι το ίδιο παρασκηνιακό κανάλι μπορεί να χρησιμοποιείται διαφορετικά από κάθε κυβέρνηση: ως διαβεβαίωση προς την άλλη πλευρά και ως επίδειξη αποφασιστικότητας προς το εσωτερικό ακροατήριο.
Υπάρχουν λοιπόν ενδείξεις σχεδιασμένης πολιτικής αξιοποίησης της έντασης.
Η Νέα Δημοκρατία διατηρεί καθαρό προβάδισμα, αλλά απέχει από την αυτοδυναμία. Στη δημοσκόπηση της GPO μετά τη ΔΕΘ συγκέντρωνε 25,8% στην πρόθεση ψήφου και 30,6% στην εκτίμηση αποτελέσματος. Παράλληλα, το 51,2% δήλωνε ότι ανησυχεί πολύ ή αρκετά για ένα θερμό επεισόδιο με την Τουρκία.
Σε αυτό το περιβάλλον, η προβολή της κυβερνητικής «σταθερότητας» μπορεί να ωφελεί πολιτικά τον πρωθυπουργό. Ο ίδιος χαρακτήρισε την αυτοδυναμία αναγκαία στη σημερινή διεθνή συγκυρία. Ακόμη πιο αποκαλυπτική ήταν η δήλωση του Γιώργου Φλωρίδη ότι, εάν η χώρα μείνει ακυβέρνητη, «θα γίνει το ντου από απέναντι».
Η δήλωση συνδέει ευθέως την εκλογική επιλογή με το φόβο μιας τουρκικής ενέργειας. Η κυβέρνηση αποστασιοποιήθηκε μερικώς: ο Παύλος Μαρινάκης είπε ότι «δεν υπάρχει κίνδυνος αυτή τη στιγμή», αλλά επανέλαβε ότι ο Μητσοτάκης έχει αποδείξει πως μπορεί να διαχειριστεί μια κρίση.
Αυτό τεκμηριώνει την πολιτική χρήση του διλήμματος «σταθερότητα ή κίνδυνος». Αλλά τα παιχνίδια περιέχουν και κινδύνους. Μια πραγματική κρίση μπορεί να ξεφύγει, να προκαλέσει οικονομική ζημιά και να ακυρώσει το πλεονέκτημα του «ικανότερου διαχειριστή». Του αναντικατάστατου Μητσοτάκη.
Οι εκλογές στην Τουρκία προβλέπονται για τις 14 Μαΐου 2028. Επειδή ο Ερντογάν έχει φθάσει στο όριο των δύο προεδρικών θητειών, ο ευκολότερος δρόμος για νέα υποψηφιότητα είναι η πρόωρη προκήρυξή τους από τη Βουλή. Απαιτούνται 360 από τους 600 βουλευτές, ενώ η κυβερνητική συμμαχία διαθέτει 328. Εναλλακτικά, χρειάζεται συνταγματική αναθεώρηση. Μια ταυτόχρονη προκήρυξή τους την άνοιξη, μαζί με τις ελληνικές, εξυπηρετεί και τον Ερντογάν και τον Μητσοτάκη. Χρειάζεται όμως η αφορμή.
Μια σοβαρή κρίση θα μπορούσε να ενισχύσει τον εθνικισμό και να πιέσει την αντιπολίτευση στην Τουρκία.
Πώς θα μπορούσε να προκύψει η κρίση
Το πρώτο σενάριο είναι μια ελεγχόμενη κρίση χαμηλής έντασης: NAVTEX, ερευνητικό σκάφος σε αμφισβητούμενη περιοχή, παρεμπόδιση ελληνικής δραστηριότητας ή αντιπαράθεση γύρω από θαλάσσια πάρκα και χωρικά ύδατα. Οι δύο ηγεσίες ανεβάζουν τους τόνους, κινητοποιούν περιορισμένες δυνάμεις και στη συνέχεια εμφανίζονται ως υπεύθυνοι διαχειριστές της αποκλιμάκωσης.
Το δεύτερο είναι η υβριδική πίεση, με μεταναστευτικές ροές, κυβερνοεπιθέσεις, παραπληροφόρηση ή αστυνομικά επεισόδια. Προσφέρει πολιτικό αποτέλεσμα χωρίς το ρίσκο μιας ανοικτής σύγκρουσης.
Το τρίτο είναι ο ακούσιος εκτροχιασμός. Ένα επεισόδιο μεταξύ πλοίων ή αεροσκαφών, μια λανθασμένη εκτίμηση προθέσεων ή η πίεση των μέσων ενημέρωσης μπορεί να μετατρέψει την ελεγχόμενη ένταση σε πραγματική κρίση. Στα τουρκικά πάνελ, ελληνικές δηλώσεις περί αποτροπής ήδη παρουσιάζονται ως «πολεμική απειλή», ενώ ακούγονται σενάρια αποστολής πολεμικών πλοίων και αμφισβήτησης της κυριαρχίας νησιών.
Το τέταρτο και πιθανότερο σενάριο είναι η ένταση χωρίς θερμό επεισόδιο.
Οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν τη σκληρή ρητορική στο εσωτερικό, αλλά διατηρούν τον δίαυλο Καλίν-Δεμίρη για να αποτρέψουν την απώλεια ελέγχου. Χθες, ακόμη και ο Γεραπετρίτης έκανε «σκληρές» δηλώσεις.
Το συμπέρασμα είναι ότι υφίστανται πολιτικά κίνητρα για την εκμετάλλευση μιας κρίσης.
Ο πραγματικός κίνδυνος βρίσκεται αλλού: δύο ηγεσίες μπορεί να πιστέψουν ότι ελέγχουν την κλιμάκωση, μέχρι τη στιγμή που ένα επεισόδιο, μια λάθος ανάγνωση ή η ανάγκη να μη φανεί κανείς υποχωρητικός καταστήσει την αποκλιμάκωση πολιτικά αδύνατη.
Γι’ αυτό προσοχή ως την άνοιξη – και κυρίως το χειμώνα.

















