Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «αλφάβητον Ρωμανού».
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
Προοίμιο
Στου γιου του απάνω, ο Ιακώβ, τον αδειανό χιτώνα, θρηνούσε κι οδυρότανε.
Απάνθρωπα φερθήκανε τα υπόλοιπα παιδιά του στον αδερφό τους τον μικρό.
Γιατί έπιασαν τον Ιωσήφ, κι ως σκλάβο τον πουλήσανε σε ασεβείς ανθρώπους.
Μα όλες του τις ελπίδες κείνος εναποθέτοντας μονάχα στον Θεό,
με τη βοήθειά Του, τιμές και αξιώματα απόκτησε και είχε για να φορά στην κεφαλή, βασιλικό στεφάνι. Και έλεγε και φώναζε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
Οίκοι
α’. Ελάτε τώρα, άνθρωποι! Ας πάμε να αντλήσουμε νάματα σωτηρίας, αυτά που ευφραίνουν την καρδιά.
Για σωφροσύνη όσοι διψούν, ελάτε να βαδίσουμε προς του Ιωσήφ τη στέρνα.
Γιατί όποιος πίνει από εκεί, δεν θα διψάσει πια ξανά, ξεδίψασε για πάντα·
Εκεί το αθάνατο νερό θα βρούμε ν’ αναβλύζει.
Θα πείτε με το δίκιο σας: και πώς αθάνατο νερό μέσα απ’ εκεί πηγάζει;
Η στέρνα είναι άνυδρη, ξερό είναι το πηγάδι.
Εύκολη η απάντηση. Ποιον συμβολίζει ο Ιωσήφ μες στην Παλιά Διαθήκη; Δεν συμβολίζει τον Χριστό;
Ε, το λοιπόν, είναι ο Χριστός που κάνει ν’ αναβλύζει εκεί αθάνατο νερό! Δίνει σε όλους απ’ αυτό να πιουν να ξεδιψάσουν, όπως στη Σαμαρείτιδα.
Πάμε ν’ αντλήσουμε απ’ αυτό με την αντλία της πίστης. Γιατί, στ’ αλήθεια, είναι
Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας.
β’. Της νίκης τα βασιλικά στεφάνια που στολίζουνε τις κεφαλές των εγκρατών, καμιά φορά στα όνειρα έρχονται πριν τα λάβουνε, προτού αγωνιστούνε· εκεί τους φανερώνονται και λάμπουν και τους δείχνουν, του αγώνα που επίκειται το έπαθλο ποιο είναι.
Είναι ώρα, όμως, να μάθεις, πιστέ, γιατί με τα όνειρα ο Θεός τους προφητεύει από τα πριν την έκβαση του αγώνα.
Έχουν οι ενάρετοι χρηστό βίο και πολιτεία· μα ο Θεός επιθυμεί ακόμα περισσότερο ψηλά αυτοί να φτάσουν.
Έτσι, σου απεικονίζει με κάθε λεπτομέρεια τις αρετές που υπάρχουν.
Από την άλλη, επίσης, σου αποκαλύπτει καθαρά και ρίχνει φως σε όλες τις διαδρομές που οδηγούν στα πονηρά τα έργα.
Σου δείχνει έτσι στον ύπνο σου και σου αναπαρασταίνει του πειρασμού τα είδωλα, τις ψευδοφάνειές του.
Με νουθεσίες και προτροπές σε προστατεύει απ’ όλα.
Γιατί ο Πλάστης αγρυπνά, κι όσο εσύ κοιμάσαι, σου χτίζει κάστρο άπαρτο για να σε προστατέψει,
καθώς σου φανερώνει από τα πριν τι έρχεται, το μέλλον τι θα φέρει. Γιατί, στ’ αλήθεια, είναι
Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας.
γ’. Ήταν η ίδια η Γραφή αυτή που προετοίμασε, γι’ αυτόν, τον συνετό αθλητή, του αγώνα την κονίστρα· ας μάθουμε απ’ αυτό κι εμείς, αν είναι να ειπωθούμε κι εμείς οι ίδιοι συνετοί.
Τον νέο ας μιμηθούμε βλέποντας πώς κατάφερε και έσβησε την πυρκαγιά που άναψε της πορνείας ο φλογερός ο πειρασμός απάνω στο κορμί του. Φωτιά ήταν ο πειρασμός, χορτάρι το κορμί του· κι όμως, τη φλόγα έσβησε με τούτο το χορτάρι.
Γιατί, πραγματικά, η Γραφή ποτέ της δεν πεθαίνει,
μα παραμένει ζωντανή και τώρα και για πάντα.
Ογκόλιθος αγνότητας, έτσι ήτανε φτιαγμένος, έτσι σφυρηλατήθηκε ‒ σίδερο ο νεαρός μας.
Όσοι με την αγνότητα αγάπη θέλουν να ’χουν, ο νεαρός μας δάσκαλος ωραία τους διδάσκει.
Νά που η Γραφή στα φανερά γράφει και σε όλους διαλαλεί τους σαρκικούς πολέμους.
Κι αυτό το κάνει για να δεις, μπροστά σου παραστατικά, την παρθενία ως όπλο.
Αλλά κι εμείς που έχουμε στην παρθενία αγάπη, με δύναμη ας κραυγάσουμε:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
δ’. Δεμάτια είδε έντεκα να προσκυνούν το ένα, το ένα το δωδέκατο που το είχε δέσει ο ίδιος.
Κι αυτό που το είδε σ’ όνειρο, το διηγείται ο Ιωσήφ στον γέρο του πατέρα με κάθε φυσικότητα, απλά και ανυπόκριτα.
Το άκουσαν τα αδέρφια του κι όλοι μαζί συμπέραναν πως τούτο είναι προσβλητικό κι ένιωσαν πληγωμένοι.
Θεώρησαν πολύ βαρύ να θρέφει ο αδερφός τους τέτοιες ελπίδες κι όνειρα.
Αλλ’ όμως, φίλοι, πείτε μου, αν κάποιος γίνει βασιλιάς,
άμεσα δεν θα σπεύσει να βάλει τα αδέρφια του στα πιο ψηλά αξιώματα, πάνω από κάθε άλλον;
Αλλά του φθόνου τη φωτιά τους άναψε ο Σατανάς και τους παρακινούσε.
Και έτσι στο χορό αυτόν, σε τούτη την ομάδα, που ήταν καλοδεμένη κι έμοιαζε στη συγκρότηση μ’ αυτή των Αποστόλων,
τη ζήλια σπέρνει ο Σατανάς και διχασμός φυτρώνει ανάμεσα στους αδελφούς, την ίδια ώρα που έλεγαν:
«Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας».
ε’. Βλέποντας δεύτερο όνειρο και πάλι στον πατέρα του πηγαίνει και το λέει: «Ο ήλιος ήτανε μαζί με το φεγγάρι αντάμα κι ήταν κι αστέρια έντεκα που ήτανε μαζί τους· κι έρχονταν όλα στη σειρά, ωραία και με τάξη, κι εμένα προσκυνούσανε».
«Μα τι φαντασιώνεσαι τώρα, λοιπόν, παιδί μου; Λες πως θα το επιχειρήσεις να βασιλεύσεις κάποτε;»,
έτσι του ανταπάντησε του Ιωσήφ ο γέροντας, κι ύστερα του είπε τούτο:
«Μάλλον θα ’ναι καλύτερα για σένα να συμβιβαστείς με τούτη την ιδέα: πως θα κοιμάσαι, θα ξυπνάς και το επόμενο πρωί μέσα σε τούτη τη ζωή, θα ’σαι αυτό που ήσουνα: βοσκός που βόσκει πρόβατα.
»Κάπως βαρύ μού έρχεται να πέφτει και να προσκυνάει τον γιο του ένας πατέρας.
»Μα έλα, σου έχω δώρα: αντί για τη λαμπρή, βασιλική πορφύρα, σου δίνω έναν πολύχρωμο χιτώνα
»να φοράς· κι αντί για στέμμα έχω για σε μία ομάδα δυνατή, λέω για τους αδερφούς σου,
»που είθε ο Κύριός μας να μου τους έχει όλους γερούς και να τους χαίρομαι όλους. Γιατί, στ’ αλήθεια, είναι
»Ένας ο Μέγας Κύριος: ο Κύριος και Σωτήρας μας.
















