«Γεννήθηκα το 1953 στη Φυτιά Ημαθίας, στο Βέρμιο, σε έναν κόσμο παλιό, το ρεύμα δεν είχε φτάσει εκεί».
Ο κύριος που σήμερα έχει γενέθλια, έχει κατακτήσει τον δικό του χώρο στην εγχώρια μουσική σκηνή.
Και όπως κάθε ταλαντούχος άνθρωπος, έτσι και ο Νίκος Ζιώγαλας, δεν κόπιαρε κανέναν και απλά δημιούργησε μουσική. Που αποδείχθηκε διαχρονική. Ακόμα και όταν έκανε το μεγάλο «μπαμ» με ένα τραγούδι που όχι μόνο ακούγεται και σήμερα, αλλά γνωρίζει και διασκευές. Και όμως, όταν έγινε επιτυχία, εκείνος δούλευε ως μπάρμαν.
Ο Νίκος Ζιώγαλας έχει δημιουργήσει διαμάντια που δεν μπορείς να τους βάλεις ταμπέλες, ενώ ο ίδιος και με τις δημιουργίες, τις εμφανίσεις αλλά και με τη ζωή του, έχει αποδείξει ότι η ηλικία δεν είναι πάρα ένας αριθμός και ότι ένας ροκάς μπορεί να είναι και ένας ήρεμος (και συμπαθέστατος) γείτονας.

Ο δρόμος προς τη Βέροια
«Μεγάλωσα στη μεταπολεμική, μετεμφυλιακή Ελλάδα, χωρίς τηλεόραση και ψυγείο· δεν υπήρχαν αυτά τα πράγματα. Ο πατέρας μου ήταν ξυλοκόπος και αγρότης, είχε κάποια μικροκτήματα με κεράσια και κάστανα, και η μάνα μου ήταν στο σπίτι, αυτή κουμαντάριζε τέσσερα αγόρια και τον άντρα της».
Ο Νίκος Ζιώγαλας θυμάται μεν με νοσταλγία τα παιδικά του χρόνια, αλλά δεν τα ωραιοποιεί. Δίνει το αληθινό τους στίγμα και διάσταση.
Ήταν ο μικρότερος της οικογένειας. Τα τρία μεγαλύτερα αδέλφια του ήδη δούλευαν όταν εκείνος ήταν πιτσιρικάς. Στην Βέροια όμως. Έτσι κάποια στιγμή αποφασίζει και η υπόλοιπη οικογένεια να κατέβει στην πόλη.
«Εμείς κατεβήκαμε εκεί όταν πήγαινα στην Α’ Δημοτικού. Το θυμάμαι καθαρά: ήμουνα πάνω σε ένα φορτηγό με όλα μας τα πράγματα και έβλεπα το χωριό να χάνεται. Εγκατασταθήκαμε στη Βέροια, σε ένα σπίτι ακριβώς μπροστά στον τοίχο του γηπέδου της Βέροιας και από εκεί παρακολουθούσα όλους τους αγώνες και τις προπονήσεις της ομάδας και ό,τι άλλο αθλητικό συνέβαινε μέσα στο γήπεδο, κάτι που ήταν καθοριστικό, γιατί έτσι απέκτησα μια πολύ καλή επαφή με τα αθλητικά γεγονότα», έχει αναφέρει σε συνέντευξή του.

Ως ο μικρότερος της οικογένειας, είχαν αποφασίσει και να σπουδάσει. To όνειρο της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Ο ίδιος μέχρι τη Γ’ Γυμνασίου ήταν πολύ καλός μαθητής. Μέχρι που μπλέκει με έναν φίλο του, τον Μπάμπη Περσίδη. Υπόψη: απ’ όλη την οικογένεια, μόνο ο πατέρας του αγαπούσε την μουσική και τραγουδούσε, έψελνε και μάζευε στίχους απ’ όλες τις φάσεις της ζωής του. Από εξορία, Κατοχή. «Παιδί μου περιουσία δεν έχω να σου δώσω. Πάρε μόνο τους στίχους που έχω μαζέψει», του είχε πει.
Ξαναγυρνάμε στη δεκαετία του ’60. Όλος ο πλανήτης δονείται από την ροκ μουσική. Ακόμα και η Ελλάδα, που ιστορικά μακράν απείχε από αυτούς τους ήχους. Κάθε γειτονιά είχε και τη δική της μπάντα. Και όχι μόνο στην πρωτεύουσα. Η Βέροια εκείνη την περίοδο είχε δύο γκρουπ. Στο ένα από αυτάμ τους Spiders, ήταν ο Περσίδης και μπαίνει και ο 16χρονος Ζιώγαλας.
«Ξεκινήσαμε να παίζουμε σαν μαθητές γυμνασίου σε δύο μαγαζιά που υπήρχαν στη Βέροια και άρχισα να βγάζω και τα πρώτα μου χρήματα. Στο σπίτι τούς ήρθε κεραμίδα. Στην πρώτη συναυλία μας πήγα κρυφά από το σπίτι μου στη Νάουσα, και όταν γύρισα Κυριακή πρωί με περίμενε η μάνα μου στην πόρτα λέγοντας “Τι θα σε κάνουμε εσένα, τραγουδιστή;”. Κι εγώ απάντησα “Τι να πω, ρε μάνα, μου αρέσει και το κάνω”».

Ο νεαρός πορώνεται με αυτή τη φάση και αφήνει πίσω τα μαθήματα του. Το γκρουπ αγαπιέται από τη νεολαία της περιοχής και φτάνουν κάποιες φορές να παίζουν και με τους μεγάλους σταρ της εποχής, τους Charms.
Όμως αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μείνει στην ίδια τάξη. Όπου συνέβη το παρακάτω περιστατικό: «Όταν έμεινα στην ίδια τάξη, η μάνα μου με περίμενε στο χολ και μου είπε: “Διάλεξε τι θες να γίνεις, ράφτης, σιδεράς ή ελαιοχρωματιστής”. Έπεσα στα γόνατα κλαίγοντας, της είπα “Μην το κάνεις αυτό, θα αλλάξω σχολείο, θα πάω σε ιδιωτικό και θα το πληρώνω μόνος μου”. Και πείστηκε, λύγισε. Έτσι έγινε, και τα σαββατοκύριακα έπαιζα με το συγκρότημα και πλήρωνα τα δίδακτρα».
Με τους «Ανάκαρα» στην Αθήνα
Και μπορεί ο Ζιώγαλας να έχει βρει το χώρο που τον ικανοποιεί, όμως θέλει να πάει πιο πέρα. Συν ότι, λόγω της εποχής, δεν τον άφηναν να έχει μακριά μαλλιά. Μάλιστα μια μέρα η γυμνασιάρχης του έκοψε με το ψαλίδι μια τούφα και αισθάνθηκε τόσο ταπεινωμένος που αναγκάστηκε να κουρευτεί γουλί.
Το καλοκαίρι της Ε’ Γυμνασίου (σημερινή Β’ Λυκείου) είχε μείνει ανεξεταστέος σε δυο μαθήματα (φυσική και γαλλικά). Παράλληλα έχει κλείσει να παίξει με ένα συγκρότημα, τους Storms, στη Θάσο. Και λίγο αργότερα λαμβάνει ένα γράμμα από έναν φίλο του μεγαλύτερο που έφτιαχνε ένα συγκρότημα στην Αθήνα. Τους «Ανάκαρα».
Ο Ζιώγαλας πετάει από τη χαρά του, καθώς –εκείνη την περίοδο– το πιο τολμηρό του όνειρο ήταν να φτάσει να παίζει μέχρι Θεσσαλονίκη.
Μάλιστα, τότε είχε συμβεί το εξής: «Εννοείται ότι το πήρα απόφαση αμέσως να φύγω, πήγα έδωσα τα μαθήματα στα οποία είχα μείνει μετεξεταστέος και πάλι η ίδια γυμνασιάρχης φώναζε για τα μαλλιά μου, αλλά εγώ είχα πάρει την απόφασή μου και έλεγα: “Θα επιστρέψω με τα μαλλιά ως τη μέση και θα έχω βγει στην τηλεόραση”. Γελούσαν οι φίλοι μου, αλλά πράγματι βγήκαμε με τα Ανάκαρα στην τηλεόραση και τότε μας κάλεσαν σαν βεροιώτικο συγκρότημα και παίξαμε σε έναν κινηματογράφο, και ήταν εκεί όλα τα σχολεία, και η διευθύντρια που με είχε προσβάλει δεν τόλμησε να έρθει να μας μιλήσει».

Φτάνει το 1971 στην Αθήνα. Μένει σε ένα μικρό διαμέρισμα με άλλους δύο, στην Πλατεία Βικτωρίας. Και ένα βράδυ βγαίνει στην Πατησίων και κοιτάει προς τα πάνω για να αντικρίσει την Ακρόπολη. Και τελικά την είδε. (Και για την ιστορία, τελείωσε το σχολείο στην Αθήνα.)
Οι «Ανάκαρα» σήμερα μνημονεύονται ως ένα γκρουπ πολύ προοδευτικό για την εποχή τους – αν και ηχογράφησαν μόνο τέσσερα τραγούδια.
Στην ουσία ήταν μια από τις πρώτες σοβαρές προτάσεις ένωσης του ποπ-ροκ ήχου της εποχής με το δημοτικό τραγούδι. Και αυτό ήταν λίγο απαξιωτικό για τους «ροκάδες», αλλά και για τους ψαγμένους που λόγω χούντας απέρριπταν ό,τι είχε σχέση με την παράδοση.
Το γκρουπ διαλύεται μεν, αλλά ο Ζιώγαλας μπαίνει στον κύκλο των νεαρών δημιουργών που τότε προσπαθούσαν να ακουστούν. Αλλά και στη Μεταπολίτευση, τα πράγματα δεν ήταν εύκολα, αφού ύστερα από επτά χρόνια σιωπής κυριαρχούσε το πολιτικό –ενίοτε και πολιτικοποιημένο– τραγούδι, αλλά και ό,τι είχε κοπεί από τους δικτάτορες.
Πάντως, σε μία από τις δουλειές που συμμετείχε τότε ο Ζιώγαλας ήταν και οι μυθικοί πλέον Αχαρνείς του Διονύση Σαββόπουλου. «Εμείς τότε είμασταν μια χορωδία: εγώ, ο Χάρης Κατσιμίχας, ο Μανώλης Ρασούλης, ο Νίκος Παπάζογλου κάναμε τους καρβουνιάρηδες, ήταν μια καταπληκτική εμπειρία. Και βλέπω ότι όλοι εμείς που παίζαμε εκεί, όταν συναντιόμαστε πραγματικά, είναι σαν να συναντάμε ξανά παλιούς συμπολεμιστές. Υπάρχει μια αλληλεγγύη, ήταν κάτι που μας χαρακτήρισε, γιατί όταν είσαι πολύ νέος και σου τυχαίνει να συμμετέχεις σε μια τέτοια δουλειά, σου αφήνει πράγματα να δουλεύεις για το μέλλον», είχε πει για αυτή τη συνεργασία.
Στους δρόμους του Παρισίου
Χειμώνας του 1977 και ο Νίκος Ζιώγαλας ύστερα από μια ερωτική απογοήτευση αποφασίζει να πάει στο Παρίσι για να σπουδάσει μουσικοθεραπεία. Τα προς τα ζην τα έβγαζε, μεταξύ άλλων, παίζοντας μουσική στο δρόμο. Και μπορεί σήμερα να είναι trend στη χώρα μας, αλλά τότε ήταν στο… πυρ το εξώτερο.
Όπως είχε πει σε συνέντευξή του: «Παίζαμε δημοτικά και θυμάμαι πως, ενώ σταματούσαν όλες οι φυλές με ενδιαφέρον και περιέργεια, κάποιοι Έλληνες που μας άκουγαν έλεγαν “Ρεζίλι μας κάνει”, και σκεφτόμουν “Θα έρθει μια εποχή, ρε φίλε, που δεν θα ντρεπόμαστε για την παράδοση, γιατί η μουσική δεν έχει καμία σχέση με τις εκάστοτε πολιτικές, όσο και αν τη χρησιμοποιούν κάποιοι για να μαζέψουν κόσμο”».
Αναφερόμενος σε εκείνη την εμπειρία είχε πει πως «στην Ελλάδα μόνο ένας Άσιμος τολμούσε να τραγουδούσε στο δρόμο – και τον χτυπούσαν όλοι. Τώρα, βέβαια, τον έχουν αγιοποιήσει».
Στους Παρισινούς δρόμους δεν ήταν μόνος. Τον συνόδευαν και κάποιοι φίλοι, όπως οι αδελφοί Κατσιμίχα. Μάλιστα, έχει δηλώσει ότι τα λεφτά που έβγαζαν τότε τα μοιράζανε στα τρία και πήγαιναν σε γνωστό fast food για να τρώνε. «Ήταν σπουδή», είχε καταλήξει γι’ αυτό το σκηνικό.
Η έμπνευση ήρθε στο «Λούκι»
Στο Παρίσι έμεινε για δύο χρόνια. Λίγο πριν φύγει συμβαίνει το παρακάτω –καρμικό, όπως αποδείχθηκε– σκηνικό.
«Είχα διαβάσει στην Ελευθεροτυπία ότι βγήκε ο δίσκος του Σιδηρόπουλου με τους Σπυριδούλα, ο Φλου, και σκέφτηκα “Kάτι γίνεται στην Ελλάδα”. Όταν επέστρεψα το 1979, έπιασα δουλειά στο “Σούσουρο” στην Πλάκα και ήρθαν και με βρήκαν τα παιδιά από τους Σπυριδούλα και με πήραν για τραγουδιστή στη θέση του Παύλου που είχε φύγει. Πήγαμε στην “Αρχιτεκτονική” στην Πανεπιστημίου, και εκεί παίζαμε οι Σπυριδούλα, ο Σιδηρόπουλος με το δικό του συγκρότημα, και για πρώτη φορά άνοιξε το πρόγραμμα ένα νέο συγκρότημα, οι Μουσικές Ταξιαρχίες, και είδαμε τι κάνει ο Τζίμης Πανούσης».

Ο ίδιος δεν κρύβει ότι οι τραγουδοποιοί σαν αυτόν, ή τους Κατσιμιχαίους, ακόμα και ο Νίκος Πορτοκάλογλου, κουράστηκαν για να κυκλοφορήσουν δικά τους τραγούδια.
«Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα έκανα στενή παρέα με τον Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα, τα δύσκολα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Που λέω δύσκολα, γιατί ήταν τότε για μας που τότε ήμασταν πολύ νέοι και είχαμε αρχίσει να δημιουργούμε πράγματα τα οποία όμως ήταν αδύνατο, λόγω συνθηκών, δεν υπήρχε κανείς που να ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Τότε υπήρχαν τα αντάρτικα, υπήρχαν τα απαγορευμένα τραγούδια, ο κόσμος τότε ήταν αλλού. Έτσι η δικιά μου γενιά βγήκε λίγο πιο καθυστερημένα και βγήκαμε στη δισκογραφία το 1985 και εγώ και πολλά άλλα παιδιά».

Φυσικά δούλευε σαν μουσικός, αλλά όταν υπήρχε οικονομική στενότητα δούλεψε και ως μπάρμαν. Σε ένα στέκι που είχε γράψει ιστορία, το «Λούκι», ήταν αρχικά θαμώνας και μετά εργαζόμενος. Το εν λόγω στέκι ήταν στην οδό Χάριτος. Δημιουργήθηκε από τον ηθοποιό Αλέξη Γκόλφη και τον Ανδρέα Μουζακίτη, ντράμερ του συγκροτήματος Σπυριδούλα.
Και αν το όνομα του μπαρ σάς παραπέμπει στο τραγούδι των αδελφών Κατσιμίχα «Μια βραδιά στο Λούκι», δικαίως. Και όταν λέγανε στο στίχο «Προχθές εκεί που τα ‘πινα με κάποιον κολλητό μου», ο κολλητός ήταν ο Ζιώγαλας.
Εκεί λοιπόν εργαζόταν και μια εντυπωσιακή κοπέλα, η Φανή. Που μόλις την πρωτοαντίκρισε ο Νίκος Ζιώγαλας, την ερωτεύτηκε.
«Ήταν μια γκαρσόνα. Δεν ξέρω πώς ήρθε ούτε και πώς έφυγε, κάθισε περίπου 2-3 μήνες. Εγώ εντωμεταξύ νόμιζα ότι μάλλον με θέλει· το τσέκαρα, δεν βιάστηκα γιατί φοβόμουν. Μετά από 40 ημέρες είπα “το έχω”, ρίχνω και δυο σφηνάκια, την σταματάω στο μαγαζί και της λέω: “Ξέρεις κάτι, είμαι πολύ ερωτευμένος μαζί σου”. Αυτή οπισθοχωρεί έκπληκτη και απαντά: “Σοβαρά; Να το συζητήσουμε;”» αποκάλυψε ο Νίκος Ζιώγαλας.
Και πρόσθεσε: «Εμένα με έλουσε κρύος ιδρώτας, περίμενα να τελειώσει η βραδιά και πάω σπίτι και να είναι καλά η γυναίκα αυτή, δεν το ξέρει, την ευγνωμονώ. Έγραψα το “Σαν σταρ του σινεμά” και ηρέμησα».

Γράφει λοιπόν το τραγούδι «Σαν σταρ του σινεμά» και όλο το άλμπουμ, Το τζάμπο, και το πηγαίνει στη δισκογραφική εταιρεία Lyra.
«Πήρα τα τραγούδια που είχα και τα πήγα στον Πατσιφά της Lyra, ο οποίος με συμπαθούσε και πάντα με έσπρωχνε και ήθελε να δει τη δουλειά μου. Και μου είπε “Μου αρέσουν, μπαίνουμε στούντιο σε δύο εβδομάδες”. Όταν ξαναπήγα, μου είπε ότι δεν άρεσαν σε κανέναν από αυτούς που τα άκουσαν – έφυγα πολύ απογοητευμένος, μπήκα σε αυτό το παλιό σιδερένιο ασανσέρ και έκλαιγα.
»Οπότε, δανείστηκα από τους φίλους μου 350.000 δραχμές και μπήκα στο στούντιο με τον Νίκο Αντύπα, κάναμε το δίσκο, πήγα στη Minos, αγόρασαν την παραγωγή και έτσι ξεκίνησα με το Τζάμπο, το 1985. Δεν είχα καταλάβει ότι είχε γίνει επιτυχία.
»Eίχαν περάσει πέντε-έξι μήνες, δούλευα μπάρμαν στο “Μπαλτάζαρ” και ήρθε ένα βράδυ ο αδερφός του Λάκη Παπαδόπουλου, ο Γιάννης που ήταν ηχολήπτης στην ΕΡΤ, με κοίταξε και μου είπε “Καλά, ρε συ, τι κάνεις εδώ; Το τραγούδι σου έχει γίνει επιτυχία και εσύ δουλεύεις μπάρμαν;”. Kαι του απάντησα “Λες να ήρθε η ώρα να παίξω μουσική και να πορευτώ μέσα από τη μουσική;”».
Ιστορίες τραγουδιών
Από τότε ο Νίκος Ζιώγαλας δεν έκανε άλλη δουλειά, ξέχωρα από τη μουσική του. Και η πορεία του στο χώρο και το χρόνο, απέδειξε ότι δεν ήταν ο ωραίος της μιας επιτυχίας. Για την οποία επιτυχία, έχει μετανιώσει για το στίχο «κάτι με σπρώχνει να σου ρίξω μια μπουνιά».
Τα τραγούδια του έχουν πολλές ιστορίες. Και για ποιο λόγο δημιουργήθηκαν – αλλά και η πορεία τους. Όπως το «Μόνη ξανά δεν θα σε αφήσω».
«Περπατούσα μία ημέρα και δέχθηκα ένα τηλεφώνημα και μου είπε πως είναι ο Ντέμης Νικολαΐδης και θέλει να βρεθούμε. Λέω τι να θέλει; Να με συνδυάσει με τη Δέσποινα (Βανδή); Η μεγαλύτερη συγγένεια που είδα ήταν μουσική. Ήταν πρόεδρος της ΑΕΚ τότε και προσπαθούσε να κάνει μια αλλαγή νοοτροπίας».
Τελικά ο Νικολαϊδης τον ήθελε προκειμένου να «υιοθετήσει» το συγκεκριμένο τραγούδι για την ΑΕΚ. Ο Ζιώγαλας, αν και Παναθηναϊκός, δέχτηκε. Και μπορεί τελικά να μην έγινε, γιατί έφυγε ο Νικολαΐδης από πρόεδρος της ομάδας, αλλά… «Παρ’ όλα αυτά όποτε το παίζω, οι ΑΕΚτζήδες είναι κάτω και τους ακούω».
Σε ερώτηση περί πολιτικού τραγουδιού, έχει αναφέρει το εξής :«Το “πέφτουν τα ψέματα βροχή, μα η αλήθεια σώζει” το είχα γράψει το ’89 με την τότε πολιτική κρίση που μας είχε σκεπάσει και δεν μπορούσα να το δεχτώ ότι συνέβαινε. Είχαμε πιαστεί στον ύπνο τότε κάποιοι άνθρωποι, γιατί είχαμε την ανάγκη να πιστέψουμε σε κάτι καθαρό – αλλά η πίστη αυτή είχε πολλή αφέλεια για όσους δεν έγιναν πονηροί και δεν άρπαξαν κανένα κομμάτι. Αυτή την αρπαγή κάποιων την πληρώνουμε σήμερα».
Αν και το τραγούδι είχε κυκλοφορήσει αρχικά το 1989 σόλο, έγινε επιτυχία το 1996 όταν το τραγούδησε με την Γλυκερία. Κάτι που το θεωρεί δικαιότατο, γιατί η δεύτερη εκτέλεση ήταν καλύτερη.
Ένας ευτυχισμένος νομάς
Ο Νίκος Ζιώγαλας έγινε πατέρας στα 56 του. Η Στεφανία ακολουθεί τα βήματά του στη μουσική. Όσον αφορά τα σημερινά ακούσματα των συνομήλικων της κόρης του, πιστεύει πως «οι πιτσιρικάδες εκφράζονται μέσα από αυτά τα τραγούδια. Μήπως εμείς οι μεγαλύτεροι τους απογοητεύσαμε;».
Αγαπάει τα ταξίδια και θεωρεί τον εαυτό του νομά. Και φυσικά, του αρέσει να κάνει συναυλίες σε όποια γωνία της Ελλάδας (και όχι μόνο) και αν διοργανώνονται. Στεναχωριέται φυσικά για τις απώλειες φίλων και δικών του ανθρώπων, και παρόλο που έχουν αλλάξει οι εποχές ο ίδιος πορεύεται και σήμερα με το πνεύμα των φίλων και των συνεργατών. Ασχέτως αν κάποιοι έχουν αλλάξει πορεία.
Ομολογεί ότι το lockdown και ότι δεν δούλευε –όπως και όλοι όσοι έχουν σχέση με τη μουσική– τον γέμισε με άγχος για το τι δουλειά θα έκανε. «Είμαι και μεγάλος για μπάρμαν» είχε πει αυτοσαρκαζόμενος.
Δεν ωραιοποιεί, ούτε όμως μιζεριάζει. Και του αρέσουν οι ωραίες στιγμές, γιατί όπως λέει «γι’ αυτό δημιουργούνται στη ζωή μας. Για να πιαστούμε από κάπου, όταν έχουμε ανάγκη».
Και βέβαια, όσα χρόνια και αν περάσουν, παραμένει ένας ήρεμος ροκάς που τις ευαισθησίες του τις έκανε τραγούδια που θα μας συντροφεύουν για πάντα.
Σπύρος Δευτεραίος
















